Legislator Case Law & Legislation
1539/2017 AI generated

1539/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1539/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1539/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1539 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1539/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργαρίτα Μαντζαρέα.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Α. Γ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., ως ασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου θηλέως τέκνου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../17-2-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θηβών Σ. Μ. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκε αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ποσόν της οφειλόμενης εκ μέρους του διατροφής για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, την επιμέλεια του οποίου έχει με δικαστική απόφαση η αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος.

Συγκεκριμένα επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, τα οποία είχαν περιέλθει σ’ αυτήν με παράνομο τρόπο, λόγω της εργασιακής της απασχόλησης σε λογιστικό γραφείο, ενόψει του ότι τα περιστατικά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την εξαδέλφη του Σ.

Μ., και ειδικότερα ότι η τελευταία, αν και φοιτήτρια, δήλωσε έναρξη ατομικής επιχείρησης ως ασφαλιστική πράκτορας, με έδρα επαγγελματικής εγκατάστασης και τηλέφωνο επικοινωνίας, αντίστοιχα, τα ιδιόκτητα γραφεία και το προσωπικό κινητό τηλέφωνο του ίδιου, δεν είναι στοιχεία προσβάσιμα στον οποιονδήποτε, αλλά συνιστούν φορολογικό απόρρητο για την ανωτέρω, και με βάση τα παράνομα αυτά αποδεικτικά στοιχεία το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις ενέργειες αυτές ο αναιρεσείων απέβλεπε στη διάσπαση των ατομικών του κερδών, ώστε να εμφανίζονται αυτά μειωμένα.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ποια είναι τα έγγραφα που έλαβε υπόψη το Εφετείο και συνιστούσαν παράνομα αποδεικτικά μέσα, το δε γιατί δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας τα περιστατικά αυτά που υποχρέωναν το Εφετείο να μη τα λάβει υπόψη, ή ότι συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα το ύψος των εισοδημάτων του, εφόσον τα ως άνω αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία το συνήγαγε δεν ήσαν επιτρεπόμενα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, και τα οποία παραδεκτά ελήφθησαν υπόψη, μετά την απόρριψη του ίδιου λόγου κατά το πρώτο μέρος του.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ότι "... διαθέτει αυτός μεγάλου ύψους τραπεζικά κεφάλαια (τουλάχιστον 150.000 ευρώ) κατατεθειμένα σε τραπεζικά ιδρύματα, που ενισχύουν την οικονομική του επάρκεια, στοιχείο το οποίο ουδόλως αποκρούει πειστικά, δικαιολογεί όμως την οικονομική άνεση με την οποία διαβιώνει σταθερά επί έτη", ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν αναφέρει πώς οδηγήθηκε στο συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ανάλογο συμπέρασμα. Ο λόγος είναι αφενός μεν απαράδεκτος, γιατί υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας ως προς το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε αβάσιμος, γιατί η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάσει του οποίου διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται, εκτός άλλων, και κατά την ειδική διαδικασία περί διατροφής ανηλίκων τέκνων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διότι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 681 Β’ παρ. 1 εδ. α’ σε συνδυασμό με άρθρο 670 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να προσκομίσουν προαποδεικτικώς στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δίκασε κατά τη διαδικασία των άρθρων 681Β’ και 670 παρ. 1 ΚΠολΔ και δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον η αναιρεσίβλητη λόγω της απουσίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. Εξάλλου, λόγω της φύσεως της υποθέσεως δεν έχει καταβληθεί παράβολο και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εισαγωγής του στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2016 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της 157/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ