Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Regional Court of Crete's decision regarding the distribution of a property. The appellant argued that the lower court improperly reduced the evidentiary weight of public documents and distorted an engineer's plan regarding co-ownership. The court rejected these claims, stating the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence based on multiple sources including witness testimonies and expert reports.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court has correctly exercised its free evaluation of evidence and did not violate statutory rules regarding the weight of documentary proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1539 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1539/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Μ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Σκριβάνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του καθού η κλήση- αναιρεσίβλητου: ιδρύματος με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-1996 αγωγή του αναιρεσείοντος-καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 260/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων-καλών με την από 23-5-2011 αίτησή του και τους από 28-10-2013 πρόσθετους λόγους. Ο αναιρεσείων με την από 27-3-2018 κλήση του επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση, η οποία είχε διακοπεί κατά την αρχική δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 31-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 παρ.1, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην μετ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αυτή διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 27/3/2018 κλήση του αναιρεσείοντος-καλούντος Γ. Κ. του Μ. εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (19/9/2018), η από 23/5/2011 αίτηση και οι από 28/10/2013 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 260/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Η παραπάνω κλήση στρέφεται κατά του ιδρύματος "..." (καθού η κλήση),το οποίο υπεισήλθε στην παρούσα δίκη ως μοναδικός κληρονόμος από διαθήκη του αρχικώς αναιρεσίβλητου Γ. Κ. του Α., μετά το θάνατο του οποίου στις 6/7/2011, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, κατόπιν σχετικής δήλωσης στο ακροατήριο του καθού η κλήση ιδρύματος κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8/1/2014.
Κατόπιν αυτών, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, νομίμως επαναλαμβάνεται η εν λόγω βιαίως διακοπείσα δίκη, η οποία συνεχίζεται μεταξύ των εδώ παριστάμενων διαδίκων (του καλούντος- αναιρεσείοντος και του καθού η κλήση).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 795, 798, 799, 1113 ΑΚ, 480, 481, 484 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων στην αγωγή διανομής ακινήτου, είτε με αυτή ζητείται η αυτούσια διανομή είτε η πώληση με πλειστηριασμό του διανεμητέου ακινήτου, είναι: α) τη συγκυριότητα των διαδίκων επ' αυτού, χωρίς να απαιτείται κατ' αρχήν ο προσδιορισμός του τρόπου κτήσης της από τον ενάγοντα, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του τελευταίου, οπότε αυτός μπορεί να συμπληρώσει την αγωγή με τις προτάσεις του κατά τα περιστατικά της απόκτησης από τον ίδιο της συγκυριότητας.
Αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει τη συγκυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, τότε αυτός μπορεί να συμπληρώσει κατά τον ίδιο τρόπο την αγωγή, έως ότου φθάσει σε δικαιοπάροχο που απόκτησε τη συγκυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, β) την ταυτότητα του διανεμητέου ακινήτου ως προς την ακριβή θέση, έκταση, όρια και ιδιότητα αυτού.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Από κληρονομιές του πατέρα του Μ. Κ. και της μητέρας του Ε. συζ. Μ. Κ., τις οποίες αποδέχθηκε νόμιμα με τις υπ'αριθμ. 4944... δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς αντίστοιχα, των συμβολαιογράφων ... Σ. Σ. και Ε. Κ.. αντίστοιχα, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ο ενάγων κατέστη κύριος ενός αγροτικού ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της ... ...
στη θέση "..." συνορευομένου γυρωθεν με ιδιοκτησίες Α. Α., Μ. Κ., κληρονόμων Α. Κ., κληρονόμων Ν. Λ. και με δρόμο, έκτασης περίπου ενός στρέμματος. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η πραγματική έκταση του ακινήτου που κληρονόμησε δεν ήταν η ανωτέρω, αλλά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή (επίδικο) και απεικονίζεται στο από 29-10-2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Δ.
Κ. με τους αριθμούς 2 και 3 έκτασης 1224,05 τ.μ. δεν αποδείχθηκε. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, διότι ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο εν λόγω ακίνητο. Το ότι ο ενάγων κατέστη κύριος συγκεκριμένου ακινήτου αποδεικνύεται ιδίως από το ότι τον Αύγουστο 1982 παραχώρησε άτυπα στον Ν.
Λ. του Α. το ακραίο τριγωνικό δυτικό τμήμα του ακινήτου του, το οποίο χωρίζεται από το υπόλοιπο ακίνητο του με αγροτικό δρόμος οποίος διενήχθη το έτος 1978 μετά από άδεια του ενάγοντα, χωρίς ο εναγόμενος να προβάλει κάποια αντίρρηση. Περαιτέρω από την εκτίμηση των αυτών αποδεικτικών μέσων απεδείχθη ότι με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ'αριθμόν .../22-1- 1957 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Κ. ...
Γ. Β. ο εναγόμενος κατέστη κύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς του πατέρα του Α. Κ. ενός αγροτικού ακινήτου έκτασης περίπου 30 "οκάδων" συνορευομένου γύρωθεν με ακίνητα Γ. Α., Π. Α. και με δρόμο. Στη συνέχεια ο Α. Κ. δώρισε άτυπα και το υπόλοιπο τμήμα (1/2) του παραπάνω ακινήτου στον εναγόμενος οποίος από τότε ένέμετο το ακίνητο αυτό (όπως απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τον αριθμό 3 και με στοιχεία 18-1-2-3-4-63- 15-14-17-18 έκτασης 5.182,9 τ.μ.) τακτικώς και αδιαλείπτως ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές πράξεις (το μίσθωνε, το καλλιεργούσε, το οριοθετούσε κ.λ.π.).
Η μάρτυρας Μ. Κ. ράκη κατέθεσε ότι "έχω ακούσει ότι και το επίδικο όπως και άλλα κτήματα που είχαν μισά-μισά οι πατεράδες των διαδίκων τα είχαν μοιράσει οι ίδιοι οι πατεράδες τους από παλιά". Ο δε μάρτυς Μ. Μ.ης κατέθεσε ότι "ο ενάγων εμένα με βρήκε ... και μου είπε όταν τελειώσω τον καθορισμό του χωραφιού του ξαδέλφου του να καθαρίσω και το δικό του που είναι σύνορο.
Μάλιστα μου είπε ότι συνορεύουν τα ακίνητα αυτά γιατί είναι πατρογονικά". Οι ίδιοι δε αυτοί μάρτυρες καταθέτουν επίσης και για την ύπαρξη σιδερένιων στύλων στο όριο των ακινήτων των διαδίκων. Σημειωτέον δε ότι οι ανωτέρω καταθέσεις των μαρτύρων επιβεβαιώνονται από την λεπτομερή αποτύπωση -τοπογραφική εφαρμογή που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ευρύτερης περιοχής, στην οποία περιλαμβάνονται τα ακίνητα των διαδίκων, την οποία διενήργησε ο πραγματογνώμων Δ.
Κ. παρουσία των διαδίκων. Στην ανωτέρω αποτύπωση-τοπογραφική εφαρμογή αναγράφονται και υπάρχοντα πασαλάκια ύψους 50cm έως 80cm άνωθεν του εδάφους (στοιχεία 18-19-20-21-22-23-24-16-48-1) που διαχωρίζει τα ακίνητα των διαδίκων. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από τις από 17-8-1994 και 31- 5-1995 επιστολές του εφεσιβλήτου;διότι οι τελευταίες αναφέρονται σε αδιανέμητο κοινό τμήμα του επίδικου ακινήτου (αγριάδα)} όπως αυτό περιγράφεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 14- 15-63-5-6-7-8-10-11-12-13-14 έκτασης 5031,49 τ.μ.
Τέλος το από 11-9- 1996 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Θ., το οποίο συνοδεύει αίτηση του εφεσίβλητου με την οποία ζητούσε τον αποχαρακτηρισμό ως δασική της περιοχής που βρίσκονται τα ακίνητα δεν αποδεικνύει την μη διανομή των επίδικων ακινήτων των διαδίκων και της εν γένει περιοχής που βρίσκονται τα ακίνητα αυτά.
Εν όψει των προδιαληφθέντων κάθε ένας των διάδικων έχει καταστεί κύριος αυτοτελών αγροτικών ακινήτων, όπως αυτά απεικονίζονται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Δ. Κ. και; ειδικότερα, ο μεν ενάγων των υπ'αριθμ. 1 και 2 ακινήτων, ο δε εναγόμενος του υπ'αριθμ. 3 ακινήτου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι δεν είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου/ αλλά ότι ο καθένας από αυτούς είναι κύριος διαφορετικών αυτοτελών αγροτικών ακινήτων, και κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι διάδικοι δεν είναι συγκύριοι του επίδικου διανεμητέου ακινήτου. Επομένως, ο συναφής πέμπτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων (ενάγων-εκκαλών) υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δύο τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Ο λόγος αυτός της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφαση του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο, παρά το νόμο, να δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της απορριπτικής του κρίσης, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής του επίδικου ακινήτου: 1)δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, και, ειδικότερα, δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι οι διάδικοι δεν είναι συγκύριοι της επίδικης έκτασης αλλά ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι αυτοτελών ακινήτων, βασιζόμενο εξ ολοκλήρου στην από 25/10/04 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στο συνοδεύον αυτή από 29/10/04 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού Δ.
Κ., που διορίστηκε με την 144/97 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ σ' αυτά (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τοπογραφικό διάγραμμα) γίνεται αναφορά και σε τμήμα όμορου ακινήτου 1868,32 τμ., που ανήκει στον τρίτο Ι. Τ. και δεν περιλαμβάνεται στην επίδικη έκταση 2) δεν έλαβε υπόψη: α) την από 3/5/2006 χωρίς όρκο εξέταση μάρτυρα και την από 11/5/2006 συμπληρωματική κατάθεση του μάρτυρα Ν.
Ξ. που δόθηκε στο πλαίσιο της μήνυσης που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος εναντίον του (αναιρεσείοντος), οι οποίες (καταθέσεις) αναιρούν τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι "κατά το έτος 1987 έβαλαν στύλους και συρματόπλεγμα στο κοινό όριό τους για να μην υπάρχει αμφισβήτηση" και β) το 6864/1999 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...
Α. Κ., όπως αυτό διορθώθηκε με το 7900/2001 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, καθώς και το προσαρτημένο στο τελευταίο (συμβόλαιο) από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε. Τ., από τα οποία προκύπτει ότι ο Ι. Τ. απέκτησε την κυριότητα έκτασης 1868,32 τμ. από το Β. Λ., που δεν αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου, και ότι ο Β.
Λ. απόκτησε την πιο πάνω έκταση με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ν. Λ., που έλαβε χώρα τριάντα περίπου έτη πριν από το 1999 (και όχι ότι η έκταση αυτή είχε παραχωρηθεί άτυπα στο Ν. Λ. από τον αναιρεσείοντα το έτος 1982). Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι δεν είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, αλλά ότι ο καθένας τους είναι αποκλειστικός κύριος αυτοτελών ακινήτων, στηρίζοντας την αποδεικτική αυτή κρίση στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην έκθεση του πραγματογνώμονα Δ.
Κ. και σε όλα τα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι του αναιρετηρίου, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από την επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε νόμιμα τις προαναφερθείσες καταθέσεις του μάρτυρα Ν Ξ.
ούτε τα συμβόλαια αγοραπωλησίας του ακινήτου του Ιω. Τ. με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, και, συνεπώς, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.
ΙΙγ' ΚΠολΔ (όχι και από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως αναφέρει ο αναιρεσείων για μη λήψη υπόψη των ανωτέρω εγγράφων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά, καθώς και όταν στην απόφαση γίνεται επίκληση του εγγράφου, όχι ως αποδεικτικού στοιχείου, αλλά ως επιχειρήματος προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει συναχθεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται, ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επομ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διαφορετικά των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λ.π., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτό και, στη συνέχεια, από την εν λόγω συνεκτίμηση άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων.
Τούτο δε, διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που προέκυψε από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκείμενη περίπτωση με το μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ (όχι δε και από το άρθρο 559αριθ. 11γ'ΚΠολΔ που αναφέρει ο αναιρεσείων) και με τον τρίτο λόγο του πρόσθετου δικογράφου αναίρεσης προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: 1) της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημοσίων, άλλως των ιδιωτικών εγγράφων βεβαίας χρονολογίας:
α) στην από 28/8/1986, με αριθ. πρωτοκ. .../2-9-1986 αίτηση του εναγομένου και στο συνημμένο σ' αυτή σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Θ., που υποβλήθηκαν στη Δ/νση ... για αποχαρακτηρισμό του διανεμητέου ακινήτου ως δασικού και β) στη με αριθ. Πρωτοκ. .../11-9-1986 απάντηση της Δ/νσης ..., με την οποία η επίδικη έκταση θεωρήθηκε ως μη εμπίπτουσα στις διατάξεις του ν. 998/79 και εντεύθεν ως μη δασική και 2) της παραμόρφωσης του περιεχομένου του σχεδιαγράμματος του μηχανικού Γ.
Θ., το οποίο συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του αναιρεσιβλήτου και από το οποίο συνάγεται εξώδικη ομολογία του τελευταίου ως προς τη συγκυριότητα των διαδίκων, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, στο επίδικο ακίνητο. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης (κύριος και πρόσθετος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και ειδικότερα: α) ως προς την υπ' αριθ. 1 αιτίαση, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, έκρινε, μετ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι δεν παρέχουν άμεση απόδειξη και τα εκτίμησε ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα και β) ως προς την υπ' αριθ. 2 αιτίαση, διότι από τα εκτιθέμενα στο πρόσθετο αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το συγκεκριμένο έγγραφο, εκτίμησε όμως τούτο κατά τρόπο διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, ενώ εξάλλου για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης συγκυριότητας των διαδίκων στο υπό διανομή επίδικο ακίνητο, το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε κυρίως ή αποκλειστικά σε αυτό, αλλά σχημάτισε την κρίση του, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα και, συνακόλουθα, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής διανομής, αφού στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λοιπά έγγραφα), το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και, στη συνέχεια, από την εν λόγω συνεκτίμηση ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων και η οποία, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης στο σύνολο τους και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του καθού η κλήση σε βάρος του καλούντος-αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/5/2011 αίτηση και τους από 28/10/2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 260/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του καθού η κλήση σε βάρος του καλούντος- αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ