Supreme Court dismisses pensioners' appeal on procedural grounds, ruling supplementary arguments inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the pensioners' appeal against the Second Instance Court's rejection of their claim for higher pension benefits. The appellants argued that the lower court erred in applying budget adjustment laws and violated the principle of equality, but the Court found these arguments supplementary to the main rejection. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the primary grounds for the lower court's decision were not successfully challenged.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573(1), 106, 176(1), 191(2), 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the appellant fails to challenge the main substantive grounds of the appealed decision, rendering supplementary arguments inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1539 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1539/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Συνταξιούχων ALPHA BANΚ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2α)Μ. Β. του Α., 2β)Α. Β. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Α. Β., 3.Ι. Ι., 4.Β. Ν., 5.Κ. Α. και 6.Δ. Μ., κατοίκων ... Για το 1ο παραστάθηκε η νόμιμη εκπρόσωπός του Ε. Μ. και διόρισε τις πληρεξούσιες του Γεωργία Φιλιπποπούλου και Αγγελική Καίσαρη. Οι 2α, 4ος και 6ος παραστάθηκαν με τις ίδιες ως άνω πληρεξούσιες δικηγόρους και οι 2β, 3ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τις ίδιες ως άνω πληρεξούσιες δικηγόρους, οι oποίες κατέθεσαν προτάσεις στις 29-9-2023. Η πληρεξούσια δικηγόρος Αγγελική Καίσαρη και ο επίσης πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Φιλιππόπουλος είχαν καταθέσει προτάσεις στις 5-9-2023.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείες με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Λιάππη, Αθανάσιο Συρράκο και Αθανάσιο Μακρυνιώτη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις στις 29-9-2023. Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης προς: 1. Τριτοβάθμια οργάνωση με την επωνυμία "Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και 2.Δευτεροβάθμια οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συνταξιούχικων Οργανώσεων Ελλάδος" (Ο.Σ.Τ.Ο.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα. Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας οργάνωσης με την επωνυμία "Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νικολετάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις στις 14-9-2023.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1290/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2022 αίτησή τους και τους από 21-7-2023 προσθέτους λόγους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα ζητεί όσα αναφέρονται στην από 4-9-2023 πρόσθετη παρέμβαση της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, των προσθέτων λόγων και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έχουν εισαχθεί και εκκρεμούν : α) η από 22-2-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1548-140/24-2-2022 αίτηση και οι από 21-7-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 96/24-7-2023 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθμό 1290/25-2-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 663 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν καταργηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4331/2015) επί της από 18-7-2018 και με αύξοντα αριθμός έκθεσης κατάθεσης 74334-5073/25-7-2018 έφεσης, την οποία είχαν ασκήσει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμό 134/24-1-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) η από 4-9-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 49/6-9-2023 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση που άσκησε η τριτοβάθμια οργάνωση συνταξιούχων με την επωνυμία "Ανωτάτη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος", το διακριτικό τίτλο "Α.Γ.Σ.Σ.Ε." και έδρα την Αθήνα, μέλος της οποίας είναι το δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο συνταξιούχων με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συνταξιουχικών Τραπεζικών Οργανώσεων Ελλάδος", το διακριτικό τίτλο "Ο.Σ.Τ.Ο.Ε" και έδρα την Αθήνα, μέλος του οποίου είναι το πρώτο αναιρεσείον, σωματείο συνταξιούχων με την επωνυμία "Σύλλογος Συνταξιούχων ALPHA BANK" και μέλη του οποίου είναι οι λοιποί αναιρεσείοντες, επίσης συνταξιούχοι της τράπεζας.
Πρέπει επομένως να συνεκδικασθούν, επειδή με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και ταυτόχρονα επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 573 παράγραφος και 1 και 246 ΚΠολΔ). Η διάταξη του άρθρου 622 του ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "1. Στις διαφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο, αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα (...) 2) να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση (...)".
Το προηγούμενο άρθρο (621 του ΚΠολΔ) αναφέρεται στις διαφορές του άρθρου 614 αριθ.3 του ίδιου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 622 του ΚΠολΔ τεκμαίρεται αμάχητα ότι διαθέτουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν την παρέμβαση που προβλέπεται από τον αριθμό 2 της ίδιας διάταξης υπέρ οποιουδήποτε διαδίκου, αρκεί να πρόκειται για μέλος τους ή για μέλος κάποιας από τι οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Η παρέμβαση αυτή ασκείται παραδεκτά για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1240/2022). Η ίδια, περαιτέρω, διάταξη έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό εφαρμόζεται μόνον στις δίκες που αφορούν εργατικές διαφορές και στα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτή (ΟλΑΠ 13/2006). Τα σωματεία, επομένως, συνταξιούχων δεν μπορούν να ασκήσουν παρέμβαση υπέρ των μελών τους υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 622 του ΚΠολΔ, αλλά πρέπει να επικαλεσθούν έννομο συμφέρον σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 81 παράγραφος 1 β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται παραδεκτά, όταν ο παρεμβαίνων επικαλείται με σαφήνεια σε αυτή ότι με την πρόσθετη παρέμβασή του σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη προστατεύεται δικό του δικαίωμα ή αποτρέπεται η δημιουργία νομικής υποχρέωσης σε βάρος του.
Ο παρεμβαίνων επομένως δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ασκήσει παρέμβαση, όταν οι συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί στη δίκη μεταξύ άλλων, δηλαδή το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα, η διαπλαστική ενέργεια, αλλά και οι αντανακλαστικές της ενέργειες, θα επηρεάσουν από την άποψη του πραγματικού και του νομικού ζητήματος προσωπικά έννομα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 747/2022).
Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το γεγονός ότι σε εκκρεμή δίκη μεταξύ των κυρίων διαδίκων πρόκειται να επιλυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον παρεμβαίνοντα ή τα μέλη του, γιατί υπάρχει ή πρόκειται να υπάρξει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου συναφής διαφορά (Ολ.ΑΠ 3/2021, Ολ.ΑΠ 14/2008, Ολ.ΑΠ 28/2007, Ολ.ΑΠ 13/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η τριτοβάθμια οργάνωση συνταξιούχων με την επωνυμία "Ανωτάτη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος", το διακριτικό τίτλο "Α.Γ.Σ.Σ.Ε." και έδρα την Αθήνα, στην από 4-9-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 49/6-9-2023 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση επικαλείται ότι η έκβαση της δίκης θα επηρεάσει αντανακλαστικά τα οικονομικά συμφέροντα και των συνταξιούχων τραπεζοϋπαλλήλων που είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων που υπάγονται σε αυτή και αιτείται με την παρέμβασή της να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες.
Η παρεμβαίνουσα όμως δεν επικαλείται στο δικόγραφο της παρέμβασής της ότι οι συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί μεταξύ των υπερών η πρόσθετη παρέμβαση-αναιρεσειόντων και της καθής η παρέμβαση-αναιρεσίβλητης, δηλαδή το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα, η διαπλαστική ενέργεια, αλλά και τα αντανακλαστικά της αποτελέσματα, θα επηρεάσουν ευθέως από την άποψη του πραγματικού και του νομικού ζητήματος που θα επιλυθεί δικά της έννομα συμφέροντα.
Το γεγονός ότι από την έκβαση της παρούσας δίκης ενδέχεται να θιγούν έννομα συμφέροντα άλλων συνταξιούχων, οι οποίοι είναι μέλη υποκειμένων σε αυτή συνδικαλιστικών οργανώσεων συνταξιούχων, δεν αρκεί για να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον της για άσκηση παρέμβασης υπέρ των αναιρεσειόντων. Η πρόσθετη επομένως παρέμβαση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της αναιρεσιβαλλομένης - η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν επιδόθηκε - ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1, 569 παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 και ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 120 του ίδιου νόμου από 1-1-2022, και 577 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ).
Σημειώνεται, ειδικότερα, ότι οι αναιρεσείοντες Μ. Β. του Α. και Α. Β. του Α., κάτοικοι ..., άσκησαν την αναίρεση ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, όπως ομολογείται, του αρχικά ενάγοντος και εκκαλούντος, Α. Β. του Α., ο οποίος πέθανε μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης και, συγκεκριμένα, στις ...-2021 (βλ. το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που εξέδωσε η αρμόδια υπάλληλος του Δήμου Πειραιά και το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2021 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών που εξέδωσε ο Δήμαρχος Πειραιά, άρθρα 556 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 1710, 1711, 1813, 1820 ΑΚ).
Η αίτηση συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει έναν τουλάχιστον λόγο αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν η αίτηση αναίρεσης ασκείται από περισσότερα πρόσωπα, η αναίρεση απορρίπτει ως απαράδεκτη μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα που δεν περιέλαβε στο αναιρετήριο έναν τουλάχιστο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 824/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση αναίρεσης που άσκησε το πρώτο αναιρεσείον, σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Συνταξιούχων ALPHA BANK" και έδρα την Αθήνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ), διότι το διάδικο αυτό νομικό πρόσωπο δεν περιέλαβε στα δικόγραφα τόσο των κυρίων, όσων και των προσθέτων λόγων της αναίρεσης καμία αιτίαση κατά της παραδοχής της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 1290/25-2-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ότι δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά στη δίκη και ότι για το λόγο αυτό η από 18-7-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 74334-5073/25-7-2018 έφεσή του κατά της υπ' αριθμό 134/24-1-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως προς αυτό με όμοια παραδοχή - ήταν αβάσιμη. Αντίθετα η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους δεύτερο έως και έκτο από τους αναιρεσείοντες ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στην από 30-3-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67443-1399/3-4-2012 αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψαν κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" και έδρα την Αθήνα (εφεξής "Τράπεζα"), είχαν εκθέσει τα εξής :
Ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." και έδρα την Αθήνα (εφεξής "Τράπεζα"), είχε καταρτίσει στις 28-7-1981 με το σωματείο με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τράπεζας Πίστεως" και έδρα την Αθήνα (εφεξής "Ταμείο" ή "Τ.Α.Π.Τ.Π") και την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των υπαλλήλων της "Τράπεζας" με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού της Τράπεζας Πίστεως" και έδρα την Αθήνα σύμβαση (εφεξής "Σύμβαση") με την οποία η "Τράπεζα" είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών και συντάξεων του "Ταμείου" και να καταβάλλει η ίδια στους δικαιούχους του τις παροχές που προβλέπονταν από αυτόν σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή αδυναμίας του "Ταμείου" να εκπληρώνει τις νόμιμες υποχρεώσεις του έναντί τους ακόμη και σε περίπτωση διάλυσης, συγχώνευσης, ενοποίησής του ή για άλλο λόγο αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του (όροι "V.1" και "V.2.1." της "Σύμβασης").
Ότι η "Τράπεζα" με την ίδια σύμβαση είχε αναλάβει επιπλέον τη υποχρέωση σε περίπτωση που τα μέλη του "Ταμείου" υπάγονταν υποχρεωτικά σε ενιαίο φορέα επικουρικής ασφάλισης να καταβάλλει σε αυτούς τη διαφορά μεταξύ των παροχών που λάμβαναν από το "Ταμείο" και των μειωμένων, τις οποίες θα λάμβαναν από τον ενιαίο φορέα κοινωνικής ασφάλισης μετά την υπαγωγή τους σε αυτόν (όρος "V.2.2." της ίδιας "Σύμβασης").
Ότι με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του "Ταμείου" υπήχθησαν από 1-1-2008 υποχρεωτικά στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων, εφεξής "Ε.Τ.Α.Τ." και ότι, τέλος, μετά την έναρξη της ισχύος των ν. 3986/2011 και 4024/2011 οι συντάξεις που καταβάλλει σε αυτούς το "Ε.Τ.Α.Τ." είναι μειωμένες σε σχέση με αυτές τις οποίες λάμβαναν από το "Ταμείο" σύμφωνα με τον κανονισμό παροχών του.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των παροχών που καταβάλλει σε αυτούς το "Ε.Τ.Α.Τ." και των παροχών τις οποίες θα λάμβαναν από το "Ταμείο" σύμφωνα με τον κανονισμό παροχών του και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτούς τη διαφορά μεταξύ των παροχών που προαναφέρθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως 31-3-2012 και, συγκεκριμένα, στο δεύτερο ενάγοντα ποσό 1.855,69 Ευρώ, στον τρίτο από αυτούς ποσό 6.484,90 Ευρώ, στον τέταρτο ποσό 2.193,16 Ευρώ, στην πέμπτη ποσό 354 Ευρώ και στον έκτο ενάγοντα ποσό 2.199,94 Ευρώ, νομιμότοκα από τότε που κάθε κονδύλιο είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και, επικουρικά, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ανωτάτη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος", το διακριτικό τίτλο "Α.Γ.Σ.Σ.Ε." και έδρα την Αθήνα και η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συνταξιουχικών Τραπεζικών Οργανώσεων Ελλάδος", το διακριτικό τίτλο "Ο.Σ.Τ.Ο.Ε" και έδρα την Αθήνα, άσκησαν υπέρ των εναγόντων της κύριας αγωγής την υπό στοιχεία 59111/1773/2016 πρόσθετη παρέμβαση με αίτημα να γίνει δεκτή η αγωγή.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε την αγωγή και την πρόσθετη υπέρ των εναγόντων παρέμβαση (άρθρα 591 παράγραφος 1 εδάφιο α, 31 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ.
Α 87/23-7-2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 134/24-1-2017 απόφαση με την οποία α) δέχθηκε ότι το πρώτο ενάγον, σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Συνταξιούχων ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά στη δίκη και για το λόγο αυτό απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή ως απαράδεκτη και β) απέρριψε ως προς τους λοιπούς ενάγοντες την αγωγή ως μη νόμιμη με την κύρια αιτιολογία ότι μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων των άρθρων 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 και 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005 οι ενάγοντες δεν είχαν συμβατική αξίωση κατά της εναγομένης για καταβολή της ένδικης παροχής και, επιπλέον, με την επικουρική αιτιολογία ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που προαναφέρθηκαν δεν είχαν καταργήσει τη "Σύμβαση", οι όροι της θα έπασχαν από ακυρότητα, διότι είχαν καταστεί πλέον αντίθετοι με απαγορευτικές διατάξεις του νόμου (άρθρο 174 ΑΚ).
Με την παραδοχή συνεπώς ότι οι ενάγοντες δεν ήταν φορείς υπαρκτού δικαιώματος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε και την πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση ως αβάσιμη.
Οι ενάγοντες άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 18-7-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 74334-5073/27-7-2018 κοινή έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή τους και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που προαναφέρθηκαν άσκησαν εκ νέου υπέρ των εκκαλούντων-εναγόντων πρόσθετη παρέμβαση (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 80 ΚΠολΔ) με την οποία αιτήθηκαν να γίνει δεκτή η έφεση που είχαν ασκήσει οι εκκαλούντες και υπερών η πρόσθετη παρέμβαση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε την έφεση και την πρόσθετη υπέρ των εκκαλούντων παρέμβαση (άρθρα 591 παράγραφος 1 εδάφιο α, 31 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1290/25-2-2020 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση και την πρόσθετη υπέρ των εκκαλούντων παρέμβαση με αιτιολογίες όμοιες με αυτές της εκκαλουμένης.
Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλομένη τα εξής: "Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών Ταμείων (σωματείων), τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με την βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα σύμφωνα με το άρθρο 12 εδ. β του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκαν μετά την 21.4.1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθερίων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ισχύσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας" κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη από το καθεστώς του Ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθερίων των εργαζόμενων".
Έτσι ενόψει και της διατάξεως των άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (1264/1982), κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών του καθώς και της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 4 του ΑΝ 1022/1946, κατά την οποία οργανισμός με έργο την ασφάλιση των μισθωτών ορισμένης επιχείρησης κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου, δύναται να συστήσει εντός αυτού ειδικό λογαριασμό, έχοντα σκοπό την ασφάλιση των εργαζομένων κατά των ιδίων κινδύνων, με τη χορήγηση εφάπαξ χρηματικών παροχών, τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία.
Κάθε δε μέλος του αλληλοβοηθητικού σωματείου, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπό του περίπτωση να λάβει βοήθημα από το ειδικό κεφάλαιο-λογαριασμό, που έχει συσταθεί από το σωματείο, στο οποίο μετέχει για αυτόν ακριβώς το σκοπό, έχει αγώγιμη αξίωση κατά του σωματείου (...).
Περαιτέρω, σκοπός των αλληλοβοηθητικών ταμείων είναι η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης στα μέλη τους, καθώς και η παροχή ειδικών βοηθημάτων, τα οποία ορίζονται είτε στο καταστατικό τους είτε σε ειδικούς κανονισμούς και έχουν τη μορφή εφάπαξ βοηθήματος ή επικουρικής σύνταξης. Ο νομοθέτης προσέδωσε στα Αλληλοβοηθητικά ταμεία υπόσταση φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αντιμετωπίζοντας αυτά, ενόψει της κοινωνικής τους αποστολής, ως ομόλογους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής (επικουρικής) κοινωνικής ασφάλισης (...), χωρίς να θίξει, ενόψει της νομικής φύσης τους (ΝΠΙΔ) και της συνταγματικά προστατευόμενης συνδικαλιστικής ελευθερίας, την προσωπικότητά τους και τον τρόπο διοίκησής τους.
Και αυτό, διότι οι ιδιωτικοί φορείς κοινωνικής ασφάλισης (αλληλοβοηθητικά ταμεία), όπως λ.χ. είναι οι φορείς επικουρικής ασφάλισης τραπεζοϋπαλλήλων, υποκαθιστούσαν αντίστοιχους δημόσιους φορείς στον χώρο της επικουρικής ασφάλισης (...), ο δε νομοθέτης επέτρεπε σε πρόσωπα που υπάγονταν στα ταμεία αυτά να εξαιρεθούν από την υποχρεωτική δημόσια ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ (πρώην ΙΚΑ-ΤΕΑΜ) (άρθρ. 3 παρ. 1 Ν. 997/1979, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 παρ. 3 Ν. 1902/1990).
Δηλαδή, η εξαίρεση από τον δημόσιο φορέα και η δυνατότητα υπαγωγής σε έναν ιδιωτικό επιδρούσαν στη φύση του τελευταίου (...). Έτσι, στον Ν. 1405/1983 (άρθρ. 12), με τον οποίο καθιερώθηκε η υποχρέωση εφαρμογής των κανόνων της διαδοχικής ασφάλισης, τα Ταμεία Αλληλοβοήθειας εντάχθηκαν στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι Ν.Π.Δ.Δ..
Επίσης, με το άρθρο 10 Ν. 1902/1990 καθιερώθηκαν ενιαίοι κανόνες, ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και τον χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, ενώ στον Ν. 2084/1992 (άρθρ. 2 παρ. 4), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 227/1994 [εννοεί 2227/1994] (άρθρ. 11 παρ. 1), προσδιορίστηκε εννοιολογικά, για την εφαρμογή του Ν. 2084/1992, ότι φορείς κοινωνικής ασφάλισης νοούνται και τα Ταμεία, Κλάδοι ή Λογαριασμοί που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπον σύνταξης (κύριας ή επικουρικής), εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.
Με τους νόμους αυτούς, με τους οποίους επιχειρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, εισάγονται ενιαίοι κανόνες υποχρεωτικής εφαρμογής, οι οποίοι ισχύουν τόσο για τους ασφαλιστικούς φορείς που είναι Ν.Π.Δ.Δ., όσο και για τους ασφαλιστικούς φορείς που είναι Ν.Π.Ι.Δ,, όπως τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία των τραπεζών (...).
Χαρακτηριστικά το άρθρ. 10 παρ. 1 Ν. 1902/1990 προέβλεψε ότι επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή των ορισμών του νόμου αποτελούν και "... τα Επικουρικά Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ ως και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπον συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων".
Με βάση τα ανωτέρω, η θέση που καταλαμβάνουν τα Ταμεία Αλληλοβοήθειας στην Κοινωνική Ασφάλιση έχει τη νομική βαρύτητα ότι οι ρυθμίσεις των καταστατικών διατάξεών τους πρέπει να ερμηνεύονται κατά τους κανόνες και αρχές του εν γένει κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, ώστε και η απαραίτητη δογματική συνοχή να υφίσταται και η αποτελεσματικότητα του δικαίου να επιτυγχάνεται (...).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-07-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-09- 2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 01-01-2005 (Υ.Α. 53705/994/2003, ΦΕΚ ΒΊ129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ) και ιδίως το ΔΛΠ αρ. ..., το οποίο επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κ.λπ.), ακόμη και των μη ληξιπρόθεσμων.
Με την εφαρμογή αυτή, τα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα το να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο, για αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ' επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.
Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με τον Ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" (ιδίως με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η' αυτού, άρθρα 57 ως 64) καθορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Ως προς την κυρία ασφάλιση, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ). Ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 01-01-2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ).
Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφιστάμενων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών.
Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, για τη μη απώλεια δικαιωμάτων που είχαν αποκτηθεί, από τους παλαιούς ασφαλισμένους και για την εξίσωση των παροχών που καταβάλλονταν από τα υπό διάλυση ταμεία, προς αυτές που θα καταβάλλονται στο μέλλον από το ΕΤΕΑΜ, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.).
Επιπρόσθετα, προβλέφθηκε η λειτουργία του Ε.Τ.Α.Τ. ως φορέα σύνδεσης και διαμεσολάβησης μεταξύ του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και του ΕΤΕΑΜ, ενώ και πάλι ορίσθηκε ότι στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Τ. υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών.
Η πρόβλεψη του νομοθέτη ήταν να γίνει η διάλυση των κατ' ιδίαν ταμείων επικουρικής ασφάλισης με συναίνεση των ενδιαφερομένων και, μετά την ένταξη των ασφαλισμένων και συνταξιούχων στο Ε.Τ.Α.Τ., να περιέλθει σε αυτό το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των ταμείων που θα διαλυθούν. Προβλέφθηκε, ακόμη, ότι το ποσό της επιβάρυνσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος και του αντίστοιχου παλαιού ταμείου από την υπαγωγή των ασφαλισμένων και συνταξιούχων στο Ε.Τ.Α.Τ.
θα προσδιορισθεί με εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης, βάσει της διάταξης του άρθρου 62 παρ. 6 Ν. 3371/2005 εκδόθηκε το Π.Δ. 209/2006 "Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων διαχείρισης και διεκπεραίωσης θεμάτων Ταμείων Επικουρικής Ασφάλισης προσωπικού πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ. ), το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Άρθρο 2 Διαδικασία διαχείρισης και διεκπεραίωσης των πάσης φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων από το Ε.Τ.Α.Τ.1.... 2. ... 3.
Οι ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών παρακρατούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα και καταβάλλονται στο Ε.Τ.Α.Τ. μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που αφορούν. 4. Το ποσό της δαπάνης που αναλογεί στον εργοδότη, όπως προσδιορίζεται κατά Ταμείο με ειδική οικονομική μελέτη σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005 καταβάλλεται κατ' έτος στο Ε.Τ.Α.Τ.
σε τριμηνιαίες δόσεις στην αρχή κάθε τριμήνου. 5. ... Άρθρο 3 Διαδικασία απονομής ασφαλιστικών παροχών από το Ε.Τ.Α.Τ.1. α. Ο ασφαλισμένος, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις για απονομή πάσης φύσεως ασφαλιστικών παροχών, υποβάλλει αίτηση στις διοικητικές υπηρεσίες του Ε.Τ.Α.Τ. Η αρμόδια κατά περίπτωση υπηρεσία προβαίνει στη συγκέντρωση των απαραίτητων στοιχείων και? δικαιολογητικών, όπως προβλέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του οικείου Ταμείου για τον σχηματισμό φακέλου της υπόθεσης για κάθε ασφαλισμένο.
Στη συνέχεια εξετάζει το αίτημα και εισηγείται εγγράφως προς το Δ.Σ. του Ε.Τ.Α.Τ., διατυπώνοντας την άποψή της. β. Το Δ.Σ. του Ε.Τ.Α.Τ. εξετάζει την υπόθεση και αποφασίζει για την αποδοχή ή μη της εισήγησης της Υπηρεσίας με την έκδοση διοικητικής πράξης για την απονομή ή μη της αιτούμενης ασφαλιστικής παροχής.
Οι προβλεπόμενες από τις καταστατικές διατάξεις των Ταμείων προθεσμίες διεκπεραίωσης των εν λόγω υποθέσεων εξακολουθούν να ισχύουν. 2. Οι καταστατικές διατάξεις των Ταμείων που προβλέπουν αναγνώριση χρόνων ή προαιρετικής ασφάλισης εξακολουθούν να ισχύουν. Εισφορές που είχαν αρχίσει να καταβάλλονται για τις ανωτέρω περιπτώσεις, συνεχίζουν να καταβάλλονται στο Ε.Τ.Α.Τ.. 3.
Στους ήδη συνταξιούχους των Ταμείων καταβάλλονται τα ποσά σύνταξης που κατέβαλε το Ταμείο από το οποίο συνταξιοδοτήθηκαν. Σε περίπτωση που στο Ταμείο ισχύει προσυνταξιοδοτικό καθεστώς, το Ε.Τ.Α.Τ. καταβάλλει ολόκληρο το ποσό. Μετά τη συνταξιοδότηση τους από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα το ποσό μειώνεται ανάλογα και καταβάλλεται το ποσό που αντιστοιχεί στην επικουρική σύνταξη. 4.
Οι εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και οι παροχές είναι οι προβλεπόμενες από τις καταστατικές διατάξεις των επιμέρους Ταμείων και από τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας. 5. Για θέματα που αφορούν την έναρξη, λήξη και αναστολή καταβολής της σύνταξης, καθώς και παραγραφής των απαιτήσεων εφαρμόζονται οι καταστατικές διατάξεις των Ταμείων".
Με τον προαναφερόμενο νόμο (Ν. 3371/2005) επιχειρήθηκε η αναδιάρθρωση της κοινωνικής ασφάλισης όλου του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με στόχο την προστασία των δικαιωμάτων και των ασφαλιστικών προσδοκιών των εν λόγω εργαζομένων, με την καθιέρωση διαδικασιών ένταξής τους τόσο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) για τον κλάδο της κύριας σύνταξης, όσο και στο "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.)", σε συνδυασμό με την ασφάλιση στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ)", το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 60 του νόμου αυτού για τον κλάδο επικούρησης.
Ο σκοπός της προαναφερόμενης νομοθετικής ρύθμισης, ήτοι η προστασία των ασφαλιστικών δικαιωμάτων της συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων, δηλαδή των τραπεζοϋπαλλήλων, συνάγεται από το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης του Ν. 3371/2005, στην οποία γίνεται αναφορά στην ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης για την επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων (...).
Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1-3 Ν.3620/2007, στην οποία ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Από 1.1.2008 οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως υπάγονται υποχρεωτικά στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων ("Ε.Τ.Α.Τ." ). Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178/Α1) και οι διατάξεις του π.δ. 209/2006 (ΦΕΚ 209/Α').
Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του καταστατικού και κανονισμού συντάξεων και παροχών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως εφάπαξ παροχή εξακολουθεί να καταβάλλεται από το Ταμείο αυτό, το οποίο δεν διαλύεται ούτε θίγεται η Περιουσία του: 2. Η οικονομική επιβάρυνση του Ε.Τ.Α.Τ.
από την εφαρμογή των διατάξεων των πρώτου και δεύτερου εδαφίων της προηγούμενης Παραγράφου καλύπτεται: α. με την καταβολή των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του καταστατικού και κανονισμού συντάξεων και παροχών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως οικονομικούς πόρους, στους οποίους περιλαμβάνεται εισφορά ασφαλισμένου ύψους 3,5% και ισόποση εισφορά εργοδότη και β.
με την καταβολή από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε. ποσού πεντακοσίων σαράντα τριών εκατομμυρίων (543.000.000) Ευρώ. Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε δέκα (10) ετήσιες ισόποσες δόσεις αποδιδόμενες εντός του μηνός Ιανουάριου κάθε έτους, αρχής γενομένης από το έτος 2008 και το ποσό της κάθε δόσης ορίζεται σε εξήντα επτά εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα χιλιάδες εξακόσια εβδομήντα (67.280.670) Ευρώ. 3.
Με τα παραπάνω ποσά εισφορών και οικονομικών επιβαρύνσεων προς το Ε.Τ.Α.Τ., εξαντλείται η υποχρέωση της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε. για κάλυψη επιπλέον εισφορών ή παροχών προς το Ε.Τ.Α.Τ. που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις". Με αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις (άρθρ. 26 παρ. 1 Ν. 3455/2006 για το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, άρθρ. 9 Ν. 3554/2007 για τον Λογαριασμό Ασφαλιστικών Καλύψεων της Τράπεζας Αττικής, άρθρ. 38 παρ. 2 του Ν. 3522/2006 για τον κλάδο Σύνταξης του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος) εντάχθηκαν υποχρεωτικά στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ (για την κύρια σύνταξη) και στο Ε.Τ.Α.Τ.(για την επικουρική) και τα άλλα ταμεία ασφάλισης προσωπικού πιστωτικών ιδρυμάτων.
Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (...).
Ταυτόχρονα, όμως, η παρέμβασή του υπαγορεύτηκε από τη σπουδαιότητα, την οποία ο ίδιος αναγνώρισε στο περιστατικό ότι η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων από τα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/1992, σε συνδυασμό αφ' ενός με τη διαιώνιση της υποχρέωσης αυτών να εξασφαλίζουν στα οικεία επικουρικά ταμεία τους πόρους, που απαιτούνταν εκάστοτε για την από τα ταμεία πληρωμή των οφειλόμενων ασφαλιστικών παροχών και αφ' ετέρου με την αναμενόμενη σημαντική μείωση των προς τα ταμεία ασφαλιστικών εισφορών μετά την από 01-01-2005 υποχρεωτική υπαγωγή των νέων ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ, θα έθετε σε διακινδύνευση την κεφαλαιακή τους επάρκεια.
Και εφ' όσον η έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας οδηγούσε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας ενός ή πλειόνων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα ετίθετο ζήτημα που ενδιέφερε γενικότερα την εθνική οικονομία (...).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας, εφ' όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό), η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων (ΑΚ 361), με την οποία, εκτός από την ελευθερία σύναψης ή μη σύναψης της σύμβασης και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, καθιερώνεται το δικαίωμα των συμβαλλόμενων μερών να διαμορφώνουν ελεύθερα το περιεχόμενο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της καταβαλλόμενης αντιπαροχής, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν τον νόμο ή τα χρηστά ήθη και δεν ασκούν το δικαίωμά τους αυτό καθ' υπέρβαση των ορίων του, όπως αυτά ιδίως διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό (...).
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται, κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παράβαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς, επίσης, και στις περιπτώσεις που αυτή ασκείται προς βλάβη της εθνικής οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος).
Επίσης, η ελευθερία αυτή μπορεί να περιορισθεί, όπου τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (...).
Περαιτέρω με πρωτοβουλία της Τράπεζας Πίστεως, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη Τράπεζα με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ιδρύθηκε το έτος 1950 το Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως (Τ.Α.Π.Τ.Π.), του οποίου το καταστατικό εγκρίθηκε με τη με αριθμό 6023/1950 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο καταστατικός σκοπός του έγκειται στην παροχή βοήθειας με τη μορφή μηνιαίας σύνταξης και εφάπαξ παροχής στα μέλη του, υπαλλήλους της Τράπεζας Πίστεως και ήδη ALPHA Τράπεζας, που αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω γήρατος, συμπλήρωσης ορισμένου χρόνου υπηρεσίας, αναπηρίας, ατυχήματος ή σε περίπτωση θανάτου στα μέλη των οικογενειών τους, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του Κανονισμού Συντάξεων και Παροχών.
Το Ταμείο αυτό έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αποτελεί αυτοτελές Ν.Π.Ι.Δ. και θεωρείται Ταμείο σωματειακής φύσεως, το οποίο ιδρύθηκε και διέπεται κυρίως από τις διατάξεις του Καταστατικού του και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του άρθρου 21 Ν. 281/1914, των άρθρων 33-39 Β.Δ. της 15/20.05.1920 και των άρθρων 78 επομ.
ΑΚ. Το καταστατικό του σωματείου αυτού και ο Κανονισμός Συντάξεων και Παροχών του, μετά από αλληλοδιάδοχες τροποποιήσεις, ισχύουν σήμερα, όπως διαμορφώθηκαν σε ενιαίο κείμενο με την από ...-1981 σύμβαση μεταξύ της Τράπεζας, του Ταμείου Αλληλοβοήθειας και του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ".
Ειδικότερα, με την από ...-1981 σύμβαση, που κατάρτισε η Τράπεζα Πίστεως (και ήδη ΑLΡΗΑ Τράπεζα) με το Τ.Α.Π.Τ.Π. και τον Σύλλογο Προσωπικού αυτής, η πρώτη ανέλαβε υποχρεώσεις αναφορικά με την κάλυψη της απρόσκοπτης λειτουργίας του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου. Μετά την διευκρίνηση στο κείμενο της σύμβασης ότι από γενόμενη αναλογιστική μελέτη προέκυψε, ότι μετά πάροδο χρονικού διαστήματος, το Ταμείο δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του Κανονισμού Παροχών, συμφωνήθηκε να καλύπτει η Τράπεζα στο μέλλον κάθε διαφορά που θα είναι αναγκαία για την απροβλημάτιστη λειτουργία του Κανονισμού Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. , με την προϋπόθεση να έχει τη διοίκηση και τη διαχείριση της περιουσίας του Ταμείου, καθώς και τη δυνατότητα να αποκτά την περιουσία αυτού, και την παγίωση της μηνιαίας εισφοράς των μελών του σε ποσοστό 3,5% επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως προβλέπονται από το Καταστατικό.
Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, η Τράπεζα "αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του "Κανονισμού Παροχών" του ΤΑΜΕΙΟΥ ... σε όφελος των εργαζομένων σ' αυτή και σε όφελος της και στην περίπτωση ακόμα διαλύσεως, συγχωνεύσεως, ενοποιήσεως του ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του" (όρος V.1.).
Επίσης, η Τράπεζα "...αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει η ίδια, μέσω του ΤΑΜΕΙΟΥ ή άλλου φορέα οποιοσδήποτε μορφής, κατά την κρίση της, με εγγύηση πάντα και ευθύνη της στους δικαιούχους του ΤΑΜΕΙΟΥ τις παροχές που προβλέπονται στον Κανονισμό Παροχών του ... ανεξάρτητα από την ικανότητα ή δυνατότητα του ΤΑΜΕΙΟΥ ή άλλου κατά τα άνω φορέα, γιατί η έννοια της παρούσης συμβάσεως είναι ότι με την καταβολή του ανωτέρω ποσοστού τα μέλη του ΤΑΜΕΙΟΥ έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν τις παροχές του Κανονισμού Παροχών με τις προϋποθέσεις του Καταστατικού" (όρος V.2.
παρ. 1). Ακόμη, προβλέπεται ότι "σε περίπτωση που τα μέλη του ΤΑΜΕΙΟΥ θα υπαχθούν υποχρεωτικά σ' ενιαίο φορέα επικουρικής ασφαλίσεως και υποχρεωθούν η Τράπεζα και τα μέλη του ΤΑΜΕΙΟΥ να καταβάλουν προς τον φορέα αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, οι ως άνω υποχρεώσεις της Τραπέζης θα περιορίζονται στην κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των παροχών του ενιαίου ασφαλιστικού φορέα και των παροχών του ΤΑΜΕΙΟΥ, μειουμένων αναλόγως των εισφορών-παροχών της προς το ΤΑΜΕΙΟ ή οποιοδήποτε άλλο φορέα μέσω του οποίου θα καταβάλλει τις παροχές του ως άνω Κανονισμού και στην κάλυψη ολόκληρης της ασφαλιστικής εισφοράς των μελών του ΤΑΜΕΙΟΥ και του Προσωπικού της γενικά, που θα καταβάλλει την εισφορά 3,50% και θα δικαιούται τις παροχές του Κανονισμού Παροχών, προς τον Ενιαίο ασφαλιστικό οργανισμό επικουρικής ασφαλίσεως" όρος V.2 παρ. 2).
Από το καταστατικό σκοπό του Τ.Α.Π.Τ.Π. , το περιεχόμενο του (καταστατικού του) και από τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του συνάγεται ότι στα πλαίσια αυτού λειτουργεί ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα κοινωνικής (επικουρικής) ασφάλισης (...). Πρόκειται δε για ένα πρόγραμμα προκαθορισμένων παροχών, σύμφωνα με το οποίο οι υποχρεώσεις της εναγόμενης τράπεζας δεν περιορίζονται στην καταβολή της συμπεφωνημένης εργοδοτικής εισφοράς, όπως ισχύει στα προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών, αλλά επεκτείνεται και στην κάλυψη οποιουδήποτε ελλείμματος, προκειμένου τα μέλη του Ταμείου να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες στον Κανονισμό Παροχών ασφαλιστικές παροχές (...).
Το γεγονός ότι η ασφάλιση που παρέχει το Ταμείο στους εργαζομένους στην εναγόμενη τράπεζα είναι υποχρεωτική και καθολική, αφού κάθε εργαζόμενος στην τελευταία είναι υποχρεωτικώς μέλος του Τ.Α.Π.Τ.Π. και έχει δικαίωμα να ασφαλίζεται σε αυτό, αποδεικνύει ότι η παρεχόμενη από το Τ.Α.Π.Τ.Π. ασφάλιση δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από την κοινωνική ασφάλιση (...).
Αρχικά, η ασφαλιστική δραστηριότητα του Τ.Α.Π.Τ.Π. δεν συνδεόταν με την παρέμβαση του Κράτους στην καταβολή των προβλεπόμενων παροχών ή στον καθορισμό του ύψους ή των προϋποθέσεων για την καταβολή τους. Τόσο η λειτουργία, όσο και το κανονιστικό πλαίσιο του Τ.Α.Π.Τ.Π. στηρίχθηκαν αρχικά στην ιδιωτική αυτονομία της Τράπεζας και των υπαλλήλων της.
Άλλωστε, τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης ιδρύθηκαν, ως επί το πλείστον, σε μια εποχή, κατά την οποία δεν είχε θεσπιστεί ακόμη η καθολική υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση. Κατά την εξέλιξη, ωστόσο, της δράσης του Τ.Α.Π.Τ.Π. , όσο και άλλων παρεμφερών ειδικών ταμείων, ενέσκηψαν σοβαρά προβλήματα δομικής φύσης, τα οποία έθεσαν σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την εξακολούθηση της ασφαλιστικής λειτουργίας τους (βλ.
Εισηγ. Έκθ. Ν. 2084/1992). Στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης με τους Νόμους 1902/1990, 1976/1991 και 2084/1992 επενέβη καθοριστικά στη λειτουργία και στο ίδιο το Καταστατικό ταμείων αλληλοβοήθειας, όπως του Τ.Α.Π.Τ.Π., ορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης των παροχών του Ταμείου προς τους ασφαλισμένους του και επιβάλλοντας κανόνες υποχρεωτικής εφαρμογής για όλους του φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, δηλαδή και για τα αλληλοβοηθητικά ταμεία (...).
Υπό το πρίσμα αυτό η επικουρική ασφάλιση στο Τ.Α.Π.Τ.Π. δεν ρυθμίζεται μόνο από το Καταστατικό του, αλλά και από τον ίδιο τον νόμο. Μετά τις προαναφερόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις, οι ασφαλιστικές παροχές συνταξιοδοτικής φύσης του Ταμείου δεν έχουν πλέον αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε μπορούν να χαρακτηριστούν ως πρόσθετες παροχές του εργοδότη που αποτελούν αμοιβή ή αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας ή αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών του εργοδότη.
Αντίθετα, αποτελούν πλέον ασφαλιστικές παροχές συνταξιοδοτικής φύσης, ρυθμιζόμενες από τον νόμο, που εντάσσονται στην επικουρική κοινωνική ασφάλιση (...).
Περαιτέρω, η πολιτεία με τον Ν. 3371/2005 για λόγους δημοσίου συμφέροντος, προς διασφάλιση των επικουρικών συντάξεων των τραπεζοϋπαλλήλων, αλλά και προς διάσωση των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος γενικότερα, ίδρυσε το Ε.Τ.Α.Τ., έναν ασφαλιστικό οργανισμό επικουρικής ασφάλισης των τραπεζοϋπαλλήλων με μορφή Ν.Π.Δ.Δ., στο οποίο υπήχθησαν οι τραπεζοϋπάλληλοι με πρωτοβουλία των Τραπεζών είτε των ιδίων των τραπεζοϋπαλλήλων είτε τέλος απ' ευθείας από τον νόμο.
Στο Ε.Τ.Α.Τ. υπήχθησαν υποχρεωτικώς με τον Ν. 3620/2007 (άρθρ. 10 παρ. 1) και τα μέλη του Τ.Α.Π.Τ.Π. για την επικουρική τους ασφάλιση και στο ταμείο αυτό καταβάλλουν την εισφορά τους (3,5% επί των συντάξιμων αποδοχών). Από το Ε.Τ.Α.Τ. λαμβάνουν πλέον σήμερα τα μέλη του Ταμείου την επικουρική τους σύνταξη, αντίθετα η εφάπαξ παροχή εξακολουθεί να καταβάλλεται από το Τ.Α.Π.Τ.Π., το οποίο δεν διαλύεται και δεν θίγεται η περιουσία του.
Οι νομοθετικές αυτές παρεμβάσεις αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό των συνθηκών κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας των υπαλλήλων των τραπεζών και τη διαχρονική διασφάλιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και προσδοκιών τους, στην άρση ανισοτήτων μεταξύ των τραπεζοϋπαλλήλων, στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ τους, στην καταπολέμηση του οφειλόμενου σε διαφορές του καθεστώτος ασφάλισης αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, καθώς και στην αντιμετώπιση των εκ των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων κινδύνων λόγω των επαχθών νέων κανόνων απεικόνισης μελλοντικών υποχρεώσεων για κοινωνικοασφαλιστικές καλύψεις, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Με την υποχρεωτική υπαγωγή των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Τ.Α.Π.Τ.Π. στο Ε.Τ.Α.Τ., το συνταξιοδοτικό σκέλος των παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. έχει οριστικώς ρυθμιστεί με αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις για σοβαρούς λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος. Οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Τ.Α.Π.Τ.Π., στους οποίους περιλαμβάνονται και οι 2ος μέχρι και 6ος των καλούντων - εναγόντων, έχουν πλέον από 01-01-2008 υπαχθεί υποχρεωτικά, βάσει του Ν. 3620/2007, στο Ε.Τ.Α.Τ.
για την επικουρική τους ασφάλιση, η δε εναγόμενη τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 543.000.000 Ευρώ προς το Ε.Τ.Α.Τ., σε 10 ετήσιες ισόποσες δόσεις, εκάστης ποσού 67.280.670 Ευρώ, και συνολικά το ποσό των 672.806.700 Ευρώ, για την υπαγωγή των μελών του Ταμείου στο Ε.Τ.Α.Τ., ενώ η καταβολή των επικουρικών συντάξεων από το Ε.Τ.Α.Τ.-σύμφωνα και με τον Κανονισμό Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. - είναι πλήρως διασφαλισμένη.
Με την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση (άρθρ. 10 παρ. 1 Ν. 3620/2007), το Τ.Α.Π.Τ.Π. , το οποίο δεν διαλύθηκε, ούτε εθίγη η περιουσία του, περιορίσθηκε ως προς τον σκοπό και το αντικείμενό του, διατηρώντας πλέον ρητά μόνο την καταβολή της εφάπαξ παροχής στους ασφαλισμένους του. Αντίθετα, ως προς την καταβολή της μηνιαίας σύνταξης, οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Τ.Α.Π.Τ.Π.
υπήχθησαν υποχρεωτικά, πλέον, στο Ε.Τ.Α.Τ., στο οποίο ανατέθηκε κατά αποκλειστικότητα η υποχρέωση καταβολής της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης. Λόγω της εκ του νόμου υπεισέλευσης του Ε.Τ.Α.Τ. στην έννομη θέση του Τ.Α.Π.Τ.Π. ως προς την υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων επικουρικών συντάξεων, η σχετική υποχρέωση του τελευταίου αποσβέστηκε συνεπώς ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης του Τ.Α.Π.Τ.Π.
καταργήθηκε ως προς το συνταξιοδοτικό σκέλος του (...). Τούτο συνάγεται και από την εξ αντιδιαστολής ερμηνεία του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ. γ' Ν. 3620/2007. Εκεί προβλέπεται ότι μετά την υποχρεωτική υπαγωγή των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Τ.Α.Π.Τ.Π. στο Ε.Τ.Α.Τ., το πρώτο εξακολουθεί να οφείλει εφάπαξ παροχή και για τον λόγο αυτό δεν διαλύεται ούτε θίγεται η περιουσία του, με σκοπό όμως να καταβάλει την εφάπαξ παροχή μόνο, άρα -εξ αντιδιαστολής- όχι την όποια μηνιαία επικουρική σύνταξη, η οποία πλέον οφείλεται αποκλειστικά από το Ε.Τ.Α.Τ..
Επομένως, το Τ.Α.Π.Τ.Π. εξακολουθεί να υφίσταται μόνο ως προς το σκέλος καταβολής της εφάπαξ παροχής. Συνακόλουθα και κατά μείζονα λόγο, η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση επέδρασε καταλυτικά στην ως άνω από ...-1981 Σύμβαση, αλλοιώνοντας το περιεχόμενό της και ειδικότερα καταργώντας το σύνολο των όρων της των σχετικών με τις υποχρεώσεις της εναγομένης να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του Κανονισμού Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π., συμπεριλαμβανομένου του όρου με τον οποίο η εναγόμενη τράπεζα είχε αναλάβει την υποχρέωση της εις το διηνεκές κάλυψης της διαφοράς μεταξύ της καθοριζόμενης από τον ενιαίο φορέα ασφάλισης μηνιαίας σύνταξης και της εκάστοτε καθοριζόμενης από το Καταστατικό και τον Κανονισμό Συντάξεων και παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π..
Και τούτο, διότι ο νομοθέτης οριοθέτησε εκ νέου τις υποχρεώσεις της εναγόμενης τράπεζας, μετασχηματίζοντας τη συμβατική υποχρέωσή της περί χρηματοδοτικής κάλυψης του Τ.Α.Π.Τ.Π. στην εκ του νόμου υποχρέωσή της περί χρηματοδότησης του Ε.Τ.Α.Τ. και ορίζοντας παράλληλα το ανώτατο ύψος και τη μέγιστη διάρκεια της οικονομικής επιβάρυνσης της τελευταίας για τη χρηματοδότηση του Ε.Τ.Α.Τ.
και κατ' επέκταση της επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού της. Ενώ, δηλαδή, δυνάμει της Σύμβασης, η εναγόμενη τράπεζα θα έπρεπε να καλύπτει εις το διηνεκές την εκάστοτε διαφορά των παροχών με καταβολές προς το Τ.Α.Π.Τ.Π. ή οποιονδήποτε άλλον φορέα, όπως το Ε.Τ.Α.Τ., το άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 3620/2007 εισήγαγε αντίθετη προς αυτήν τη συμβατική πρόβλεψη νομοθετική ρύθμιση, αφού όρισε ότι η χρηματοδοτική υποχρέωση της Τράπεζας για την κάλυψη της επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού της έγκειται πλέον στην καταβολή του συνολικού τελικού ποσού των 672.806.700 Ευρώ εντός της επόμενης δεκαετίας προς το Ε.Τ.Α.Τ.
Πέραν των εκ του νόμου οφειλόμενων εισφορών και της καταβολής του παραπάνω ποσού, η εναγόμενη τράπεζα δεν υπέχει καμία επιπλέον, σχετική με την επικουρική σύνταξη του προσωπικού της, υποχρέωση βάσει οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων είτε νομοθετικής είτε καταστατικής- συμβατικής προέλευσης, όπως συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 Ν. 3620/2007.
Υπό την έννοια αυτή, η υποχρέωση χρηματοδοτικής κάλυψης του Τ.Α.Π.Τ.Π. την οποία είχε αναλάβει η εναγόμενη τράπεζα με την από ...-1981 Σύμβαση εξαντλήθηκε με την ένταξή της στις νομοθετικές ρυθμίσεις για την αναμόρφωση της λειτουργίας της επικουρικής ασφάλισης των τραπεζοϋπαλλήλων και μετασχηματίστηκε αυτοδίκαια στην εκ του νόμου υποχρέωση χρηματοδότησης του νέου φορέα επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού της, δηλαδή του Ε.Τ.Α.Τ., εντός χρονικού διαστήματος μιας δεκαετίας.
Συγχρόνως, ο διπλός ρόλος τον οποίο η εναγόμενη τράπεζα, δυνάμει της Σύμβασης, επιτελούσε μέχρι τώρα, καταργήθηκε, σύμφωνα με τη ρητή εκφρασμένη εν προκειμένω (πρβλ. και Αιτ. Έκθ. Του Ν. 3371/2005) βούληση του νομοθέτη και στην Τράπεζα επιβλήθηκε εκ του νόμου η υποχρέωση χρηματοδότησης του Ε.Τ.Α.Τ.
Συνεπώς, η εναγόμενη τράπεζα έπαυσε να ασκεί συγχρόνως και κοινωνική πολιτική, καλύπτοντας τα ελλείμματα του Τ.Α.Π.Τ.Π., με σύγχυση των ρόλων επιχειρηματία και φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Από κοινωνικοασφαλιστικής σκοπιάς, η εναγόμενη τράπεζα λειτουργεί πλέον κατά βάση ως εργοδότης μόνον, καταβάλλοντας για την επικουρική σύνταξη του προσωπικού της την προβλεπόμενη εισφορά, ενώ για την εξασφαλιστική κοινωνικοασφαλιστική λειτουργία της τέθηκαν σε αυτήν ανώτατα χρονικά και ποσοτικά όρια (συνολικά 672.806.700 Ευρώ για μία δεκαετία).
Ως εκ τούτου, αναδιαμορφώθηκε η θεσμική λειτουργία της εναγομένης στο σύστημα επικουρικής ασφάλισης, καθώς η αποστολή του ασφαλιστή, που εκτελούσε η τελευταία, ανατέθηκε σε έναν δημόσιο φορέα, το Ε.Τ.Α.Τ. Προς τούτο δε αλλοιώθηκε κατ' ανάγκην το περιεχόμενο των συμβατικών όρων, οι οποίοι κατέτειναν στη διαιώνιση του εγγυητικού του Καταστατικού του Τ.Α.Π.Τ.Π.
ρόλου της, προς την κατεύθυνση του χρονικού και ποσοτικού περιορισμού των σχετικών υποχρεώσεων της εναγομένης, οι δε σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις της μετασχηματίστηκαν στην εκ του νόμου υποχρέωσή της περί χρηματοδότησης του νέου φορέα (Ε.Τ.Α.Τ.). Βέβαια ο νομοθέτης επεμβαίνοντας στο περιεχόμενο της Σύμβασης με την εν λόγω διάταξη ρητώς εκφράστηκε ως προς το διατηρούμενο αντικείμενο και τον σκοπό του Τ.Α.Π.Τ.Π., που συνίσταται πλέον στην καταβολή της εφάπαξ παροχής, συνακόλουθα δε ρητώς εκφράστηκε ως προς τους όρους της Σύμβασης που καταρχήν παραμένουν αναλλοίωτοι της νομοθετικής μεταρρύθμισης και είναι οι όροι που διέπουν την καταβολή της εφάπαξ παροχής.
Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη τράπεζα θα εξακολουθούσε, και μετά τις εκτιθέμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, να υπέχει τη συμβατική υποχρέωση της εις το διηνεκές κάλυψης της διαφοράς μεταξύ της καθοριζόμενης από τον ενιαίο φορέα ασφάλισης μηνιαίας σύνταξης και της εκάστοτε καθοριζόμενης από το Καταστατικό και τον Κανονισμό συντάξεων και παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. , θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 3371/2005 και άρθρ. 10 Ν. 3620/2007, αφού η εναγόμενη τράπεζα θα συνέχιζε να ασκεί συγχρόνως και κοινωνική πολιτική, με σύγχυση των ρόλων επιχειρηματία και φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αντίθετα προς τη βούληση του νομοθέτη.
Επιπλέον δε μια τέτοια ερμηνεία θα αντέκειτο στον σκοπό του άρθρου 10 Ν. 3620/2007, που τέθηκε σε εκτέλεση των όσων προέβλεπε ο Ν. 3371/2005, να περιοριστούν οι ανισότητες μεταξύ των τραπεζοϋπαλλήλων και να διαφυλαχθούν στις συνθήκες του έντονου διεθνούς ανταγωνισμού τα πιστωτικά ιδρύματα από τη μεγάλη οικονομική επιβάρυνση που τους επιφέρει ο διττός ρόλος τους ως εργοδότη και ως φορέα ασφαλιστικής κάλυψης.
Με βάση τα προαναφερόμενα, ύστερα από τις ρυθμίσεις του Ν. 3371/2005 και του άρθρου 10 Ν. 3620/2007, οι σχετικοί ως άνω όροι ν.1. και ν.2. της Σύμβασης, στους οποίους οι λοιποί καλούντες-ενάγοντες (2ος μέχρι και 6ος) και ήδη αναιρεσείοντες θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις τους, δεν μπορούν, πλέον, να τύχουν εφαρμογής, καθώς έχουν καταργηθεί βάσει των νεότερων κανονιστικών ρυθμίσεων (...).
Η προαναφερόμενη ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη στο περιεχόμενο της επίδικης Σύμβασης, η οποία εντάσσεται στην επιχειρούμενη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο της οποίας ενοποιήθηκαν τα ταμεία των τραπεζοϋπαλλήλων με τον Ν. 3371/2005 (βλ. τα Πρακτικά της ΛΣΤ' συνεδρίασης της Η' αναθεωρητικής Βουλής, της 22-11 -2007), δεν πλήττει τη συμβατική και οικονομική ελευθερία των συμβαλλομένων στην επίδικη Σύμβαση ούτε αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος.
Αντίθετα, είναι συνταγματικά θεμιτή, καθώς παρίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογημένη ως επιβαλλόμενη από σοβαρούς λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, το Σύνταγμα δεν επέβαλε στον κοινό νομοθέτη περιορισμό, ως προς τον τρόπο οργάνωσης και διοίκησης των φορέων της κοινωνικής ασφάλισης από το ίδιο το Κράτος ή από Ν.Π.Δ.Δ.
Τέτοια δέσμευση του κοινού νομοθέτη δεν απορρέει ούτε από το πνεύμα του Συντάγματος, ούτε από τις γενικές αρχές που πηγάζουν από τις συνταγματικές διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή του Κοινωνικού Κράτους (...).
Περαιτέρω, με την επίμαχη νομοθετική ρύθμιση του άρθρ. 10 Ν. 3620/2007, όπως και τις αντίστοιχες με αυτήν ρυθμίσεις του άρθρ. 26 παρ. 1 Ν. 3455/2006, άρθρ. 9 Ν. 3554/2007 και άρθρ. 38 παρ. 2 του Ν. 3522/2006, με τις οποίες ομοίως εντάχθηκαν υποχρεωτικά στο Ε.Τ.Α.Τ. και τα άλλα ταμεία ασφάλισης προσωπικού πιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες αποτελούν ειδικότερη εφαρμογή των γενικότερων διατάξεων του Ν. 3371/2005, αλλά και τις άμεσα συνδεόμενες με αυτές ρυθμίσεις των άρθρων 57-69 Ν. 3371/2005 (βλ.
την αιτιολογική έκθεση του άρθρ. 10 Ν. 3620/2007), ο νομοθέτης αποσκοπεί: α) στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της εναγόμενης τράπεζας, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων εν γένει και ειδικότερα της εναγόμενης τράπεζας να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων, β) στη διάσωση των ταμείων ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, η βιωσιμότητα των οποίων διακινδύνευε, προκειμένου να διασφαλισθεί η καταβολή των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, γ) στην αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης και κοινωνικής αλληλεγγύης των τραπεζοϋπαλλήλων και μεταξύ αυτών και μεταξύ των υπόλοιπων μισθωτών, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δ) στην εγκαθίδρυση όρων ισοτιμίας μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και αποφυγής του μεταξύ αυτών αθέμιτου ανταγωνισμού κατ' επιταγή του άρθρ. 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, ε) στην εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και στον ανταγωνισμό των τραπεζών επί ίσοις όροις προς όφελος της Εθνικής Οικονομίας και στ) στην αποσόβηση των κινδύνων που τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της εναγόμενης, θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, η οποία επηρέαζε την εικόνα της κεφαλαιακής επάρκειας αυτών και εν δυνάμει οδηγούσε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους (...).
Επομένως, στην αλλοίωση του περιεχομένου της από 28-7-1981 Σύμβασης και στην κατάργηση των ενοχικών υποχρεώσεων της εναγομένης, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσής της για την εις το διηνεκές κάλυψη της διαφοράς μεταξύ της καθοριζόμενης από τον ενιαίο φορέα ασφάλισης μηνιαίας σύνταξης και της εκάστοτε καθοριζόμενης από το Καταστατικό και τον Κανονισμό Συντάξεων και παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π., ο νομοθέτης του άρθρου 10 Ν. 3620/2007, αλλά και των άρθρων 57-69 Ν. 3371/2005 εχώρησε κινούμενος από σοβαρούς λόγους γενικότερης οικονομικής πολιτικής και προστασίας του δημόσιου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, επιδιώκοντας συγχρόνως την πραγμάτωση άλλων, κοινωνικής φύσεως, συνταγματικών αξιολογήσεων, και δη εκείνων του άρθρου 22 § 5 του Συντάγματος, αλλά περαιτέρω και των άρθρων 25 § 1, 2 και 4, 106 § 1 και 2.
Σημειώνεται δε ότι ο νομοθέτης, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 22 § 5 του Συντάγματος, δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται, ούτε αφαιρείται από αυτά η περιουσία τους (...).
Στην προκειμένη δε περίπτωση, η υποχρεωτική υπαγωγή όλων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Τ.Α.Π.Τ.Π. στον δημοσίου δικαίου, νέο ασφαλιστικό φορέα Ε.Τ.Α.Τ. δεν επεκτείνεται στη διάλυση του παλαιού φορέα, ο οποίος διατηρεί ακέραιη την περιουσία του και τους ασφαλισμένους του και εξακολουθεί να διέπεται από τις ρυθμίσεις του Καταστατικού του και της από ...-1981 Σύμβασης ως προς την εφάπαξ παροχή στα μέλη του.
Επιπλέον, σε σχέση με το συνταξιοδοτικό σκέλος, ο νομοθέτης με το άρθρο 10 Ν. 3620/2007 δεν καταργεί εντελώς και χωρίς κανένα οικονομικό αντιστάθμισμα την επίμαχη Σύμβαση, αλλά απλώς αλλοιώνει το περιεχόμενό της, θέτοντας στη θέση της αποσβεσθείσας υποχρέωσης της εναγόμενης τράπεζας προς κάλυψη εις το διηνεκές της διαφοράς μεταξύ των παροχών του Ε.Τ.Α.Τ.
και των παροχών του Καταστατικού του Τ.Α.Π.Τ.Π. , την οποία θεσπίζει ο όρος V.1. και V.2. της Σύμβασης, την υποχρέωσή της να καταβάλει προς το Ε.Τ.Α.Τ. ως χρηματοδότησή του το βάσει ειδικής μελέτης προσδιορισθέν ποσό των 672.806.700 Ευρώ, συνάμα δε μεταφέροντας τους ασφαλισμένους συνταξιούχους του Τ.Α.Π.Τ.Π. από τον επισφαλούς βιωσιμότητας ιδιωτικό αυτόν ειδικό λογαριασμό στο αυξημένης εγγυητικής λειτουργίας, ως ΝΠΔΔ, Ε.Τ.Α.Τ.
Υπό την έννοια αυτή, η ρυθμιστική επέμβαση στο περιεχόμενο της από ...-1981 Σύμβασης είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σοβαρού σκοπού δημόσιου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και δεν είναι δυσανάλογη, σε σχέση προς αυτόν. Ως εκ τούτου, ο εισαγόμενος με την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση περιορισμός στη συνταγματικά προστατευόμενη συμβατική και οικονομική ελευθερία των συμβαλλόμενων στην επίμαχη Σύμβαση δεν θίγει τελικά τον πυρήνα της ελευθερίας αυτής, ούτε προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 εδαφ.
γ' Συντάγματος), ώστε τελικά να παρίσταται από τη σκοπιά του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος θεμιτός. Ενόψει δε των προαναφερόμενων σοβαρών σκοπών γενικότερου κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, η αλλοίωση του περιεχομένου της σύμβασης και η απόσβεση των ενοχικών υποχρεώσεων της εναγομένης δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (...) απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αγωγικών ισχυρισμών.
Ζήτημα δε αντίθεσης της νομοθετικής αυτής ρύθμισης προς το δικαίωμα στην παροχή προστασίας από τα δικαστήρια και συναφώς προς την υπερνομοθετική αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρ. 6 Π.Π.Π. της ΕΣΔΑ) προφανώς δεν τίθεται, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζονται οι καλούντες - ενάγοντες , αφού η επίμαχη νομοθετική επέμβαση συντελείται στο πεδίο του περιεχομένου της Σύμβασης και των απορρέοντων εξ αυτής -ουσιαστικού δικαίου- δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (...).
Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, δεδομένης της συνταγματικώς θεμιτής αλλοίωσης του περιεχομένου της επίδικης Σύμβασης με την εκτεθείσα νομοθετική ρύθμιση, που επέφερε την απόσβεση της συμβατικής υποχρέωσης της εναγόμενης τράπεζας προς κάλυψη εις το διηνεκές της "διαφοράς" μεταξύ των παροχών του Ε.Τ.Α.Τ.
και των παροχών του Καταστατικού και του Κανονισμού παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. και τον αυτοδίκαιο μετασχηματισμό της υποχρέωσης αυτής στην εκ του νόμου υποχρέωση χρηματοδότησης του νέου φορέα επικουρικής ασφάλισης, τα μέλη του Τ.Α.Π.Τ.Π. , στα οποία περιλαμβάνονται και οι λοιποί καλούντες- ενάγοντες, δεν θεμελιώνουν εκ της Σύμβασης δικαίωμα να απαιτήσουν τη "διαφορά" μεταξύ των παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π.
και αυτών του Ε.Τ.Α.Τ. Οι δε σχετικές αγωγικές αξιώσεις προσκρούουν σε απαγορευτικές διατάξεις νόμων, οι οποίες υπερισχύουν των καταστατικών διατάξεων του Τ.Α.Π.Τ.Π. και των όρων της από ...-1981 Σύμβασης (άρθρ. 174 ΑΚ).". Η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε περαιτέρω επικουρικά και τα εξής : "Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν -παρά τα όσα έγιναν παραπάνω δεκτά- θεωρηθεί ότι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 Ν. 3620/2007 δεν επέδρασε στο περιεχόμενο της Σύμβασης, διατηρώντας αναλλοίωτο τον ειδικότερο όρο V2 § 2.
αυτής, με τον οποίο η εναγόμενη τράπεζα είχε αναλάβει την υποχρέωση της εις το διηνεκές κάλυψης της "διαφοράς" μεταξύ της καθοριζόμενης από τον ενιαίο φορέα ασφάλισης μηνιαίας σύνταξης και της καθοριζόμενης από το Καταστατικό και τον Κανονισμό Συντάξεων και Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π., και πάλι στην προκειμένη περίπτωση οι λοιποί καλούντες- ενάγοντες δεν θεμελιώνουν εκ της Σύμβασης δικαίωμα να αξιώσουν τις επικαλούμενες διαφορές μεταξύ των παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π.
και αυτών του Ε.Τ.Α.Τ.. Ειδικότερα, με βάση τη επίδικη Σύμβαση η εναγόμενη τράπεζα δεν υποσχέθηκε να καλύπτει συγκεκριμένα ποσά, αλλά τον προβλεπόμενο στον Κανονισμό Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. τρόπο υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης των μελών του (βλ. άρθρ. 29 του Καταστατικού και Κανονισμού Συντάξεων και όρους ν.1 και V.2 της Σύμβασης).
Ωστόσο ο ίδιος ο Κανονισμός Παροχών εφαρμόζεται από τον Ε.Τ.Α.Τ.. Ο υπολογισμός της σύνταξης του Ε.Τ.Α.Τ. γίνεται με βάση τα προβλεπόμενα από το Καταστατικό και τον Κανονισμό Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. , με βάση δηλαδή τις συντάξιμες αποδοχές, τις εισφορές και γενικότερα τον τρόπο υπολογισμού που προέβλεπαν το Καταστατικό και ο Κανονισμός Παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π. (βλ.
άρθρ. 61 και 62 Ν. 3371/2005 και άρθρ. 3 Π.Δ. 2009/2006). Βέβαια, από το έτος 2011 και με μια σειρά νομοθετικών διατάξεων "μνημονιακών" νόμων επήλθε μείωση των συντάξεων που χορηγεί το Ε.Τ.Α.Τ.. Ειδικότερα, με το άρθρο 44 παρ. 10-13 Ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" θεσπίστηκε ότι η χορηγούμενη επικουρική σύνταξη υπόκειται σε παρακράτηση λόγω Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, εφόσον υπερβαίνει το ποσό των 300 Ευρώ, ποσοστού κυμαινόμενου από 3% μέχρι και 10%.
Επίσης, βάσει του Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" α) οι συνταξιούχοι του Ε.Τ.Α.Τ. που λαμβάνουν μόνο επικουρική σύνταξη από αυτό, από 01-11-2011 και εφεξής το ποσό της μηνιαίας σύνταξής τους μειώνεται κατά ποσοστό 15%, β) για την κατηγορία των συνταξιούχων προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΑΜ και ΕΤΕΑΜ, το 50% του συνολικού ακαθάριστου ποσού μηνιαίας σύνταξής τους υπόκειται στην παρακράτηση Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς του άρθρου 44 παρ. 11 Ν. 3968/2011 και τις μειώσεις 20% και 40% που αφορούν τις κύριες συντάξεις (άρθρ. 2 παρ. 1, 2), ενώ το υπόλοιπο 50% υπόκειται στην παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης (παρ. 4).
Για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων το 50% της συνολικής σύνταξης που καταβάλλεται στη συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων θεωρείται κύρια σύνταξη και το 50% θεωρείται επικουρική σύνταξη. Ακόμη, βάσει των άρθρων 6 παρ. 1, 2 Ν. 4051/2012 "Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012", θεσπίζεται η μείωση των επικουρικών συντάξεων κατά κυμαινόμενο ποσοστό 10, 15 και 20% προς αναλογία με το καταβαλλόμενο ποσό επικουρικής σύνταξης.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου Μνημονίου και του πρώτου Μεσοπροθέσμου Πλαισίου, και συνιστούν μέτρα άμεσης απόδοσης για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση όλως εξαιρετικών περιστάσεων, ήτοι του άμεσου κινδύνου κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας, και επιβαλλόμενες, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης, δεν παραβιάζουν τις διατάξεις του Συντάγματος.
Όμως, οι επελθούσες δυνάμει των προαναφερόμενων "μνημονιακών" νόμων 3968/2011, 4024/2011 και 4051/2012 μειώσεις στις συντάξεις των συνταξιούχων -μελών του Τ.Α.Π.Τ.Π., την κάλυψη των οποίων ζητούν οι λοιποί καλούντες-ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της επίδικης Σύμβασης και ιδίως του όρου V.2 παρ. 2 αυτής, ο οποίος καθιερώνει την υποχρέωση κάλυψης της "διαφοράς" μεταξύ των παροχών του ενιαίου ασφαλιστικού φορέα και των παροχών του Τ.Α.Π.Τ.Π., σε περίπτωση υποχρεωτικής υπαγωγής των μελών του Ταμείου σε ενιαίο φορέα επικουρικής ασφάλισης.
Και τούτο, διότι ο επίμαχος όρος της Σύμβασης θα είχε νόημα και θα έβρισκε πεδίο εφαρμογής, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ενιαίος φορέας ασφάλισης θα είχε δικό του Κανονισμό παροχών και Συντάξεων, βάσει του οποίου θα καθοριζόταν η μηνιαία σύνταξη, το ποσό της οποίας υπολειπόταν του καθοριζόμενου βάσει του Κανονισμού Παροχών και Συντάξεων του Τ.Α.Π.Τ.Π..
Ωστόσο, εν προκειμένω το Ε.Τ.Α.Τ. στερείται ιδίου Κανονισμού συντάξεων και παροχών, οι δε καταβαλλόμενες από αυτό μηνιαίες συντάξεις (εξακολουθούν να) προσδιορίζονται βάσει του Κανονισμού Παροχών και Συντάξεων του Τ.Α.Π.Τ.Π. , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 και 62 Ν. 3371/2005, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα "διαφοράς" κατά την έννοια του ανωτέρω συμβατικού όρου.
Οι περικοπές με τους παραπάνω "μνημονιακούς" νόμους στις μηνιαίες συντάξεις, που καταβάλλει το Ε.Τ.Α.Τ., συνιστούν απόρροια εξωγενούς επέμβασης του νομοθέτη, που επιφέρει μείωση στο ύψος των καθαρών ασφαλιστικών απολαβών των μελών του Τ.Α.Π.Τ.Π., χάριν της επιδίωξης σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Δεν προέρχονται από τις ρυθμίσεις του άρθρ. 10 Ν. 3620/2007, ούτε οφείλονται στην υποχρεωτική υπαγωγή των συνταξιούχων του Τ.Α.Π.Τ.Π.
στο Ε.Τ.Α.Τ. και στη χορήγηση Μηνιαίας σύνταξης μικρότερης αξίας από την καθοριζόμενη βάσει του Κανονισμού Παροχών και Συντάξεων του Τ.Α.Π.Τ.Π.. Αντίθετα, οφείλονται στις μεταγενέστερες της υποχρεωτικής υπαγωγής των συνταξιούχων του Τ.Α.Π.Τ.Π. στο Ε.Τ.Α.Τ. και ανεξάρτητες του γεγονότος αυτού νομοθετικές μεταβολές, στο πλαίσιο των "μνημονιακών" δεσμεύσεων της Χώρας και του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας και προς τον σκοπό της αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης που πλήττει τη Χώρα.
Ως εκ τούτου, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση "διαφορά" που ανέκυψε συνεπεία της υπαγωγής των ασφαλισμένων αυτών στο Ε.Τ.Α.Τ., περίπτωση στην οποία αποκλειστικά αναφέρεται η περιεχόμενη στον ως άνω όρο ν.2 § 2 της Σύμβασης ρύθμιση, αλλά μειώσεις που επιβλήθηκαν ως δημοσιονομικά βάρη χάριν του δημόσιου συμφέροντος, με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.
Πρόκειται δε για βάρη που απευθύνονται όχι μόνο στα μέλη του Τ.Α.Π.Τ.Π., μεταξύ δε αυτών και στους καλούντες-ενάγοντες, αλλά σε όλους τους συνταξιούχους της Χώρας. Υπό την έννοια αυτή, η επέμβαση του νομοθέτη, που επιφέρει μείωση των καθαρών απολαβών των μελών του Τ.Α.Π.Τ.Π., χάριν της επιδίωξης σκοπών δημόσιου συμφέροντος αποτελεί έναν κίνδυνο, ο οποίος κείται εκτός των σκοπών των συμβαλλομένων και πέραν του πεδίου εφαρμογής της από ...-1981 Σύμβασης.
Αντίθετα, η Σύμβαση αυτή κάλυπτε κινδύνους σχετιζόμενους με την εμφάνιση οικονομικών προβλημάτων στο Τ.Α.Π.Τ.Π. και την ένταξή του σε άλλον φορέα επικουρικής ασφάλισης και όχι με την έκρηξη της βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης του Ελληνικού Δημοσίου και τη λήψη έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων από την Πολιτεία σε βάρος των συνταξιούχων Ελλήνων πολιτών (...).
Σημειώνεται δε ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα δεν προστατεύεται ως δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ποσού, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών (...), ούτε προστατεύεται η προσδοκία για τη χορήγηση μελλοντικών αυξήσεων στις ήδη καταβαλλόμενες παροχές (...).
Άλλωστε, και υπό την εκδοχή ότι δεν υπήρχε υποχρεωτική υπαγωγή των μελών του Τ.Α.Π.Τ.Π. στο Ε.Τ.Α.Τ. και τις επικουρικές συντάξεις χορηγούσε ακόμη και σήμερα το Τ.Α.Π.Τ.Π. , τα μέλη του θα ελάμβαναν, ύστερα από τη θέσπιση των εισφορών και κρατήσεων των Ν. 3968/2011, Ν. 4024/2011 και Ν. 4051/2012, τα ίδια τελικώς ποσά, χωρίς να μπορεί να τεθεί ζήτημα εφαρμογής του όρου V. 2.
παρ. 2 της Σύμβασης. Τούτο, διότι σε περίπτωση μεταγενέστερης από τη Σύμβαση κανονιστικής ρύθμισης, όπως εν προκειμένω των περικοπών που επιβλήθηκαν στις συντάξεις με τους Νόμους 3968/2011, 4024/2011 και 4051/2012, η ισχύς του προσαρτώμενου σε αυτήν Κανονισμού Παροχών αυτονόητα υποχωρεί. Επομένως, το Τ.Α.Π.Τ.Π. δεν θα είχε την υποχρέωση καταβολής προς τα μέλη του των συντάξεων χωρίς τις προαναφερόμενες περικοπές, αφού τούτο θα ευρίσκετο σε αντίθεση με διατάξεις νόμων αναγκαστικού χαρακτήρα που υπερισχύουν των καταστατικών διατάξεων.
Πολύ περισσότερο δεν υποχρεούται η εναγόμενη τράπεζα σε παροχή, την οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν θα όφειλε προς τα μέλη του ούτε το ίδιο το Τ.Α.Π.Τ.Π, (...), αφού με την επίδικη Σύμβαση η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις ίδιες ακριβώς παροχές, τις οποίες το Τ.Α.Π.Τ.Π. οφείλει στα μέλη του με βάση τον Κανονισμό Παροχών του, δηλαδή καθ' ο μέτρο και ύψος και με τις ίδιες προϋποθέσεις υπό τις οποίες οφείλει το Ταμείο τις παροχές αυτές, μη αναλαμβάνοντας ευρύτερης έκτασης υποχρεώσεις.
Επομένως, και υπό την εκδοχή αυτή, ο επίμαχος όρος V.2 παρ. 2 της Σύμβασης, στον οποίο οι λοιποί καλούντες-ενάγοντες (2ος μέχρι και 6ος) θεμελιώνουν τις αξιώσεις τους, στερείται στην προκειμένη περίπτωση αντικειμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και ως προς τους λοιπούς καλούντες-ενάγοντες (2° μέχρι και 6°).
Ενόψει της απόρριψης της αγωγής ως προς όλους τους καλούντες- ενάγοντες - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση, τυγχάνει απορριπτέα και η πρόσθετη υπέρ των τελευταίων παρέμβαση, λόγω του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα (...)". 3.α. Το άρθρο 10 του ν. 3620/2007 ορίζει ότι: "1. Από 1.1.2008 οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως υπάγονται υποχρεωτικά στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων ("Ε.Τ.Α.Τ." ).
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178/Α`) και οι διατάξεις του π.δ. 209/2006 (ΦΕΚ 209/Α`). Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του καταστατικού και κανονισμού συντάξεων και παροχών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως εφάπαξ παροχή εξακολουθεί να καταβάλλεται από το Ταμείο αυτό, το οποίο δεν διαλύεται ούτε θίγεται η περιουσία του. 2.
Η οικονομική επιβάρυνση του "Ε.Τ.Α.Τ." από την εφαρμογή των διατάξεων των πρώτου και δεύτερου εδαφίων της προηγούμενης παραγράφου καλύπτεται: α. με την καταβολή των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του καταστατικού και κανονισμού συντάξεων και παροχών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως οικονομικούς πόρους, στους οποίους περιλαμβάνεται εισφορά ασφαλισμένου ύψους 3,5% και ισόποση εισφορά εργοδότη και β.
με την καταβολή από την ALPHA BANK A.E. ποσού πεντακοσίων σαράντα τριών εκατομμυρίων (543.000.000) Ευρώ. Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε δέκα (10) ετήσιες ισόποσες δόσεις αποδιδόμενες εντός του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από το έτος 2008 και το ποσό της κάθε δόσης ορίζεται σε εξήντα επτά εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα χιλιάδες εξακόσια εβδομήντα (67.280.670) Ευρώ. 3.
Με τα παραπάνω ποσά εισφορών και οικονομικών επιβαρύνσεων προς το "Ε.Τ.Α.Τ." εξαντλείται η υποχρέωση της ALPHA BANK A.E. για κάλυψη επιπλέον εισφορών ή παροχών προς το "Ε.Τ.Α.Τ." που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις". Το άρθρο 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005, Υπαγωγή στο "Ε.Τ.Α.Τ.", ορίζει ότι "Εάν δεν αποφασισθεί η διάλυση των επικουρικών ταμείων ή των κλάδων σύνταξης των ανωτέρω ταμείων ή ενώσεων προσώπων ή ειδικών λογαριασμών με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και προκύψουν δικαστικές αντιδικίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων στο πλαίσιο των ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν καταρτίσει, το "Ε.Τ.Α.Τ.", με αίτημα του αρμόδιου οργάνου του εργοδότη ή των εργαζομένων ή του ταμείου, που υποβάλλεται στο Διοικητικό του Συμβούλιο μέσα σε έναν μήνα από την έναρξη των δικαστικών διενέξεων, αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση και διαχείριση των κάθε φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των οικείων επικουρικών ταμείων που αφορούν ασφαλιστικά ή συνταξιοδοτικά τους ζητήματα, όπως είσπραξη εισφορών ή απονομή και καταβολή συντάξεων.
Σε καμία περίπτωση στο "Ε.Τ.Α.Τ." δεν ανατίθενται θέματα σχετικά με δικαστικές αντιδικίες, που προκύπτουν μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων στο πλαίσιο των ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν καταρτίσει. Στην περίπτωση αυτή το ταμείο δεν διαλύεται ούτε θίγεται η περιουσία του. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει προς το "Ε.Τ.Α.Τ." το ποσό δαπάνης που του αναλογεί.
Το ποσό της δαπάνης προσδιορίζεται μετά από ειδική οικονομική μελέτη, η οποία ανατίθεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εκπονείται μέσα σε έναν μήνα από την ανάθεσή της. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης (Σ.Κ.Α.), καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις διαχείρισης και διεκπεραίωσης των θεμάτων, ο τρόπος κατανομής χρονικά του ποσού της δαπάνης που θα καταβάλλει ο εργοδότης και κάθε θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.
Έως την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος η διαχείριση και η διεκπεραίωση των υποθέσεων ασφαλισμένων και συνταξιούχων, καθώς και η είσπραξη των εισφορών πραγματοποιούνται από το οικείο ταμείο ή ένωση προσώπων ή ειδικό λογαριασμό.". Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι μετά την υποχρεωτική από 1-1-2008 υπαγωγή των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων του "Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως" στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων ("Ε.Τ.Α.Τ.") έπαυσε πλέον η υποχρέωση του "Ταμείου" προς καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης σε αυτούς σύμφωνα με όσα προβλέπονταν από τον Κανονισμό παροχών του "Ταμείου", το οποίο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να καταβάλλει στους ασφαλισμένους του μόνο την εφάπαξ παροχή.
Η μηνιαία επικουρική σύνταξη από 1-1-2008 καταβάλλεται πλέον στους ασφαλισμένους και ήδη συνταξιούχους του "Τ.Α.Π.Τ.Π." από το "Ε.Τ.Α.Τ.". Για την αντιμετώπιση μάλιστα της επιβάρυνσης του "Ε.Τ.Α.Τ." από την ένταξη σε αυτό των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του "Τ.Α.Π.Τ.Π", οι οποίοι πλέον λαμβάνουν από το "Ε.Τ.Α.Τ." επικουρική σύνταξη σύμφωνα με τον κανονισμό παροχών του "Τ.Α.Π.Τ.Π" προβλέφθηκε η συνέχιση της καταβολής σε αυτό των προβλεπομένων από το Καταστατικό του "Ταμείου" εισφορών των εργαζομένων και του εργοδότη (τράπεζας) ύψους 3,5% επί των συντάξιμων αποδοχών και, επιπλέον, η καταβολή από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα προς το "Ε.Τ.Α.Τ." ποσού 543.000.000 ευρώ σε δέκα ετήσιες δόσεις των 67.280.670 ευρώ η καθεμία.
Το "Τ.Α.Π.Τ.Π." επομένως από 1-1-2008 έπαυσε να λειτουργεί ως φορέας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως πάντοτε θεωρείτο ως προς τη νομική φύση και λειτουργία του από τη νομοθεσία και τη νομολογία (ΟλΑΠ 9/2012), ως προς την παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους του (σχετ.
ΑΠ 1005/2023). Αντίθετα διατηρεί την ιδιότητά του αυτή, χωρίς να λυθεί ή να στερηθεί της περιουσίας του, μόνο ως προς την καταβολή της εφάπαξ παροχής. Επισημαίνεται ότι οι παροχές, τις οποίες κατέβαλλε το "Ταμείο" στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους με βάση τον κανονισμό παροχών και το καταστατικό του μετά την εφαρμογή των νόμων 1902/1990, 1976/1991 και 2084/1992 - με τους οποίους ο νομοθέτης επενέβη καθοριστικά στη λειτουργία και στα Καταστατικά των ταμείων αλληλοβοήθειας, όπως το "Τ.Α.Π.Τ.Π.", καθορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης των παροχών του "Ταμείου" προς τους ασφαλισμένους και επιβάλλοντας κανόνες υποχρεωτικής εφαρμογής για όλους τους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης - είχαν ήδη απωλέσει τον αμιγή δικαιοπρακτικό τους χαρακτήρα και αποτελούσαν πλέον ασφαλιστικές παροχές συνταξιοδοτικής φύσης που ρυθμίζονταν από το νόμο και εντάσσονταν στην επικουρική κοινωνική ασφάλιση.
Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 410 και 411 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση υπέρ τρίτου καταρτίζεται, όταν οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο έννομο αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, το οποίο δεν μετέσχε στη σύμβαση. Πρόκειται επομένως για τριμερή συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου υποσχεθείς είναι το πρόσωπο που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή προς τον τρίτο και δέκτης της υπόσχεσης είναι ο αντισυμβαλλόμενος του υποσχεθέντος.
Ο δέκτης της υπόσχεσης είναι το πρόσωπο που δέχεται την υπόσχεση για παροχή σε τρίτο και τρίτος είναι το πρόσωπο στο οποίο ο υποσχεθείς και ο δέκτης της υπόσχεσης συμφωνούν ότι θα γίνει η καταβολή της παροχής. Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με το δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δέκτη της υπόσχεσης χαρακτηρίζεται ως σχέση αξίας.
Οποιοδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου. Αν ο τρίτος που δεν συμβλήθηκε αποκτά σύμφωνα με τη σύμβαση άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.
Στην περίπτωση αυτή την καταβολή της παροχής προς τον τρίτο έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τον υποσχεθέντα τόσο ο τρίτος, όσο και ο δέκτης της υπόσχεσης. Αντίθετα μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου δημιουργείται, όταν την εκπλήρωση της συμφωνημένης παροχής προς τον τρίτο έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον υποσχεθέντα μόνον ο δέκτης της υπόσχεσης.
Ο τρίτος στην περίπτωση αυτή δεν αποκτά κανένα δικαίωμα κατά του υποσχεθέντος και συνεπώς δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις εναντίον του από τη σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΠ 880/2013). Το άρθρο 414 του ΑΚ ορίζει ότι "αυτός που υποσχέθηκε έχει δικαίωμα να αντιτάξει και απέναντι στον τρίτο ενστάσεις από τη σύμβαση".
Ο υποσχεθείς επομένως μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου ενστάσεις από τη σύμβαση, όπως την ένσταση ακυρότητας ή ακυρωσίας της σύμβασης, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, την ένσταση ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής η υπαναχωρήσεως του υποσχεθέντος κ.λπ. (ΑΠ 1005/2023). Κατά τη διάταξη, τέλος, του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, όπως και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες (ΟλΑΠ 5/2023).
Σύμφωνα περαιτέρω με το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και για το λόγο αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς.
Ο λόγος αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκε δεν ιδρύεται, όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, επειδή στην περίπτωση αυτή λείπει η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022). Στον πρώτο λόγο αναίρεσης και στο πρώτο σκέλος του τετάρτου προσθέτου λόγου της - οι οποίοι συμπληρώνονται - οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παράγραφοι 1, 2 και 3 του ν. 3620/2007 και 62 παράγραφος 6 ν. 3371/2005 σε συνδυασμό με αυτές των διατάξεων των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη αξίωσή τους για καταβολή της διαφοράς είχε χαρακτήρα σύνταξης, την οποία, αρχικά, κατέβαλλε το "Ταμείο" στους υπαλλήλους της "Τράπεζας" μετά τη συνταξιοδότησή τους σύμφωνα με το καταστατικό και τους κανονισμούς λειτουργίας του, αλλά μετά την υπαγωγή τους σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του ν. 3620/2007 στο "Ε.Τ.Α.Τ." και με την εκπλήρωση της υποχρέωσής της - σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του ίδιου νόμου για καταβολή ποσού 672.806.600 Ευρώ στον ενιαίο αυτό φορέα κοινωνικής ασφάλισης αλλοιώθηκε το περιεχόμενο της "Σύμβασης" και αποσβέσθηκαν όλες οι υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης - που αποτελεί διάδοχο της "Τράπεζας" - έναντί τους, μολονότι α) η "Τράπεζα" ενεχόταν έναντί τους προς καταβολή της επίδικης παροχής από τους όρους "V.1" και "V.2.2." της "Σύμβασης", οι οποίοι θεμελίωναν αυτοτελή συμβατική αξίωσή τους ως τρίτων έναντι της αναιρεσίβλητης ανεξάρτητη από την έννομη σχέση που τη συνέδεε με το "Ε.Τ.Α.Τ.", β) η ίδια διάταξη είχε προβλέψει μόνον την υποχρεωτική υπαγωγή και των ασφαλισμένων του "Ταμείου" στο "Ε.Τ.Α.Τ." και όχι την υπεισέλευση του "Ε.Τ.Α.Τ." στη θέση του "Ταμείου" και γ) με την ίδια διάταξη η "Τράπεζα" υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσόν των 672.806.600 Ευρώ στο "Ε.Τ.Α.Τ." για να αποσβεσθεί η εκ του νόμου υποχρέωσή της έναντι του ενιαίου αυτού φορέα κοινωνικής ασφάλισης και όχι η αυτοτελής υποχρέωση που είχε αναλάβει με τους συμβατικούς όρους που προαναφέρθηκαν να καταβάλλει σε αυτούς "στο διηνεκές" την επίδικη "διαφορά".
Οι αναιρεσείοντες προσθέτουν ότι για τους λόγους που προαναφέρθηκαν η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα υπήγαγε το περιεχόμενο της αγωγής της στο άρθρο 10 του ν. 3620/2007 με συνέπεια να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη με όμοιες παραδοχές.
Το Μονομελές Εφετείο με τις παραδοχές που διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παράγραφοι 1, 2 και 3 του ν. 3620/2007, 62 παράγραφος 6 του ν. 3371/2005, 361, 410 και 411 ΑΚ. Ειδικότερα σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή, όπως δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλομένη, η αναιρεσίβλητη "Τράπεζα" είχε αναλάβει με τη "Σύμβαση" την υποχρέωση να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών του "Ταμείου", τις οποίες το ταμείο αυτό επικουρικής ασφάλισης όφειλε κατά το καταστατικό και τον κανονισμό λειτουργίας του να καταβάλλει στα μέλη του, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση και προς τους αναιρεσείοντες, ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή αδυναμίας του ίδιου να εκπληρώνει τις χρηματικές του αυτές υποχρεώσεις έναντι των ασφαλισμένων του.
Η "Σύμβαση", ειδικότερα, είχε προβλέψει α) στον όρο V.1 ότι : [Η Τράπεζα] "αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του "Κανονισμού Παροχών" του ΤΑΜΕΙΟΥ (...) σε όφελος των εργαζομένων σ' αυτή και σε όφελός της και στην περίπτωση ακόμα διαλύσεως, συγχωνεύσεως, ενοποιήσεως του ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του", β) στον όρο V.2.1 ότι η Τράπεζα "(...) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλ[λ]ει η ίδια, μέσω του ΤΑΜΕΙΟΥ ή άλλου φορέα οποιοσδήποτε μορφής, κατά την κρίση της, με εγγύηση πάντα και ευθύνη της στους δικαιούχους του ΤΑΜΕΙΟΥ τις παροχές που προβλέπονται στον Κανονισμό Παροχών του (...) ανεξάρτητα από την ικανότητα ή δυνατότητα του ΤΑΜΕΙΟΥ ή άλλου κατά τα άνω φορέα, γιατί η έννοια της παρούσης συμβάσεως είναι ότι με την καταβολή του ανωτέρω ποσοστού" (εισφορά ποσοστού 3,5% επί των συνταξίμων αποδοχών που θα λάμβαναν οι ασφαλισμένοι), "τα μέλη του ΤΑΜΕΙΟΥ έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν τις παροχές του Κανονισμού Παροχών με τις προϋποθέσεις του Καταστατικού" και γ) στον όρο V.2.2 ότι "Σε περίπτωση που τα μέλη του ΤΑΜΕΙΟΥ [θα] υπαχθούν υποχρεωτικά σ[ε] ενιαίο φορέα επικουρικής ασφαλίσεως και υποχρεωθούν η Τράπεζα και τα μέλη του ΤΑΜΕΙΟΥ να καταβάλουν προς τον φορέα αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, οι ως άνω υποχρεώσεις της Τραπέζης θα περιορίζονται στην κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των παροχών του ενιαίου ασφαλιστικού φορέα, και των παροχών του ΤΑΜΕΙΟΥ, μειουμένων αναλόγως των εισφορών-παροχών της, προς το Ταμείο ή οποιοδήποτε άλλο φορέα, μέσω του οποίου θα καταβάλλει τις παροχές του ως άνω Κανονισμού και στην κάλυψη ολόκληρης της ασφαλιστικής εισφοράς των μελών του ΤΑΜΕΙΟΥ και του προσωπικού της γενικά, που θα καταβάλλει την εισφορά 3,50% και θα δικαιούται τις παροχές του Κανονισμού Παροχών, προς τον ενιαίο ασφαλιστικό οργανισμό επικουρικής ασφαλίσεως.".
Η "Τράπεζα" επομένως, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη "Σύμβαση" α) είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει στο "Ταμείο" οποιοδήποτε χρηματικό ποσόν για να καλύπτει πιθανά οικονομικά του ελλείμματα με σκοπό το αλληλοβοηθητικό αυτό σωματείο να μην εμποδίζεται από ενδεχόμενες ταμειακές του δυσχέρειες να καταβάλλει στα μέλη του τη μηνιαία επικουρική σύνταξη την οποία προέβλεπε ο κανονισμός παροχών του, ενώ τα μέλη του "Ταμείου" είχαν την υποχρέωση να καταβάλλουν σε αυτό μηνιαία εισφορά που ανερχόταν σε ποσοστό 3,50% επί των συνταξίμων αποδοχών τους οι οποίες προσδιορίζονταν σύμφωνα με το καταστατικό του, β) η "Τράπεζα", επιπλέον, είχε αναλάβει την ίδια υποχρέωση και στην περίπτωση που οι δικαιούχοι του "Ταμείου" θα υπάγονταν υποχρεωτικά σε άλλον, ενιαίο φορέα επικουρικής ασφάλισης, αλλά τότε θα κάλυπτε τη διαφορά μεταξύ των υπέρτερων παροχών που θα μπορούσαν να είχαν λάβει από το "Ταμείο" και αυτών που θα κατέβαλλε σε αυτούς ο ενιαίος αυτός ασφαλιστικός φορέας με ανάλογη μείωση των εισφορών της προς αυτόν.
Η "Τράπεζα" όμως δεν είχε την ίδια υποχρέωση και στην περίπτωση που ο νομοθέτης θα επέβαλε γενικές μειώσεις στις παροχές φορέων επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προς τους ασφαλισμένους τους και γ) η "Τράπεζα" περαιτέρω θα κατέβαλλε στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα ολόκληρη την ασφαλιστική εισφορά, πλέον του 3,50%, την οποία θα είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν σε αυτόν οι δικαιούχοι των παροχών του μετά την υπαγωγή τους στον ίδιο φορέα.
Περαιτέρω όμως οι παροχές αυτές, όπως με σαφήνεια είχε συμφωνηθεί και στη "Σύμβαση", είχαν πράγματι χαρακτήρα παροχών κοινωνικής ασφάλισης και, ειδικότερα, συνταξιοδοτικών παροχών, διότι το "Ταμείο" είχε συσταθεί ως ιδιωτικός φορέας επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, παρείχε - και μάλιστα υποχρεωτικά - πλήρη κοινωνική ασφάλιση στα ασφαλισμένα σε αυτό μέλη του και χορηγούσε στους δικαιούχους του παροχές οι οποίες προβλέπονταν σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του κανονισμού συντάξεων και παροχών του σε συνδυασμό με τις συναφείς ρυθμίσεις της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας.
Η "Τράπεζα" επομένως θα μπορούσε να παράσχει σύμφωνα με τους όρους " V.1" και " V.2" της "Σύμβασης" στους δικαιούχους του "Ταμείου" παροχές με όμοιο μόνον χαρακτήρα και οικονομική λειτουργία με αυτές που οι ασφαλισμένοι του "Ταμείου" θα λάμβαναν από αυτό (πρβλ. την ΑΠ 530/1997). Η "Τράπεζα" περαιτέρω ενεχόταν και προσωπικά έναντι των ασφαλισμένων του "Ταμείου", μόνο αν και στην έκταση που το "Ταμείο" είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλλει στους ασφαλισμένους και δικαιούχους του επικουρική σύνταξη (ΑΠ 1005/2023).
Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει με σαφήνεια από τον όρο "V.3." της "Σύμβασης" σύμφωνα με τον οποίο το "Ταμείο" δεν είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει τον κανονισμό παροχών του, αλλά και τη "Σύμβαση", χωρίς τη συγκατάθεση της "Τράπεζας", διότι μια τέτοια τροποποίηση θα μπορούσε ενδεχομένως να διευρύνει τα όρια της ευθύνης της προς τους δικαιούχους του "Ταμείου" (πρβλ.
το άρθρο 851 ΑΚ, ΟλΑΠ 10/1992). Η υποχρέωση επίσης της "Τράπεζας" να καλύπτει "στο διηνεκές" τα ελλείματα του "Ταμείου" τελούσε υπό τον όρο ότι η "Σύμβαση" θα ήταν οικονομικά επωφελής τόσο για την "Τράπεζα", όσο και για τους υπαλλήλους της μετά τη συνταξιοδότησή τους. Το "Ταμείο", ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παράγραφος 1 εδάφιο γ του ν. 3620/2007 έπαυσε από 1-1-2008 να χορηγεί επικουρική σύνταξη στους ασφαλισμένους του, την οποία έκτοτε καταβάλλει το "Ε.Τ.Α.Τ." σε αυτούς, και περιορίσθηκε στην καταβολή προς τους συνταξιούχους μόνον της εφάπαξ παροχής.
Η υποχρέωση εξάλλου της "Τράπεζας" να "καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών του Ταμείου (...)" τελούσε υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι του "Ταμείου" θα κατέβαλλαν σε αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές που τους βάρυναν κατά το νόμο για να έχουν στη συνέχεια δικαίωμα να λάβουν μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους επικουρική σύνταξη.
Οι δικαιούχοι όμως του "Ταμείου" μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3620/2007 απαλλάχθηκαν από την υποχρέωσή τους αυτή, διότι τόσο η εισφορά των ασφαλισμένων που ανερχόταν σε ποσοστό 3,50% επί των συνταξίμων αποδοχών τους, όσο και η ισόποση εργοδοτική εισφορά της "Τράπεζας" καταβάλλονται εφεξής στο "Ε.Τ.Α.Τ.". Η υποχρέωση επομένως της "Τράπεζας" έναντι του "Ταμείου" να καλύπτει οικονομικά του ελλείματα με σκοπό να μην εμποδίζεται από ταμειακή του δυσχέρεια να χορηγεί κανονικά την επικουρική σύνταξη στους ασφαλισμένους του - η οποία απέρρεε από τον όρο "V.1." της "Σύμβασης" - αντικαταστάθηκε με νομοθετική ρύθμιση με την υποχρέωσή της να καταβάλει στο "Ε.Τ.Α.Τ." συγκεκριμένο χρηματικό ποσόν για να διασφαλισθεί ότι ο ενιαίος αυτός φορέας επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης θα μπορεί να τηρεί τις νόμιμες υποχρεώσεις του για καταβολή επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους του "Ταμείου".
Οι ασφαλισμένοι μάλιστα και μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3620/2007 λαμβάνουν πλέον από το "Ε.Τ.Α.Τ." επικουρική σύνταξη σύμφωνα με τις προβλέψεις του καταστατικού και του κανονισμού παροχών του "Ταμείου" με συνέπεια να μην τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωσή τους μετά τη συνταξιοδότησή τους. Ο νομοθέτης επιπλέον με το άρθρο 10 παρ. 1 και 3 του ν. 3620/2007 θέλησε να περιορισθεί η "Τράπεζα" μόνον στην άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και να μην αναλαμβάνει και στο μέλλον ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης κινδύνους που απέρρεαν από τη "Σύμβαση" τόσο έναντι του "Ταμείου", όσο και έναντι των ασφαλισμένων σε αυτό.
Ο δικαιολογητικός λόγος της νομοθετικής αυτής ρύθμισης συνίσταται στο ότι στην περίπτωση κατά την οποία η "Τράπεζα" θα εξακολουθούσε να ενέχεται κατά τους όρους της "Σύμβασης" έναντι των ασφαλισμένων του "Ταμείου" σε καταβολή προς αυτούς παροχών που προβλέπονταν από τον κανονισμό του, θα ήταν υποχρεωμένη - σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα - ως πιστωτικό ίδρυμα του ν. 2076/1992 να αναγράφει στους ισολογισμούς της τις συγκεκριμένες δαπάνες ως υποχρεώσεις της προς οποιοδήποτε φορέα ιδιωτικής ασφάλισης με συνέπεια να εμφανίζει μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (ΟλΑΠ 9/2012).
Η αλλοίωση επομένως που επήλθε με τη νομοθετική ρύθμιση που προαναφέρθηκε στη "Σύμβαση" και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη εκπλήρωσε την υποχρέωση της έναντι του "Ε.Τ.Α.Τ." - σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 και 3 του ν. 3620/2007 - κατήργησε και την αυτοτελή ενοχική της υποχρέωση έναντι των δικαιούχων του "Ταμείου", η οποία θεμελιωνόταν στους όρους "V.1." "V.2." της Σύμβασης (ΑΠ 1005/2023), διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν πλέον οι προϋποθέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ευθύνη της έναντι των ασφαλισμένων στο "Ταμείο".
Τα άρθρα εξάλλου 10 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 3620/2007 και 62 παράγραφοι 1, 2 και 6 του ν. 3371/2005 αφορούν προφανώς στη "Σύμβαση", επειδή αναφέρονται ρητά στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους του "Ταμείου" και ρυθμίζουν κοινωνικοασφαλιστικά ζητήματα, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο και της "Σύμβασης".
Οι ίδιες διατάξεις περαιτέρω συνέχονται και τελούν σε συστηματική ενότητα με άλλα νομοθετήματα, όπως είναι οι ν. 3522/2006 (άρθρο 38 παρ. 2), 3455/2006 (άρθρο 26 παρ. 1), 3863/2010, Ν. 4024/2011, Ν. 4051/2012, με τους οποίους ο Έλληνας νομοθέτης θέλησε να εξυγιάνει το καθεστώς της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης. Το "Ε.Τ.Α.Τ." περαιτέρω πράγματι υπεισήλθε στην προκειμένη περίπτωση στη θέση του "Ταμείου" και ανέλαβε επομένως την υποχρέωση να καταβάλλει μηνιαίως επικουρικές συνταξιοδοτικές παροχές στους δικαιούχους του, διότι το "Ταμείο" έπαυσε γενικά να καταβάλλει επικουρικές συντάξεις.
Οι αντίθετοι επομένως ισχυρισμοί που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθούν. Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 410, 411 ΑΚ, 62 παρ. 6 του ν. 3371/2005 και 10 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3620/2007 και επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης στο μέτρο που επιχειρούνται να θεμελιωθούν στο άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχει ελάσσονα πρόταση στο δικανικό της συλλογισμό με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση να μην μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ. 3.β.
Στο δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 410, 411 ΑΚ, 10 παράγραφοι 1, 2 και 3 του ν. 3620/2007 και 62 παράγραφος 6 ν. 3371/2005 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η επίδικη αξίωσή τους ως τρίτων κατά της αναιρεσίβλητης δεν απέρρεε από τους όρους "V.1" και " V.2.2." της "Σύμβασης", αλλά ότι επρόκειτο για τη συνταξιοδοτική παροχή την οποία κατέβαλλε το "Ταμείο" στους δικαιούχους του και ότι συνεπώς μετά την έναρξη της ισχύος του άρθρου 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 η αναιρεσίβλητη δεν είχε πλέον υποχρέωση να συνεχίζει την καταβολή τους, χωρίς όμως διαλαμβάνει παραδοχές για τον τρόπο με τον οποίο η κατάργηση του συνταξιοδοτικού σκέλους του "Ταμείου" επέφερε και την κατάργηση της συμβατικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει η αναιρεσίβλητη έναντί τους.
Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την από 18-7-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 74334/5073/2018 έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμό 134/24-1-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η από 30-3-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67443-1399/3-4-2012 αγωγή ήταν μη νόμιμη, όπως είχε δεχθεί και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση δεν περιέχει ελάσσονα πρόταση στο δικανικό της συλλογισμό με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και στο υπό στοιχείο "3.α" της παρούσας, να μην μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3.γ. Η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας αποτελεί εκδήλωση του δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και για συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), η οποία συνιστά ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας, επιβάλλει την υποχρέωση για πιστή τήρηση των υπεσχημένων ("pacta sunt servanda").
Η υποχρέωση αυτή προστατεύει τη δικαιολογημένη προσδοκία των συμβαλλομένων να εξελιχθεί ομαλά η σύμβαση που κατάρτισαν. Η υποχρέωση για πιστή τήρηση των συμφωνημένων δεσμεύει κατ' αρχήν και το κράτος. Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει σε υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις, διότι μια τέτοια επέμβαση θα αναιρούσε το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας, το οποίο επίσης προστατεύεται από το Σύνταγμα.
Η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, ωστόσο, μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τα άρθρα 5 παράγραφος 1 και 106 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Ο νομοθέτης, συγκεκριμένα, μπορεί να περιορίσει τη συμβατική ελευθερία, όταν η άσκησή της προσβάλλει δικαιώματα άλλων, παραβιάζει το Σύνταγμα, προσβάλλει τα χρηστά ήθη ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (πρβλ.
ΟλΑΠ 33/2002). Η επέμβαση αυτή του νομοθέτη δικαιολογείται μόνον αν αποτελεί εξαιρετικό μέτρο (ΟλΣτΕ 1508/2014), το οποίο, ειδικότερα, πρέπει α) να είναι σύμφωνο με την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, β) να μην αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και γ) να μην αναιρεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων στη σταθερότητα των εννόμων σχέσεών τους.
Το ίδιο μέτρο, επίσης, πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς και όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος οι οποίοι καθιστούν επιτρεπτή την επέμβαση του νομοθέτη σε υφιστάμενες συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, η οποία είτε αλλοιώνει το περιεχόμενό τους, είτε επιφέρει την κατάργησή τους (άρθρα 25 παράγραφος 1 εδάφιο δ του Συντάγματος, ΟλΑΠ 5/2014).
Ειδικότερα: Η αρχή της αναλογικότητας - η οποία έχει σκοπό να αποτρέψει υπέρμετρα δυσμενείς συνέπειες από την επέμβαση του νομοθέτη σε εκκρεμείς συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου - επιβάλλει το εξαιρετικό αυτό νομοθετικό μέτρο να είναι α) πρόσφορο, δηλαδή, κατάλληλο να προστατεύσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον, β) αναγκαίο, δηλαδή, να επιλέγεται μόνον αν είναι το λιγότερο επαχθές από άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση για να υπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό και γ) stricto sensu αναλογικό, δηλαδή, να επιφέρει ωφέλεια μεγαλύτερη από τη βλάβη που αναπόφευκτα θα προκληθεί στα έννομα συμφέροντα των συμβαλλομένων από την επέμβαση του νομοθέτη σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου.
Η επέμβαση αυτή δικαιολογείται και στην περίπτωση που συντρέχουν λόγοι δημοσίου οικονομικού συμφέροντος, διότι η κοινωνική πρόοδος και η ευημερία των πολιτών ενός κράτους εξαρτάται και από την κατάσταση της οικονομίας του (πρβλ. ΑΕΔ 25/2012, ΑΠ 594/2021). Ο νομοθέτης, δηλαδή, μπορεί να περιορίσει για τους ίδιους λόγους τη συμβατική ελευθερία και να αλλοιώσει ή να καταργήσει και συμβατικές ενοχές που ρυθμίζουν ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, όταν όμως με το νομοθετικό μέτρο εξασφαλίζονται τα δικαιώματα των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων.
Η επέμβαση μάλιστα αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 5 παράγραφος 1 και 106 του Συντάγματος (ΟλΣτΕ 2200/2010). Το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. περαιτέρω κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Το συνταξιοδοτικό δικαίωμα περιλαμβάνεται στην έννοια της "περιουσίας" κατά τη διάταξη αυτή, αλλά δεν προστατεύεται ως δικαίωμα σε απόληψη σύνταξης ορισμένου ποσού, το οποίο για το λόγο αυτό μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά (βλ.
ενδεικτικά την απόφαση του ΕΔΔΑ της 28-2-2023 Saarinen κατά Φινλανδίας). Στον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης και στο δεύτερο σκέλος του τετάρτου προσθέτου λόγου της - οι οποίοι συμπληρώνονται - ο αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφος 1, 25 παράγραφος 1, 106 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ("Ε.Σ.Δ.Α.") και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή δέχθηκε ότι η αλλοίωση που επέφερε το άρθρο 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 σε συνδυασμό με το άρθρο 62 παράγραφος 6 του ν. 3371/2005 στον όρο "V" της "Σύμβασης" - επί του οποίου θεμελίωναν τις ένδικες αξιώσεις τους κατά της αναιρεσίβλητης- δεν είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 5 παράγραφος 1, 25 παράγραφος 1, 106 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 2462/1997.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι δέχθηκε ότι η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης έναντί τους, η οποία απέρρεε από τον όρο "V.2." της "Σύμβασης" - σύμφωνα με τον οποίο "σε περίπτωση που τα μέλη του Ταμείου θα υπαχθούν υποχρεωτικά σε ενιαίο φορέα επικουρικής ασφάλισης και υποχρεωθούν η Τράπεζα και τα μέλη του Ταμείου να καταβάλουν προς το φορέα αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, οι ως άνω υποχρεώσεις της Τράπεζας [να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών του Ταμείου] θα περιορίζονται στην κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των παροχών του ενιαίου ασφαλιστικού φορέα, και των παροχών του Ταμείου (...)" - μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 και του άρθρου 62 παράγραφος 6 του ν. 3371/2005 είχε πλέον καταργηθεί με συνέπεια να μην μπορούν σήμερα να αξιώσουν από αυτή ως τρίτοι την επίδικη διαφορά μεταξύ των συνταξιοδοτικών παροχών που θα λάμβαναν κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως και 31-3-2012 από το "Ταμείο" και εκείνων που έλαβαν από το "Ε.Τ.Α.Τ." μετά την υπαγωγή τους σε αυτό, μολονότι οι διατάξεις των νόμων 3620/2007 και 3371/2005 που προαναφέρθηκαν - υπό την ερμηνευτική εκδοχή ότι κατήργησαν τη συμβατική υποχρέωση της "Τράπεζας" έναντί τους - είναι αντίθετες με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, όπως ειδικότερα αναφέρουν στο δικόγραφο των κυρίων και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής που παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες θεμελίωναν τις ένδικες αξιώσεις τους κατά της αναιρεσίβλητης τους στους όρους "V.1" και "V.2.2" της "Σύμβασης", όπως ακριβώς ανέφεραν στην αγωγή τους (βλ.
κυρίως την πρώτη σελίδα του 17ου φύλλου της στο τέλος), αλλά ότι μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 - οι οποίες εξειδικεύουν τις γενικές διατάξεις του ν. 3371/2005- και 62 παράγραφος 6 του ν. 3371/2005 είχε καταργηθεί όχι μόνον η υποχρέωση που είχε αναλάβει η "Τράπεζα" να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών του "Ταμείου", αλλά και η αυτοτελής, πρόσθετη, υποχρέωσή της - την οποία είχε αναλάβει με τους όρους "V.1" και "V.2.2" της "Σύμβασης" έναντι των ασφαλισμένων και δικαιούχων του "Ταμείου" - να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των παροχών που θα λάμβαναν από αυτό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως και 31-3-2012 και εκείνων που έλαβαν από το "Ε.Τ.Α.Τ." (βλ.
κυρίως τη δεύτερη σελίδα του δεκάτου πέμπτου και την πρώτη σελίδα του δεκάτου έκτου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης), διότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούσαν τη θέσπιση των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων και, συγκεκριμένα, α) η ανάγκη να εκσυγχρονισθούν οι συνθήκες της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας των υπαλλήλων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων με την επέκταση του δημοσίου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης σε όλο το προσωπικό τους, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 22 παράγραφος 5 του Συντάγματος, β) η απαίτηση να διασφαλισθούν διαχρονικά τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων σε αυτές, επειδή η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων είχε ήδη περιέλθει σε κίνδυνο γ) η επιταγή να εξαλειφθεί η ανισότητα μεταξύ των υπαλλήλων των τραπεζών τόσο μεταξύ τους, όσο και έναντι των λοιπών εργαζομένων και δ) η υποχρέωση να ενισχυθεί η κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ των υπαλλήλων των τραπεζών, ε)η απαίτηση να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών και στ) η ανάγκη να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος να μειωθεί η λογιστική επάρκεια κεφαλαίων της αναιρεσίβλητης από την υποχρεωτική εφαρμογή νέων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, όπως επέβαλε ο ν. 2076/1992, με προφανείς κινδύνους για την εθνική οικονομία (βλ.
την πρώτη σελίδα του δεκάτου ογδόου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης). Η αναιρεσιβαλλομένη περαιτέρω δέχθηκε ότι με την υπαγωγή των δικαιούχων του "Ταμείου" στον ενιαίο φορέα κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 δεν παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, επειδή η αναιρεσίβλητη υποχρεώθηκε να καταβάλει στο "Ε.Τ.Α.Τ." ποσό 672.806.700 Ευρώ ως αντιστάθμισμα για την απαλλαγή της από τη συμβατική υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι των δικαιούχων του "Ταμείου" με τους όρους "V.1" και "V.2.2." της "Σύμβασης", και την ανάληψη της υποχρέωσης από το "ΕΤΑΤ", όπως οι ασφαλισμένοι και δικαιούχοι του "Ταμείου" να λαμβάνουν πλέον επικουρική σύνταξη από το "Ε.Τ.Α.Τ.", ενώ οι δικαιούχοι του "Ταμείου" μετά την υπαγωγή τους στο νέο, ενιαίο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, έπαυσαν πλέον να υπέχουν έναντι του "Ταμείου", οποιαδήποτε ενοχική υποχρέωση για καταβολή εισφορών με σκοπό να λαμβάνουν στο μέλλον επικουρική σύνταξη από το "Ταμείο".
Η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, επίσης, α) ότι η επίδικη παροχή συνιστά επικουρική σύνταξη και ότι η "Τράπεζα" σύμφωνα με τον όρο "V.3.γ" ενεχόταν έναντι του "Ταμείου" μόνον στην έκταση που θα ενεχόταν και το ίδιο έναντί τους για παροχή συντάξεων, β) ότι η υποχρέωση αυτή του "Ταμείου" καταργήθηκε μετά την υπαγωγή των ασφαλισμένων και δικαιούχων των παροχών του στο "Ε.Τ.Α.Τ." σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 έως 3 του ν. 3620/2007 με συνέπεια τα μέλη του "Ταμείου" να μην έχουν πλέον νόμιμη αξίωση να λάβουν επικουρική σύνταξη από αυτό, αλλά μόνον από το "Ε.Τ.Α.Τ." και γ) ότι για το λόγο αυτό οι δικαιούχοι του "Ταμείου" δεν έχουν πλέον αξίωση και κατά της "Τράπεζας" για καταβολή οποιαδήποτε ποσού ως διαφορά στη σύνταξή τους, αλλά μόνον, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, κατά του ενιαίου φορέα κοινωνικής ασφάλισης.
Το "Ταμείο", όμως, όπως ορθά έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, αποτελεί φορέα ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης, ο οποίος μετά την έναρξη της ισχύος του άρθρου 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 δεν διαλύθηκε και εξακολουθεί να διατηρεί την περιουσία του. Οι διατάξεις αυτές περιόρισαν απλώς τη λειτουργία του στην καταβολή της εφάπαξ παροχής στους ασφαλισμένους του οι οποίοι, επειδή πλέον υπήχθησαν στο "Ε.Τ.Α.Τ.", θα λαμβάνουν την επικουρική τους σύνταξη από το δημόσιο αυτό ασφαλιστικό φορέα και μάλιστα σύμφωνα με όσα ορίζονται στο καταστατικό και στον κανονισμό παροχών του "Ταμείου".
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν κατήργησε το "Ταμείο", αλλά συνέστησε στην προκειμένη περίπτωση ένα νέο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα ακριβώς για να προστατεύσει τους εργαζομένους στις τράπεζες από τους κινδύνους που είναι συμφυείς με την άσκηση ασφαλιστικής λειτουργίας από ιδιωτικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι το "Ταμείο".
Οι διατάξεις επομένως που προαναφέρθηκαν δεν προσέβαλαν τον πυρήνα του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων και για το λόγο αυτό δεν είναι αντίθετες με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελεύθερη οικονομική ζωή της Χώρας. Με τις ίδιες ρυθμίσεις ο νομοθέτης διασφάλισε τα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα των υπαλλήλων των τραπεζών, διότι οι τράπεζες με την ανάληψη και τέτοιων συμβατικών υποχρεώσεων είχαν περιέλθει σε επισφαλή οικονομική κατάσταση με κίνδυνο να τίθενται σε άμεσο κίνδυνο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων σε αυτές.
Στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση η αναιρεσίβλητη υποχρεώθηκε με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν να καταβάλει ένα ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό ποσό στο "Ε.Τ.Α.Τ." ακριβώς για να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά η εύρυθμη οικονομική λειτουργία και του συγκεκριμένου νέου φορέα κοινωνικής ασφάλισης και να μην διακινδυνεύσει συνεπώς στο μέλλον το δικαίωμα των ασφαλισμένων του να λαμβάνουν επικουρική σύνταξη.
Οι διατάξεις συνεπώς που προαναφέρθηκαν δεν είναι αντίθετες και με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Οι ίδιες διατάξεις επιπλέον δεν αντίκεινται και στο άρθρο 106 του Συντάγματος, επειδή με τις ρυθμίσεις που εισήγαγαν διασφαλίσθηκε η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, έπαυσε να υφίσταται η ανασφάλεια δικαίου που είχε δημιουργηθεί από την πολυνομία που ρύθμιζε το κοινωνικοασφαλιστικό καθεστώς των τραπεζοϋπαλλήλων, η οποία θα μπορούσε να στηρίξει ακόμη και αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά μεταξύ των πιστωτικών αυτών ιδρυμάτων ως προς τα ζητήματα της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού τους και να λειτουργήσει έτσι σε βάρος της υποχρέωσης για ίση μεταχείριση των τραπεζοϋπαλλήλων τόσο μεταξύ τους, όσο σε σχέση και με άλλους εργαζομένους.
Οι ίδιες περαιτέρω διατάξεις διαφύλαξαν τις τράπεζες από τη μεγάλη οικονομική επιβάρυνση που επέφερε ο διττός τους ρόλος ως επιχειρηματία-εργοδότη και ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης (βλ. για τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν τις ΟλΑΠ 9/2012 και ΟλΣτΕ 3689/2015). Οι σύμφωνες με το Σύνταγμα επομένως διατάξεις των άρθρων 10 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 3620/2007 και 62 παράγραφος 6 του ν. 3371/2005, όπως δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλομένη, επέδρασαν ipso jure στη "Σύμβαση" και κατήργησαν όχι μόνον την υποχρέωση του "Ταμείου" να καταβάλλει επικουρικές συντάξεις στους δικαιούχους των παροχών του, αλλά και την υποχρέωση της "Τράπεζας" - την οποία είχε αναλάβει με τον όρο "V.2.2" της "Σύμβασης" - να καταβάλλει "στο διηνεκές" στους ασφαλισμένους του "Ταμείου" την επίδικη διαφορά, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της επικουρικής σύνταξης την οποία θα λαμβάνουν εφεξής από το "Ε.Τ.Α.Τ." και εκείνης που θα λάμβαναν από το "Ταμείο", διότι η υποχρέωση που είχε αναλάβει η "Τράπεζα" σύμφωνα με τον όρο "V.1" της "Σύμβασης" έναντι των ασφαλισμένων και δικαιούχων του "Ταμείου" να καταβάλλει η ίδια την επίδικη διαφορά είχε ρητά συνδεθεί με την ύπαρξη απαίτησής τους εναντίον του.
Η αξίωση επομένως των αναιρεσειόντων ως τρίτων έναντι της αναιρεσίβλητης καταργήθηκε, διότι η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στο "Ε.Τ.Α.Τ." συνολικό ποσό 672.280.670 Ευρώ, για να εξασφαλισθεί ότι ο νέος, δημόσιος, αυτός φορέας κοινωνικής ασφάλισης θα ήταν σε θέση να καταβάλλει στο μέλλον στους ασφαλισμένους του "Ταμείου" τις μηνιαίες επικουρικές συντάξεις που προβλέπονταν από τον κανονισμό παροχών του "Ταμείου" (άρθρα 61 και 62 του ν. 3371/2005 και 3 του π.δ. 209/2006).
Για το λόγο αυτό οι ασφαλισμένοι και δικαιούχοι του "Ταμείου" δεν μπορούν πλέον να προβάλλουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της, διότι εξέλιπαν οι προϋποθέσεις οι οποίες είχαν τεθεί από την ίδια την εγγυοδοτική σύμβαση για να ιδρυθεί ευθύνη της έναντι των μελών του "Ταμείου" και συνεπώς και των αναιρεσειόντων.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη στη "Σύμβαση" αποτελούσε πρόσφορο, αναγκαίο και εν στενή εννοία αναλογικό μέτρο για να προστατευθεί σοβαρό δημόσιο και, ειδικότερα, κοινωνικό συμφέρον με συνέπεια να μην παραβιασθεί η αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται από το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
Με την κρίση του επομένως αυτή το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφος 1, 25 παράγραφος 1, 106 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ("Ε.Σ.Δ.Α.") και το άρθρο 2 παράγραφος 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 2462/1997 και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχει ελάσσονα πρόταση στο δικανικό της συλλογισμό με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση να μην μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ. 3.δ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση (...) ουσιαστικού (...) δικαιώματος που ασκήθηκε (...) ως επιθετικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα (...) της αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Αντίθετα δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ (...) οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και (...) η αληθινή έννοια νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση ( ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2023).
Στον τέταρτο κύριο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 και 106 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ειδικότερα, ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το λόγο έφεσης που είχαν προβάλει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η εκκαλουμένη μετά από εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου είχε απορρίψει την αγωγή τους ως μη νόμιμη, μολονότι ο νόμος 3620/2007 δεν είχε καταργήσει την επίδικη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης έναντί τους, επειδή σε διαφορετική περίπτωση θα επρόκειτο για κρατική ενίσχυση αντίθετη προς τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αιτίαση όμως κατά της αναιρεσιβαλλομένης που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αλλά νομικό επιχείρημα με το οποίο επιχειρούν να θεμελιώνουν τη νομική τους θέση ότι ο ν. 3620/2007 δεν κατήργησε την επίδικη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης έναντί τους, διότι σε διαφορετική περίπτωση οι διατάξεις του εθνικού αυτού νόμου θα αποτελούσαν αντίθετη με το ενωσιακό δίκαιο κρατική ενίσχυση προς την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος επομένως αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.ε. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018).
Οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή, την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος.
Η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη που επικρατεί στις συναλλαγές και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το Δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, οι οποίες ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στην ερμηνεία της (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το Δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 252/2016). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσης, ανάγεται στην ουσία της διαφοράς και δεν ελέγχεται αναιρετικά ( άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1221/2021, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Όταν η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν συντρέχει λόγος προσφυγής στους κανόνες που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 1597/2017).
Στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή, μολονότι διέγνωσε έμμεσα ότι η Σύμβαση περιείχε όρους με αμφίβολη σημασία, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που προαναφέρθηκαν με αποτέλεσμα να δεχθεί α) ότι οι ένδικες αξιώσεις τους κατά της αναιρεσίβλητης δεν απέρρεαν από τον όρο "V" της "Σύμβασης", αλλά ότι επρόκειτο για παροχές τις οποίες θα κατέβαλλε το "Ταμείο" σε αυτούς και β) ότι συνεπώς μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων των άρθρων 10 παράγραφοι 1 έως 3 και 62 παράγραφος 1 του ν. 3371/2005 καταργήθηκε η συμβατική της αυτή υποχρέωση έναντί τους με συνέπεια να απορρίψει την έφεσή τους ως αβάσιμη, διότι η αγωγή τους ήταν μη νόμιμη, όπως είχε δεχθεί και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Οι αναιρεσείοντες προσθέτουν ότι, αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την έρευνα της βασιμότητας της έφεσής τους, είχε προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, θα είχε δεχθεί ότι ο όρος "V" της Σύμβασης, όπως αναφερόταν στην αγωγή τους, προέβλεπε ότι η ευθύνη της αναιρεσίβλητης έναντί τους ήταν αυτοτελής σε σχέση με την ενοχική της υποχρέωση έναντι του "Ταμείου" και ότι για το λόγο αυτό η αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης ήταν νόμιμη και ότι με το δεδομένο αυτό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θα είχε δεχθεί την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, θα είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη, θα δίκαζε επί της αγωγής, την οποία θα δεχόταν ως νόμιμη και βάσιμη και στην ουσία της.
Όπως όμως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Μονομελές Εφετείο δεν διέγνωσε αμφιβολία ως προς το αληθινό νόημα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των προσώπων που είχαν καταρτίσει την επίδικη "Σύμβαση", η οποία είχε αποτελέσει και την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής.
Αντίθετα η αναιρεσιβαλλομένη προσέδωσε το προσήκον νόημα στο περιεχόμενο της "Σύμβασης", όπως αυτή εκτίθετο στο δικόγραφο της αγωγής, την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως νόμω αβάσιμη για τους λόγους που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη. Το Μονομελές Εφετείο επομένως δεν απαιτείτο να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διαπιστώσει το αληθινό νόημα τόσο των επιδίκων όρων, όσο και της "Σύμβασης" στο σύνολό της και να την υπαγάγει στη συνέχεια σε συγκεκριμένο δικαιοπρακτικό τύπο.
Η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η "Σύμβαση" είναι σαφής και ως προς τους όρους "V.1" και "V.2" στους οποίους οι αναιρεσείοντες θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις εναντίον της (βλ. ιδίως την πρώτη σελίδα του δεκάτου εβδόμου φύλλου της στο τέλος). Η αναιρεσιβαλλομένη βέβαια αναφέρει ότι "(...) η θέση που καταλαμβάνουν τα Ταμεία Αλληλοβοήθειας στην Κοινωνική Ασφάλιση έχει τη νομική βαρύτητα ότι οι ρυθμίσεις των καταστατικών διατάξεών τους πρέπει να ερμηνεύονται κατά τους κανόνες και αρχές του εν γένει κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, ώστε και η απαραίτητη δογματική συνοχή να υφίσταται και η αποτελεσματικότητα του δικαίου να επιτυγχάνεται (...).".
Η αναφορά όμως αυτή - η οποία μάλιστα δεν αναφέρεται στην επίδικη Σύμβαση, αλλά γενικά σε καταστατικά ταμείων κοινωνικής ασφάλισης - αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου για να θεμελιώσει την κρίση του ότι η αναιρεσίβλητη μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων που προαναφέρθηκαν δεν ενεχόταν σε καταβολή οποιασδήποτε παροχής έναντί τους και όχι έμμεση διαπίστωση ότι η Σύμβαση περιείχε κενά ή ασάφειες ως προς το νόημα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των προσώπων που την είχαν καταρτίσει.
Το Μονομελές Εφετείο επομένως δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.στ.
Στο δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο με ασαφείς αιτιολογίες στην αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις τους κατά της αναιρεσίβλητης για καταβολή της διαφοράς μεταξύ του ποσού της σύνταξης που θα λάμβαναν από το "Ταμείο" και της μειωμένης που έλαβαν από το "Ε.Τ.Α.Τ." κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως και 31-3-2012 δεν ήταν κατά τη "Σύμβαση" αυτοτελείς και ανεξάρτητες και συνεπώς δεν έχουν αξίωση έναντί της, μολονότι η "Τράπεζα" είχε αναλάβει την υποχρέωση που προαναφέρθηκε ακόμη και σε περίπτωση διάλυσης του "Ταμείου" - οπότε δεν ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του κανονισμού παροχών του "Ταμείου" - με αποτέλεσμα η επίδικη "διαφορά" να μην αποτελεί παροχή κοινωνικοασφαλιστικού χαρακτήρα, όπως ήταν η μηνιαία επικουρική σύνταξη που λάμβαναν στο παρελθόν από το "Ταμείο", ώστε η "Τράπεζα" να απαλλάσσεται ενδεχομένως από την υποχρέωση καταβολής της, αλλά αμιγώς δικαιοπρακτική παροχή την οποία η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλλει σε αυτούς σε εκτέλεση των όρων "V.1." και "V.2." της "Σύμβασης".
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται στη συνέχεια ότι, αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την έρευνα της βασιμότητας της έφεσής τους είχε προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, θα είχε δεχθεί ότι ο όρος "V" της "Σύμβασης", όπως αναφερόταν στην αγωγή τους, θεμελίωνε αυτοτελή συμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης έναντί τους και ότι συνεπώς η υποχρέωσή της να καταβάλλει σε αυτούς και στο μέλλον την επίδικη διαφορά δεν είχε καταργηθεί μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων των άρθρων 10 παράγραφοι 1 έως 3 και 62 παράγραφος 1 του ν. 3371/2005, αλλά εξακολουθούσε να υφίσταται με συνέπεια η αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης να έπρεπε να είχε κριθεί νόμιμη και, επιπλέον, βάσιμη και στην ουσία της.
Το Μονομελές Εφετείο ωστόσο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την από 18-7-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 74334/5073/2018 έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμό 134/24-1-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αβάσιμη με την παραδοχή ότι η από 30-3-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67443-1399/3-4-2012 αγωγή ήταν μη νόμιμη, όπως είχε δεχθεί και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση δεν περιέχει ελάσσονα πρόταση στο δικανικό της συλλογισμό με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση - σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο υπό στοιχείο "3.α" της παρούσας - να μην μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.ζ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις έγκυρες ενοχικές σχέσεις και αφορά στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, όταν ο νόμος δεν προβλέπει άλλη προστασία τους ή όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να παρασχεθεί η ειδική αυτή προστασία.
Η αρχή αυτή λειτουργεί τόσο συμπληρωματικά, όσο και διορθωτικά στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μεταβλήθηκαν, επειδή συνέτρεξαν ειδικές περιστάσεις, οι συνθήκες για την εκπλήρωση είτε συμβατικών, είτε νόμιμων παροχών με τον τρόπο που είχε συμφωνηθεί. Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική, αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσης.
Η αρχή αυτή δίνει τη δυνατότητα στο δικαστή, όταν συντρέχουν ειδικές συνθήκες, να διευρύνει, να περιστείλει, να τροποποιήσει ή και να καταργήσει την ενοχή με την προϋπόθεση ότι αυτό ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 415/2004). Ο προσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο θα εκπληρωθεί η παροχή από το δικαστή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ γίνεται, μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος.
Ο προσδιορισμός μάλιστα αυτός πρέπει να γίνεται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές. Η αρχή της καλής πίστης δικαιολογεί παρέκκλιση από όσα συμφωνήθηκαν με τη σύμβαση, μόνον στην περίπτωση που η επαχθής πλέον για τον υπόχρεο συμβαλλόμενο παροχή δεν εμπίπτει στο συναλλακτικό κίνδυνο που είχε αναλάβει, όταν κατήρτισε τη σύμβαση, ή στον κίνδυνο τον οποίο πρέπει κατά το νόμο να φέρει.
Η εφαρμογή όμως της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ προϋποθέτει αυτονόητα ότι υπάρχει υποχρέωση προς εκπλήρωση παροχής η οποία μπορεί να απορρέει είτε από σύμβαση, είτε από το νόμο (πρβλ. την ΑΠ 930/2009).
Στον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1 και 21 παράγραφος 1 εδάφιο β του Συντάγματος - με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει επομένως να αναιρεθεί, επειδή δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων των άρθρων 10 παράγραφοι 1-3 του ν. 3620/2007 δεν ενεχόταν πλέον έναντί τους σύμφωνα με τους όρους "IV" και "V" της "Σύμβασης", η οποία ήταν αμφοτεροβαρής, μολονότι, όπως με σαφήνεια οριζόταν σε αυτούς, η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει την υποχρέωση να διασφαλίζει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών του "Ταμείου" και, επιπλέον, να καταβάλλει διαρκώς σε αυτούς μετά τη συνταξιοδότησή τους την επίδικη παροχή, διότι με τον τρόπο αυτό απέβλεπε τόσο στην προστασία των υπαλλήλων της και μετά τη λύση της εργασιακής τους σχέσης με αυτή, όσο και στη διασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής απόδοσής τους στην εργασία τους με σκοπό με τον τρόπο αυτό να εξασφαλισθούν και τα δικά της συμφέροντα.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ειδικότερα α) ότι η "Τράπεζα" με την επίδικη "Σύμβαση" επιδίωκε όχι μόνον να ικανοποιηθούν οι δικαιολογημένες προσδοκίες των υπαλλήλων της για αξιοπρεπή διαβίωση μετά τη συνταξιοδότησή τους, αλλά να προωθηθεί και το δικό της οικονομικό συμφέρον, διότι οι εργαζόμενοι σε αυτή με την προοπτική ότι θα λάμβαναν ικανοποιητική σύνταξη μετά τη συνταξιοδότησή τους θα καθίσταντο περισσότερο αποδοτικοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, β) ότι η "Τράπεζα" είχε αναλάβει υποχρεώσεις και έναντι των δικαιούχων του "Ταμείου", επειδή είχε συμφωνήσει ως αντάλλαγμα να κάνει χρήση και να εκμεταλλεύεται περιουσιακά στοιχεία του, γ) ότι συνεπώς η ικανοποίηση των αμοιβαίων αυτών οικονομικών αναγκών επέβαλε στην αναιρεσίβλητη την υποχρέωση να εξακολουθεί να τηρεί και στο μέλλον τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντί τους και να καταβάλλει σε αυτούς στο διηνεκές την επίδικη "διαφορά" με σκοπό να λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά ως επικουρική σύνταξη και να διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η ομαλή οικονομική και κοινωνική λειτουργία της "Σύμβασης", όπως επιβάλλεται από την αρχή της καλής πίστης η οποία διέπει όλες τις έννομες σχέσεις και, τέλος, ότι δ) η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αναιρεσίβλητη έχει αποδεσμευθεί από όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις έναντί τους παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 2 παράγραφος 1 και 21 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρεται, κατά το μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος, η οποία προβλέπει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, και στη διάταξη του άρθρου 21 παράγραφος 1 εδάφιο β του Συντάγματος - που αναφέρεται στην υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για τη αξιοπρεπή διαβίωση όλων των πολιτών - πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι η κατάργηση της υποχρέωσης της "Τράπεζας" να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία του κανονισμού παροχών του "Ταμείου" - η οποία επήλθε με τη θέση σε ισχύ του άρθρου 10 παράγραφοι 1-3 του ν. 3620/2007 με συνέπεια οι ασφαλισμένοι του "Ταμείου", δεύτερος έως και έκτος από τους αναιρεσείοντες, να λαμβάνουν πλέον από το "Τ.Α.Π.Τ.Π." μειωμένες επικουρικές συντάξεις κατ' εφαρμογή των ν. 3986/2011 και 4024/2011, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ υπό εξαιρετικά δυσμενείς δημοσιονομικές συνθήκες που μπορούσαν να προκαλέσουν την οικονομική κατάρρευση της Χώρας - είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από τους αναιρεσείοντες-συνταξιούχους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης σε σύγκριση με τους εργαζομένους τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα (ΟλΣτΕ 1310/2019, ΑΠ 1280/2020).
Οι αναιρεσείοντες μάλιστα δεν είχαν περιλάβει στην αγωγή τους και δεν θεμελίωναν τις ένδικες αξιώσεις τους κατά της αναιρεσίβλητης σε τέτοια ιστορική βάση. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρείται να στηριχθεί στο άρθρο 288 του ΑΚ πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος, επειδή σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν μετά την κατάργηση της υποχρέωσης της "Τράπεζας" - κατ' εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 10 του ν. 3620/2007 - να καλύπτει στο διηνεκές την απρόσκοπτη λειτουργία των παροχών του "Ταμείου", η οποία επέφερε ταυτόχρονα και την κατάργηση της υποχρέωσής της που είχε αναλάβει έναντι των ασφαλισμένων και δικαιούχων του "Ταμείου" κατά τους όρους "V.1." και "V.2" της "Σύμβασης" να καταβάλλει στο διηνεκές την επίδικη διαφορά, έπαυσε πλέον να υπάρχει υποχρέωση προς παροχή, με βάση έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων με συνέπεια να μην καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.
Η γενική εν πάση περιπτώσει υποχρέωση πρόνοιας που επιβάλλει στον εργοδότη και τη μετεργασιακή προστασία του εργαζομένου υπόκειται σε περιορισμούς. Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1 και 21 παράγραφος 1 εδάφιο β του Συντάγματος - με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχει ελάσσονα πρόταση στο δικανικό της συλλογισμό με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και στο στοιχείο "3.α" της παρούσας, να μην μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. 3.θ.
Αν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο διαδοχικές και ισοδύναμες αιτιολογίες, κύρια και επικουρική, η αναίρεση θα ευδοκιμήσει και η απόφαση θα αναιρεθεί, μόνον στην περίπτωση που με την αναίρεση προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 968/2023, ΑΠ 483/2022).
Στον πέμπτο κύριο και στον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι οποίοι συμπληρώνονται, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 3620/2007, 44 παράγραφοι 10 έως 13 του ν. 3986/2011, 2 του ν. 4024/2011 και 6 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 4051/2012 και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, διότι δέχθηκε ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 10 του ν. 3620/2007 δεν κατήργησε τον όρο "V.2.2." - στον οποίο θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις τους, πάλι δεν θα μπορούν να αξιώσουν από την αναιρεσίβλητη τη διαφορά μεταξύ του ποσού της επικουρικής σύνταξης την οποία θα λάμβαναν από το "Ταμείο" από τη μικρότερη σύνταξη που λαμβάνουν από το "Ε.Τ.Α.Τ.", επειδή ο ενιαίος αυτός φορέας επικουρικής ασφάλισης εφαρμόζει τον ίδιο με το "Ταμείο" κανονισμό παροχών, με αποτέλεσμα μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων των άρθρων 44 παράγραφοι 10 έως 13 του ν. 3986/2011, 2 του ν. 4024/2011 και 6 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 4051/2012 η σύνταξη που θα εισέπρατταν από το "Ταμείο" θα ανερχόταν στο ίδιο ποσόν με αυτή που θα λαμβάνουν από το "Ε.Τ.Α.Τ.".
Οι αναιρεσείοντες προσθέτουν ότι η μειωμένη όμως αυτή επικουρική σύνταξη την οποία λαμβάνουν σήμερα από το "Ε.Τ.Α.Τ." σε σχέση με αυτή που θα λάμβαναν από το "Ταμείο" οφείλεται στην υπαγωγή τους στο "Ε.Τ.Α.Τ.", η οποία επήλθε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3620/2007 και όχι στη γενική μείωση των συντάξεων που επιβλήθηκε σε όλους τους συνταξιούχους της Χώρας με τους "μνημονιακούς" νόμους 3986/2011, 4024/2011 και 4051/2012.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται επιπλέον ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε εσφαλμένα ότι οι διατάξεις των ίδιων νόμων δεν είναι αντίθετες με την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει να κατανέμεται το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής εξίσου μεταξύ όλων των πολιτών.
Οι αναιρεσείοντες προσθέτουν ότι, αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόταν ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που προαναφέρθηκαν είναι αντίθετες με τη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος, δεν θα απέρριπτε την αγωγή τους ως μη νόμιμη, αλλά θα τη δεχόταν ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Οι αναιρεσείοντες με τους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλομένη ως προς την επικουρική της αιτιολογία.
Η κύρια όμως αιτιολογία που διέλαβε το Μονομελές Εφετείο στην ίδια απόφαση για να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Οι λόγοι μάλιστα αναίρεσης που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες κατά της κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης απορρίφθηκαν.
Οι δύο λόγοι αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκαν αφορούν στην επικουρική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης και πρέπει επομένως να απορριφθούν ως αλυσιτελείς. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα - η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 παράγραφος 1, 191 παρ. 2 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από α) η από 22-2-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1548-140/24-2-2002 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 1290/25-2-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τους από 21-7-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 96/24-7-2023 προσθέτους λόγους της και την από 4-9-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 49/6-9-2023 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ