Legislator Case Law & Legislation
1539/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax authority's seizure order due to lack of evidence regarding debtor's intent to harm creditors.

Case Number 1539/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a second-instance court decision ordering the seizure of their assets. The appellants argued that the lower court lacked sufficient evidence to prove the debtor knew about the tax debt and intended to harm creditors through asset transfers. The court rejected these claims, finding that the lower court correctly assessed the evidence, including witness testimonies and documents, to establish the debtor's knowledge and malicious intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 10 and 19 of the Code of Civil Procedure: Creditors are entitled to demand the dissolution of any alienation made by the debtor to their detriment if the remaining assets are insufficient, provided the debtor knew of the debt and intended to harm creditors; appeals based on lack of evidence for such intent are inadmissible if the lower court properly evaluated the available proof.

Keywords

AI generated
creditor's rights dissolution of alienation malicious intent tax authority seizure insufficient assets evidence assessment civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 10 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1539 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1539/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Κ. Γ. του Ι., 2) Μ. Γ. του Κ., 3) Ε. Γ. του Κ. και 4) Ι. Γ. του Κ., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Προϊσταμένου της ΔΟΥ Βύρωνος και 3) Προϊσταμένου της ΔΟΥ ...ς. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 28-4-2022 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1596/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4002/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2013 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 699/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-7-2013 αίτησης του Κ. Γ., Μ. Γ., Ε. Γ. και Ι. Γ. για αναίρεση της 4002/2010 απόφασης του Εφετίου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14-7-2021 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου ανέγνωσε την από 29-1-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως στο σύνολό της. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη. 3 ) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014). Έπεται, δηλαδή, η εν λόγω παροχή των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην έναντι κάθε καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, αποκατάσταση της διαταραχθείσας οικονομικής τάξης του οφειλέτη έναντι των δανειστών του (ΑΠ 977/2021, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015).

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 928/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος εφεσίβλητος Κ. Γ. διατηρούσε από το 1975 ατομική επιχείρηση με έδρα αρχικά την ... και ήδη την ......με αντικείμενο την εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών.

Από 25-11-1988 είχε συστήσει και ...ετερόρρυθμη εταιρεία... της οποίας ετύγχανε το μοναδικό ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής και η οποία λύθηκε στις 27-2-1996... Με την ...../1-8-1994 εντολή διατάχθηκε από την υπηρεσία Ελέγχου Διακινήσεως Αγαθών (ΥΠΕΔΑ), έλεγχος των φορολογικών στοιχείων των άνω επιχειρήσεων. Με βάση την εντολή αυτή προσκλήθηκε ο προαναφερόμενος...ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας να προσκομίσει στην υπηρεσία αυτή τα βιβλία και στοιχεία ...(Β' κατηγορίας που τηρούσε)...στις 30-8-1994 προσκόμισε (αυτός) τα άνω στοιχεία...

Στη συνέχεια ...(με τις 3008, 3009/20-9-1994 ειδικές εντολές) του προϊσταμένου της ΥΠΕΔΑ Αθηνών ανατέθηκε στους υπαλλήλους της...ο έλεγχος βιβλίων και στοιχείων ...(των επιχειρήσεών του) για τις διαχειριστικές περιόδους...1990 ώς 1994 ...(και) διαπιστώθηκε ότι ...τόσο για την ατομική επιχείρηση, όσο και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας, ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε κατά τις (άνω) διαχειριστικές περιόδους στα...

βιβλία εσόδων-εξόδων, εικονικά και πλαστά τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής και παροχής υπηρεσιών...(Παρατίθενται αναλυτικά τα επίμαχα τιμολόγια κατ'είδος, ποσό, ημερομηνία εκδόσεως, αρ. παραστατικού, φερόμενοι εκδότες, είδος πλαστότητας και εικονικότητας...). Με την ολοκλήρωση των ελέγχων κρίθηκε ότι ο εναγόμενος τέλεσε την άδικη πράξη της φοροδιαφυγής...με αποτέλεσμα την απώλεια εκ μέρους του ...Ελληνικού δημοσίου, φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ).... (Εν συνεχεία)...

εκδόθηκε το .../31-8-1995 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών...που κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο... γνωστοποιήθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες οι ...παραβάσεις... διατάχθηκε... η μη έκδοση πιστοποιητικού ή βεβαιώσεως, που απαιτείται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων... Με βάση τους γενόμενους ελέγχους των ΔΟΥ Βύρωνα και ... ...βεβαιώθηκαν για τις παραπάνω παραβάσεις πρόστιμα...

Ο εναγόμενος άσκησε προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων...έλαβαν χώρα δικαστικοί συμβιβασμοί στις 27-11-2001,3-12-2001,11-1-2002,30-7-2002, 17-10-2002 και 21-10-2002...(και) βεβαιώθηκαν ταμειακά... πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής στις 16-2-2006...(επακολουθεί η αναλυτική παράθεση των βεβαιωθεισών πράξεων για κάθε μία επιχείρηση και τα καταβλητέα κατόπιν περιορισμού ποσά)... (Έτσι) το δημόσιο έχει κατά του πρώτου εναγόμενου απαίτηση (και για τις δυό επιχειρήσεις του...550.920,07 ευρώ κατά βασικό χρέος και 1.339.461,31 ευρώ ...μετά των νομίμων προσαυξήσεων...)...

Ο πρώτος εναγόμενος ...μετά τη διενέργεια των... φορολογικών ελέγχων και τη διαπίστωση...ότι είχε προβεί στις παραπάνω φορολογικές παραβάσεις... πριν την έκδοση των (καταλογιστικών) πράξεων ...και συγκεκριμένα στις 19-6-1995 και στις 28-6-1995 με τα ..., ..., .../19-6-1995 ...και τα ..., .../28-6-1995 συμβόλαια... μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς τα τότε ανήλικα τέκνα του ...ήδη ενήλικα Ε.

Γ.... και Ι. Γ....και στο ανήλικο ...τέκνο του Μ. Γ. ...εκπροσωπούμενα κατά τη κατάρτιση... (τους)...και τη δίκη (ο τέταρτος) από τους γονείς τους...το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας επί των παρακάτω ακινήτων ...και παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία εφ' όρου ζωής. Eιδικότερα στην θυγατέρα του Ε. Γ. μεταβίβασε...το δικαίωμα ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος β' ορόφου... 149,76 τ.μ ...με αποθήκη 59,80 τ.μ...

στην ...... η αξία (του οποίου) ανερχόταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής σε ...46.664,18 ευρώ... στο γιό του Ι. Γ. μεταβίβασε το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας α)...ενός διαμερίσματος...α' ορόφου...149,76 τ.μ ...με αποθήκη ...59,80 τ.μ...στην ... (ομοίως)..., β) 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ισογείου καταστήματος ...52 τ.μ...με υπόγειο...60 τ.μ...στην Αθήνα ,...γ) ενός αγροτεμαχίου 7566τ.μ...

στη .... Η αξία ...της ψιλής κυριότητας των άνω ακινήτων ανερχόταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής στο ποσό των...48.559,53 ευρώ για το διαμέρισμα... των 10.706,30 ευρώ για το κατάστημα και των ... 16.652,07 για το αγροτεμάχιο..., στο γιό του Μ. Γ. μεταβίβασε το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας... ενός οικοπέδου... 349,20 τ.μ...στην ...

και ...ενός αγροτεμαχίου... 5000 τ.μ...στη .....αξίας (του άνω δικαιώματος) ...40.572,78 ευρώ για το οικόπεδο και ...11.005,13 ευρώ για το αγροτεμάχιο. Συνολικά η αξία της ψιλής κυριότητας όλων των ακινήτων που μεταβίβασε ο πρώτος εναγόμενος...στα τρία τέκνα του, ανερχόταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής στο ποσό των ...174.160,89 ευρώ.

Κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων ... το ενάγον... ήταν φορέας των άνω απαιτήσεων κατά του απαλλοτριώσαντος, καθόσον μέχρι τότε είχαν γεννηθεί τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα αυτών, αφού είχαν ως γενεσιουργό αιτία τις προαναφερόμενες φορολογικές παραβάσεις (του)...που είχαν λάβει χώρα σε προγενέστερες των απαλλοτριώσεων διαχειριστικές περιόδους και είχαν διαπιστωθεί ομοίως πριν από αυτές από τα αρμόδια όργανα κατόπιν ασκήσεως ελέγχου, απλώς δε επίκειτο ο καθορισμός της εκτάσεώς τους δια της εκδόσεως των καταλογιστικών πράξεων επιβολής των προβλεπομένων υπό των κειμένων διατάξεων προστίμων και προσδιορισμού εκ νέου της προβλεπόμενης ομοίως αποδόσεως του οφειλόμενου ΦΠΑ και του φόρου εισοδήματος, ο οποίος (καθορισμός) πράγματι, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα παραπάνω, έλαβε χώρα και στη συνέχεια, αφού τα ποσά αυτών οριστικοποιήθηκαν, βεβαιώθηκαν ταμειακά οριστικά και είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά την πρώτη συζήτηση της κρινόμενης παυλιανής αγωγής.

Οι απαλλοτριώσεις αυτές έγιναν από τον απαλλοτριώσαντα με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων του ενάγοντος...δεδομένου ότι αυτός, ανεξαρτήτως του ότι μέχρι τότε δεν του είχαν κοινοποιηθεί τα πορίσματα των ελέγχων, αφού αυτό έγινε στις 31-8-1995, είχε λάβει γνώση των ελέγχων που διενεργούντο σε βάρος της ατομικής επιχείρησης και της ετερόρρυθμης εταιρείας, καθόσον είχε κληθεί να προσκομίσει προς έλεγχο βιβλία και στοιχεία και να δώσει πληροφορίες και διευκρινίσεις για τα τιμολόγια-δελτία αποστολής που διαπιστώθηκε ότι ήταν εικονικά και πλαστά και επί πλέον γνώριζε την εικονικότητα και πλαστότητα των άνω φορολογικών στοιχείων, ενόψει του ότι απέφευγε να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις στα ερωτήματα που του τέθηκαν γι' αυτά και λόγω του επαγγέλματός του και των ποσών των εικονικών και πλαστών στοιχείων γνώριζε επίσης, ότι θα εκδίδονταν σε βάρος (των άνω επιχειρήσεών του)...για τις παραβάσεις αυτές οι καταλογιστικές πράξεις επιβολής των άνω προστίμων και προσδιορισμού ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο ίδιος γνώριζε και ότι με τις μεταβιβάσεις αυτές θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η υπολειπόμενη περιουσία του να μην αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων του ενάγοντος... Ειδικότερα κατά το χρόνο ασκήσεως της... αγωγής που είναι κρίσιμος για την αφερεγγυότητα ή μη του πρώτου εναγόμενου...

πέραν της παρακρατηθείσας επικαρπίας επί των άνω ακινήτων, δεν είχε άλλο εμφανές περιουσιακό στοιχείο. Αυτή δε, δεν αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων, διότι η αξία της κατά τον κρίσιμο ...χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ενόψει και της ηλικίας του επικαρπωτή, που έχει γεννηθεί το έτος 1953, ισούται με την αξία των ψιλών κυριοτήτων και ανέρχεται συνολικά ...στο ποσό των 59.345.329 δραχμών (ή 174.160,89 ευρώ) και υπολείπεται κατά πολύ των απαιτήσεων του ενάγοντος ποσού συνολικά κατά βασικό χρέος 550.920,07 ευρώ και με τις νόμιμες προσαυξήσεις 1.339.461,31 ευρώ.

Το γεγονός ότι αυτός...κατέβαλε σε εκτέλεση των προαναφερομένων δικαστικών συμβιβασμών τα άνω ...αναφερόμενα ποσά δεν αποδεικνύει, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, ότι η υπολειπόμενη περιουσία του αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλη εμφανή περιουσία πέραν των παραπάνω επικαρπιών.

Ο καταδολιευτικός χαρακτήρας των επίδικων γονικών παροχών προκύπτει περαιτέρω και από το γεγονός ότι τα τέκνα του πρώτου εναγόμενου...κατά το χρόνο μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητας σ' αυτά των άνω ακινήτων, ήταν ο Ι., ηλικίας 12 ετών, η Ε. 11 ετών και ο Μ. μόλις 2 μηνών, οπότε δεν συνέτρεχε λόγος να γίνουν αυτές οι γονικές παροχές, οι οποίες γίνονται συνήθως για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας των τέκνων.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου... ότι οι άνω γονικές παροχές έγιναν προκειμένου να επωφεληθεί το ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς της χρονικής εκείνης περιόδου, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο γονέας που προβαίνει σε γονικές παροχές του άρθρου 1509 ΑΚ, πρέπει να μεταβιβάζει από το ενεργητικό της περιουσίας, δηλαδή από εκείνο που απομένει μετά την αφαίρεση των χρεών του και την εκπλήρωση των προς τρίτους υποχρεώσεών του.

Διαφορετικά, αν αυτές οι γονικές παροχές ήταν επιτρεπτές, θα μπορούσε να προβαίνει ο οφειλέτης σ' αυτές με χρήματα των δανειστών του. Περαιτέρω, εφόσον όλες οι παραπάνω μεταβιβάσεις είχαν ως αιτία τη γονική παροχή που συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και είναι χαριστική δικαιοπραξία δεν απαιτείται...η γνώση της μητέρας των ανηλίκων...που από κοινού με τον πρώτο εναγόμενο...εκπροσώπησαν αυτά (ανήλικα τέκνα τους), κατά την κατάρτιση των μεταβιβαστικών συμβολαίων, στο πρόσωπο των οποίων (νομίμων εκπροσώπων) κρίνεται το στοιχείο αυτό της γνώσεως, ότι ο τελευταίος απαλλοτριώνει προς βλάβη του ενάγοντος.

Ενόψει των αποδειχθέντων...:α) ότι οι πιο πάνω απαιτήσεις του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγόμενου...ήταν γεννημένες κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων και..ήταν ληξιπρόθεσμες κατά την πρώτη συζήτηση της ...αγωγής, β) ότι οι επίδικες δικαιοπραξίες ήταν χαριστικές και καταρτίσθηκαν με σκοπό βλάβης του ενάγοντος ...γ) ότι ο πρώτος εναγόμενος...ήταν αφερέγγυος κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, αφού η υπολειπόμενη περιουσία του (μετά την απαλλοτρίωση) δεν αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων του ενάγοντος, το τελευταίο δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη των άνω καταδολιευτικών δικαιοπραξιών στο σύνολό τους, λαμβανομένου υπόψη του ύψους των άνω απαιτήσεων, που πρέπει να ικανοποιηθούν και της αξίας των ψιλών κυριοτήτων των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν...καθόσον η αξία των ψιλών κυριοτήτων υπολείπεται κατά πολύ του ύψους των άνω απαιτήσεων....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη των προαναφερόμενων καταδολιευτικών δικαιοπραξιών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά της απαίτησης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου είχαν συντελεστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης των επίμαχων μεταβιβαστικών συμβολαίων, καθόσον είχαν ως γενεσιουργό αιτία τις προαναφερόμενες φορολογικές παραβάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, οι οποίες είχαν λάβει χώρα σε προγενέστερες των απαλλοτριώσεων διαχειριστικές περιόδους και είχαν διαπιστωθεί, ομοίως πριν από αυτές, από τα αρμόδια όργανα κατόπιν ασκήσεως ελέγχου, ενώ τα επί μέρους ποσά της εν λόγω απαίτησης είχαν οριστικοποιηθεί και βεβαιωθεί ταμειακά και, ως εκ τούτου, η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, β) ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην κατάρτιση των ένδικων γονικών παροχών, οι οποίες αποτελούν χαριστικές δικαιοπραξίες, με πρόθεση βλάβης του αναιρεσιβλήτου, καθόσον γνώριζε ότι είχε υποπέσει στο προηγούμενο χρονικό διάστημα σε σοβαρές φορολογικές παραβάσεις και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των εν λόγω μεταβιβαστικών πράξεων το ενάγον ήταν δανειστής του, και ειδικότερα είχε λάβει γνώση των ελέγχων που διενεργούντο σε βάρος της ατομικής επιχείρησης και της ετερόρρυθμης εταιρείας και επί πλέον γνώριζε την εικονικότητα και πλαστότητα των άνω φορολογικών στοιχείων και ότι θα εκδίδονταν σε βάρος του, για τις παραβάσεις αυτές, οι καταλογιστικές πράξεις επιβολής των άνω προστίμων και προσδιορισμού ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος, γι' αυτό και ενήργησε με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, και γ) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε άλλο εμφανές περιουσιακό στοιχείο, πέραν της παρακρατηθείσας επικαρπίας επί των άνω ακινήτων, η οποία, όμως, δεν αρκεί για την ικανοποίηση της όλης απαίτησης του αναιρεσβλήτου, αφού ανερχόμενη στο ποσό των 59.345.329 δραχμών (ή 174.160,89 ευρώ), υπολειπόταν κατά πολύ της απαίτησης του αναιρεσιβήτου, συνολικού ποσού 550.920,07 ευρώ και με τις νόμιμες προσαυξήσεις 1.339.461,31 ευρώ, ο ίδιος δε γνώριζε ότι με τις μεταβιβάσεις αυτές θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η υπολειπόμενη περιουσία του να μην αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων του ενάγοντος".

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες (κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου) μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "δέχθηκε ότι υπήρχε πρόθεση βλάβης του ενάγοντος στο πρόσωπό του χωρίς να υφίσταται γνώση του περί της ύπαρξης της οφειλής (παρά μόνον του ελέγχου για την ύπαρξη της) και του ακριβούς ύψους της", είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον η γονική παροχή συνιστά και αυτή επίδοση από ελευθεριότητα, το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι ένδικες γονικές παροχές είναι χαριστικές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, χωρίς να συνεπάγεται τον μη καταδολιευτικό χαρακτήρα αυτών ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι πραγματοποιήθηκαν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, αφού η εν λόγω παροχή του γονέα προς το τέκνο έπεται των ενοχικών υποχρεώσεων αυτού και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ.

Επομένως, ο τέταρτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε (κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου), στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "εσφαλμένα δέχθηκε ότι η κατά το άρθρο 1509 ΑΚ μεταβίβαση της περιουσίας από τον γονέα στα τέκνα του ήταν χαριστική, ενώ έγινε σε εκπλήρωση υποχρέωσης από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον", είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, υπό τις αυτές ως άνω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς το ως άνω διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "δεν είχε καθόλου αιτιολογίες, άλλως αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς σε σχέση με τη γνώση εκ μέρους του απαλλοτριώσαντος του ύψους της απαιτήσεως του ελληνικού δημοσίου", είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες αποδείξεις (ανώμοτη κατάθεση του πρώτου εναγόμενου, ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι), χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά κάθε αποδεικτικό μέσο, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο ο απαλλοτριώσας γνώριζε την απαίτηση του ενάγοντος που δημιουργήθηκε, λόγω των προαναφερομένων φορολογικών του παραβάσεων και των καταλογιστέων σε βάρος του πράξεων επιβολής προστίμων και φόρου, καθώς και ότι αυτός προέβη στις επίμαχες μεταβιβάσεις με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση του δημοσίου, αφού η υπολειπόμενη περιουσία του δεν αρκούσε προς τούτο.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι δέχθηκε " ως αποδειχθέν το γεγονός ότι ο απαλλοτριώσας γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης και το ύψος της, την πρόθεση βλάβης του ενάγοντος και ότι η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση του δανειστή του", είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η από 9-7-2013 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), να επιβληθούν δε σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττώνται (αρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 ν.3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2013 αίτηση των: 1 Κ. Γ., 2 Μ. Γ., 3 Ε. Γ., 4 Ι. Γ. για αναίρεση της με αριθμό 4002/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ