153/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated153/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-1980 αγωγή των ήδη 1ου, 5ης, 6ης, 7ης, αναιρεσιβλήτων και του ......... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/81, 53/90 προδικαστικές, 102/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2003 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 153 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 153/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Ψ3, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4. Ψ4 η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7, 8. Ψ8, ως ειδικού διαδόχου των δευτέρας, τρίτου, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων και 9. Ψ9, ως ειδικού διαδόχου της έβδομης αναιρεσίβλητης. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαηλιού, οι 5η, 6η, 7η, 8ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-1980 αγωγή των ήδη 1ου, 5ης, 6ης, 7ης, αναιρεσιβλήτων και του ......... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/81, 53/90 προδικαστικές, 102/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 3-1-2006 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τιςν υπ' αριθμ. ....., ..... και .......εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηλείας ..........., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα, που με την από 23-3-2006 κλήση του επισπεύδει τη συζήτηση, στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη αναιρεσιβλήτους, Ψ2, Ψ3 και Ψ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.γ' του ΚΠολΔ. επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η αίτηση που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αριθ. 9 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή του και ειδικότερα απέρριψε σιωπηρά το αίτημά του, που υποβλήθηκε με λόγο της έφεσής του, για απόρριψη ως απαράδεκτης της από 12-10-1997 κλήσης των εναγόντων, με την οποία είχε επαναφερθεί η υπόθεση προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για το λόγο ότι, ενώ επρόκειτο για δίκη διανομής ακινήτων, δεν αναφέρονταν στην κλήση αυτή όλοι οι διάδικοι (συγκύριοι) της πρωτόδικης δίκης. Δεδομένου ότι το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί " αίτηση", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.9 περ.γ' του ΚΠολΔ, πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλης αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας ( Ολ. ΑΠ 25/2003, 3/97). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού " ο ενάγων Χ1 και οι λοιποί συγκύριοι των διανεμητέων ακινήτων δεν παραστάθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο.
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 559 αριθ. 19, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη ,γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, που διέταξε την αυτούσια διανομή των επιδίκων ακινήτων, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι οι σχηματισθείσες μερίδες των κοινωνών είναι ίσης αξίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα παραπάνω στοιχεία και ιδίως οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2003 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, Ψ1, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8 και Ψ9,τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ