Legislator Case Law & Legislation
1539/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment rejecting inheritance claim due to lack of legal interest.

Case Number 1539/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision rejecting the inheritance claim. The appellant argued the will was invalid due to procedural flaws and lack of legal interest, but the lower court had already examined and rejected these substantive grounds. The Court ruled that since the lower court addressed the merits and dismissed the claim for lack of legal interest, the appellant's arguments regarding evidentiary weight and unclear reasoning were inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the lower court has substantively examined the claim and rejected it for lack of legal interest, rendering arguments on evidentiary weight or unclear reasoning without foundation.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lack of legal interest substantive examination evidentiary weight inheritance dispute Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1539 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1539/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοδώρα Αλεξοπούλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου:

Σ. Τ. του Ι., κατοίκου … Πρέβεζας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.09.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 08.01.2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 08.01.2020 αίτηση αναίρεσης - κατά της υπ' αριθ. 223/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 ,566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, έχει, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Στην από 22.09.2016 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι είναι τέκνο του πρώτου εξαδέλφου της αποβιώσασας στις 25.09.2011 στην Πρέβεζα, Ε. χήρας Ν. Π., το γένος Δ. Π., η οποία κατέλιπε την υπ’ αριθμ. .../22.07.2006 δημόσια διαθήκη της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ελένης Κλεομένη Βασδέκη, δημοσιευθείσα νομίμως με τα υπ' αριθ. 22/2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.

Ότι η διαθήκη αυτή, με την οποία η προαναφερθείσα καθιστούσε μοναδική κληρονόμο της την εναγόμενη, είναι άκυρη, για τους ακόλουθους λόγους:

(α) έφερε ψευδή ή εσφαλμένη χρονολογία,

(β) ο αριθμός που έλαβε η πράξη, ως συμβολαιογραφικό έγγραφο, ήταν πλαστός,

(γ) κατά τη σύνταξη αυτής, ως μάρτυρες συνέπραξαν πρόσωπα που ήταν σύζυγοι μεταξύ τους,

(δ) οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος 2830/2000 (Κώδικας συμβολαιογράφων) για τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων με συμβαλλόμενο τυφλό, δεν τηρήθηκαν,

(ε) Η προσβαλλόμενη διαθήκη ήταν αισχροκερδής και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, καθόσον συντάχθηκε κάτω από συνθήκες πιέσεως της κληρονομούμενης από την τετιμημένη - εναγόμενη, όπως αυτές αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και

(στ) κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, η διαθέτιδα λόγω της κατάστασης της υγείας της αφ' ενός δεν ήταν ικανή να δηλώσει την βούλησή της και δεν έπραξε αυτό, αφ’ ετέρου δεν είχε συνείδηση τον πράξεών της, άλλως βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής της.

Περαιτέρω, ο ενάγων εξέθετε, ότι η κληρονομούμενη παρέσχε εν ζωή ειδική πληρεξουσιότητα στην εναγομένη, συνταγέντος προς τούτο του υπ’ αριθμ. …./22.06.2006 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Ελένης Κλεομένη Βασδέκη, η οποία (πληρεξουσιότητα), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού (πληρεξουσίου), διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το θάνατο της διαθέτιδος. Ότι η πληρεξουσιότητα τυγχάνει απολύτως άκυρη, αφού κατά το χρόνο που δόθηκε, η πληρεξουσιοδότης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, άλλως βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της. Με αυτό το ιστορικό ζητούσε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δημόσιας διαθήκης, καθώς και της ειδικής πληρεξουσιότητας που κατ’ εξαίρεση διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το θάνατο της πληρεξουσιοδότριας.

Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, ο ενάγων προσδιορίζει το έννομο συμφέρον του στο δικόγραφο της αγωγής κατά πιστή αντιγραφή ως εξής:

«Επειδή, το έννομο συμφέρον μου, να αναγνωριστεί δικαστικώς η ακυρότητα του ως άνω ειδικού πληρεξουσίου, στο οποίο, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του, υπάρχει διάταξη ισχύος των εντολών που διαλαμβάνει και δεν παύει ακόμη για την περίπτωση που ήθελε συμβούν τα γεγονότα που αναφέρονται στα άρθρα 223 και 726 ΑΚ (δηλαδή ακόμη και μετά το θάνατο της θείας μου!!) καθώς και της ως άνω δημόσιας διαθήκης και των πρακτικών δημοσίευσης αυτής, είναι προφανές τόσο για λόγους που αφορούν τη συνέχιση της εκκρεμούσας δίκης ενώπιον του Αρείου Πάγου, που έχει άμεση σχέση με την ακίνητη περιουσία μου, την οποία αγόρασα από τη θεία μου, πληρώνοντας τίμημα με δάνειο που έλαβα, φόρους, τόκους δανείων, ΕΝΦΙΑ, και εξακολουθώ να πληρώνω μέχρι σήμερα, εφ’ όσον αφορά την εγκυρότητα των συμβολαίων πώλησης από τη θεία μου προς εμένα των ακινήτων που λεπτομερώς περιγράφονται σ' αυτά, όπου η εναγόμενη εμφανίζεται και συμμετέχει με την ιδιότητα της κληρονόμου της θείας μου, επικαλούμενη κληρονομικό, δήθεν, δικαίωμα που έλκει από την εν λόγω διαθήκη, όσο και για το κληρονομικό μου δικαίωμα στην εξ αδιαθέτου διαδοχή της θείας μου, στην οποία θα κληθώ ως αδιαθέτου κληρονόμος της κληρονομούμενης θείας μου μετά την ακύρωση άλλως την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης της».

Επί της αγωγής αυτής, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, εξέδωσε την 10/2017 απόφασή του, με την οποία δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, ο αναιρεσείων άσκησε την από 30.10.2017 έφεση, επί της οποίας το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθ. 223/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την ως άνω έφεση.

[III] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ «Διαθήκη για της σύνταξη οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη∙ εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά». Την ακυρότητα δε αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ασκώντας (κατ' άρθρο 70, 72 ΚΠολΔ) αναγνωριστική αγωγή και όχι μόνο ο κληρονόμος, διότι η αγωγή αυτή, δεν είναι προσωποπαγής όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ για ακύρωση ακυρώσιμης διαθήκης για κάποιο από τους λόγους των άρθρων 1782-1786 ΑΚ, δηλαδή, απειλή, δόλος, πλάνη κ.λπ. (ΑΠ 988/2017, ΑΠ 1591/1997).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1813 ΑΚ, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος από αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση του κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή, υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες). Τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία.

Κατ’ άρθρο 1814 ΑΚ, στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και εγγονοί αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από αυτόν. Οι γονείς και αδελφοί κληρονομούν κατ' ισομοιρία και τα τέκνα ή οι εγγονοί αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο κατά ρίζες. Τα τέκνα αδελφού του κληρονομουμένου που έχει πεθάνει πριν από αυτόν, αποκλείουν τους εγγονούς της ίδιας ρίζας. Κατά το άρθρο 1816 ΑΚ, στην τρίτη τάξη καλούνται οι παππούδες και οι γιαγιάδες και από τους κατιόντες τους, τα τέκνα και οι εγγονοί. Αν κατά την επαγωγή ζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και των δύο γραμμών κληρονομούν μόνον αυτούς κατ' ισομοιρία. Αν κατά την επαγωγή, δεν ζει ο παππούς ή η γιαγιά από την πατρική ή μητρική γραμμή, στη θέση εκείνου που έχει πεθάνει υπεισέρχονται τα τέκνα και οι έγγονοι του. Αν δεν υπάρχουν τέκνα και έγγονοι, η μερίδα αυτού που έχει, πεθάνει, περιέρχεται στον παππού ή τη γιαγιά της ίδιας γραμμής και, εάν δεν υπάρχει, στα τέκνα και τους εγγονούς του. Αν κατά την επαγωγή δεν ζουν ο παππούς και η γιαγιά, είτε από την πατρική είτε από τη μητρική γραμμή και δεν υπάρχουν τέκνα και έγγονοι αυτών που έχουν πεθάνει, κληρονομούν μόνον ο παππούς ή η γιαγιά ή τα τέκνα και οι έγγονοι τους από την άλλη γραμμή. Τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία και αποκλείουν τους εγγονούς της ίδιας ρίζας. Οι έγγονοι κληρονομούν κατά ρίζες.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1819 ΑΚ, δεν καλείται στην κληρονομιά συγγενής, εφόσον υπάρχει άλλος συγγενής προηγούμενης τάξης που καλείται ως κληρονόμος. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, αφενός μεν οι γονείς του κληρονομουμένου, αφετέρου δε οι αδελφοί του, τα τέκνα των αδελφών του (ανίψια του κληρονομουμένου) καθώς και τα εγγόνια των αδελφών του (μικρανίψια) του κληρονομουμένου. Στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, οι παππούδες και γιαγιάδες του κληρονομουμένου και από τους κατιόντες τους μόνο τα τέκνα τους (θείοι του κληρονομουμένου) και τα εγγόνια τους (πρώτα ξαδέλφια). Περαιτέρω κατιόντες των παππούδων και γιαγιάδων (λ.χ. τέκνα των πρώτων εξαδέλφων) δεν καλούνται ως κληρονόμοι σε καμμία τάξη. Οι καλούμενοι ως κληρονόμοι στη τρίτη τάξη διαχωρίζονται από το νόμο σε δύο ομάδες. Εκείνη που περιλαμβάνει τους γονείς του πατέρα του κληρονομουμένου καθώς και τους καταγόμενους από αυτούς θείους και πρώτα ξαδέλφια του. Αυτοί αποτελούν τους κληρονόμους της πατρικής γραμμής. Αντίστοιχα, οι γονείς της μητέρας του κληρονομουμένου μαζί με τους καταγόμενους από αυτή θείους και πρώτα ξαδέλφια αποτελούν τη μητρική γραμμή (ΑΠ 707/2015).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ ορίζει, ότι «δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον». Η δε διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι «Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη, κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή».

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (αρθρ.73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο δε έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.

Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (ΑΠ 39/2016, 772/2014, 205/2014). Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος την με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής προστασία, μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο (ΑΠ 850/2019, ΑΠ 974/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς, είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Το έννομο συμφέρον αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση, για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1324/2019, ΑΠ 1679/2018, ΑΠ 974/2017).

[IV] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ το Εφετείο δέχθηκε ότι:

«| Κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, τέτοιο έννομο συμφέρον να αιτηθούν δικαστικά την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη αυτού, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του, πλην όμως εν προκειμένω ο ενάγων, ως γιος του πρώτου εξαδέλφου της αποβιώσασας Ε.

χήρας Ν. Π., προσδιορίζοντας ο ίδιος τον βαθμό συγγένειας με την αποβιώσασα στο δικόγραφο της αγωγής του, δεν συμπεριλαμβάνεται στους κατ' άρθρα 1813 επ. ΑΚ εξ αδιαθέτου κληρονόμους της διαθέτιδας κι ως εκ τούτου, ακόμη κι εάν ευδοκιμήσει η κρινόμενη αγωγή και αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης, η κληρονομιά της ως άνω κληρονομούμενης δεν περιέρχεται με οποιοδήποτε τρόπο στον ενάγοντα.

Σύμφωνα όμως με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη κι όπως από το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, εφόσον δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να κληθεί ως κληρονόμος ο ενάγων - εκκαλών μετά την τυχόν παραπάνω άκυρη διαθήκη, λείπει επομένως το αναγκαίο, κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ, άμεσο έννομο συμφέρον για τη ζητούμενη αναγνώριση ακυρότητας της προσβαλλόμενης διαθήκης και γι’ αυτό η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω αίτημα είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη κι ορθώς έκρινε επ' αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Εξάλλου η προσπάθεια του εκκαλούντος να θεμελιώσει οψίμως με την έφεσή του, το απαιτούμενο για το παραδεκτό της ένδικης αγωγής έννομο συμφέρον του, επιπλέον του κληρονομικού του δικαιώματος που επικαλείται, και στην υπάρχουσα αντιδικία με την εφεσίβλητη, που συνεχίζει ως κληρονόμος της αποβιώσασας τις ήδη ανοιχθείσες κι εκκρεμούσες δίκες μεταξύ των, καθίσταται πλέον αλυσιτελής.

Η εν λόγω αντιδικία ξεκίνησε με την άσκηση από την αποβιώσασα θεία του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας της από 10.05.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 57/29.05.2007 αγωγής της, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας συμβολαίων πώλησης ακινήτων και προσυμφώνων αυτών και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 87/2009 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου που κάνει δεκτή την αγωγή, ενώ κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον ηττηθέντα διάδικο εκδόθηκε η υπ’ αρ. 94/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου που απορρίπτει την έφεση και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως, από τον ίδιο εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 291/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απορρίπτει την αναίρεση και ως εκ τούτου έχει πλέον περατωθεί η σχετική αντιδικία.

Περαιτέρω, ομοίως αβάσιμος είναι και ο λόγος έφεσης του εκκαλούντος σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστο το αίτημα του για αναγνώριση της ακυρότητας του με αρ. 6225/2006 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας, Ελένης Κλεομένη Βασδέκη.

Όπως προκύπτει όμως από την εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι:

«Ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, που κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το θάνατο της πληρεξουσιοδότριας, χωρίς ωστόσο να εκθέτει περιστατικά που να δικαιολογούν το άμεσο έννομο συμφέρον του να ασκήσει την κατ' άνω αγωγή του, δηλαδή με ποιό τρόπο η ευδοκίμηση της αγωγής θα συμβάλει στην προστασία των ιδιωτικών δικαιωμάτων του. Ειδικότερα, δεν εκθέτει περιστατικά που να θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του, ήτοι άμεσο συμφέρον του αναφορικά με δικαίωμα του ή έννομη σχέση, που τελεί υπό αβεβαιότητα, η οποία προκαλεί κίνδυνο σε εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα του, τα οποία είναι δυνατόν να προστατευθούν με την άσκηση του συγκεκριμένου εννόμου βοηθήματος, ήτοι με την ευδοκίμηση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πληρεξουσιότητας. Μόνη δε η επίκληση της κληρονομικής του ιδιότητας, ήτοι ότι τυγχάνει εξ αδιαθέτου κληρονόμος της πληρεξουσιοδότριας θείας του, καθώς και ότι υπάρχουν εκκρεμείς δίκες μεταξύ τους, τις οποίες συνεχίζει ως κληρονόμος η εναγόμενη, δεν δύναται να θεμελιώσει, κατά τα ανωτέρω, το έννομο συμφέρον του για την αναγνώριση της ακυρότητας του πληρεξουσίου. Συνακόλουθα, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος […]».

Άρα η εκκαλούμενη απόφαση σαφέστατα έκρινε και απέρριψε την αγωγή και κατά το σκέλος της με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω πληρεξουσιότητας κι επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος πρέπει ομοίως να απορριφθεί.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολο της, η κρινόμενη έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης|».

[V] Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους αυτής, με τους οποίους ο αναιρεσείων, είχε ισχυριστεί την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αγωγής του. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα αναφορικά με την άσκηση της αναγνωριστικής περί ακυρότητας της διαθήκης αγωγής του καθόσον (α) δεν περιλαμβάνεται στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της διαθέτιδας, ως τέκνο του πρώτου εξαδέλφου της και (β) η υπάρχουσα αντιδικία μεταξύ αυτού και της διαθέτιδος, την οποία συνέχισε ως κληρονόμος της η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, έχει περατωθεί με την έκδοση της υπ’ αριθ. 291/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Επίσης, δέχθηκε ότι τα παραπάνω επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του, ήτοι άμεσο συμφέρον του αναφορικά με δικαίωμα του ή έννομη σχέση, που τελεί υπό αβεβαιότητα, η οποία προκαλεί κίνδυνο σε εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα του, τα οποία είναι δυνατόν να προστατευθούν με την ευδοκίμηση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πληρεξουσιότητας.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1719 έως 1757,1813,1816 ΑΚ και 68 και 70 Κ.Πολ.Δ. και δεν παραβίασε αυτές, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή, και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 (και όχι 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

[VI] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα» θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1821/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση κατ’ εκτίμηση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8β' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους έφεσης, με τους οποίους παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής του ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο εξέτασε την βασιμότητα των λόγων αυτών και τους απέρριψε ως αβάσιμους, σύμφωνα με τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[VII] Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός, για τον οποίο προβάλλεται, εξετάστηκε ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, ενώ δεν ιδρύεται εάν απορρίφθηκε ως απαράδεκτος (Α.Π 1501/2006). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1482/2019).

Γι’ αυτό οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 13 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως και ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην κατ’ ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετούνται οι προκείμενοι λόγοι αναίρεσης.

[VIII] Κατ’ ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν’ απορριφθεί η από 08.01.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 223/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 16.01.2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της, (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 08.01.2020 αίτηση του Ε. Χ. για αναίρεση, της υπ’ αριθμ. 223/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ