Legislator Case Law & Legislation
1539/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissibility of specific appeal arguments.

Case Number 1539/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decisions regarding compensation for forced expropriation. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific evidence and documents, but the court found these arguments procedurally flawed. The court ruled that procedural documents are not subject to the 'distortion' standard and that factual assessments made by the lower court are beyond judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 item b; Art. 559 nos. 8, 9, 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court failed to examine a request for inadmissibility due to lack of summons, and distortion of evidence is not established when the court draws a different conclusion from a correctly read document based on its own evaluation of facts.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation appeal admissibility procedural documents evidence distortion factual assessment review Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 item b of the Code of Civil Procedure
Art. 559 nos. 8, 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Arts. 339 and 432 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1539 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1539/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, β) Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας που εδρεύει στην Πάτρα, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/12/2001 και 5/2/2002 αντίθετες αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Πατρών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 578/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν ο ως άνω αναιρεσείων με την από 3/3/2004 αίτησή του και τους από 10/5/2004 και 14/7/2005 πρόσθετους λόγους αυτής καθώς και τα ως άνω αναιρεσίβλητα με την από 20/4/2004 αίτησή τους και τους από 4/7/ 2005 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 1552/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 578/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1197/2006 προδικαστική και 808/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/1/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 30/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την αιτίαση για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μειώσεως της αξίας της εναπομένουσας ιδιοκτησίας του συνεπεία της απαλλοτρίωσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 553 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη...Επομένως, η 1197/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση των διαλαμβανομένων σ' αυτή αιτήσεων για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση του αναφερομένου σ' αυτές ακινήτου του αναιρεσείοντος, λόγω ελλείψεως προδικασίας, γιατί δεν προσκομίστηκε το κατά την παρ. 1 εδ. β του άρθρου 17 του Ν. 2882/2001, πιστοποιητικό δεν είναι οριστική, αφού με αυτήν το Εφετείο δεν αποφαίνεται για το αίτημα των ως άνω αιτήσεων τελειωτικά. Συνακόλουθα, η απόφαση αυτή δεν είναι προσβλητή με αίτηση αναιρέσεως και ο πρώτος λόγος της, με τον οποίο αποδίδεται στην ανωτέρω απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έπρεπε να δεχθεί ότι είχε τηρηθεί η σχετική προδικασία, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος (άρθρ. 577 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ ο κανόνας παραβιάζεται κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, που υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Κατά την έννοια δε του εδ. β του ανωτέρω άρθρου, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη 808/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν εφάρμοσε σωστά τις διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό ουσιαστικές διατάξεις, γιατί, αν και δέχεται ότι το επίδικο κείται σε προνομιακή θέση, στο κέντρο της ..., καθόρισε στις 8-3-2007 την οριστική αποζημίωση της εδαφικής έκτασης, που απαλλοτριώθηκε, του επ' αυτής κτίσματος (παλαιά λουτρά) και των τεσσάρων δέντρων της στο ύψος της προσωρινής, που καθορίστηκε στις 27-9-2001, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται διαφορά.

Ο λόγος αυτός, υπό την επίφαση της συνδρομής της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση των διδαγμάτων αυτής αφορά στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ως προς την αυξητική πορεία της τιμής των ακινήτων, κι' επομένως ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας κρίση για πραγματικά γεγονότα.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα "Με τη νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αριθμ.1026352/2515/ 0010/31.3.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠΑ) και για την αναφερόμενη σ' αυτή δημόσια ωφέλεια (ανάδειξη, συντήρηση και προστασία του τζαμιού της ...) εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 112,867 τ.μ.

που βρίσκεται στη ... και εικονίζεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο από ... κτηματολογικό διάγραμμα - πίνακα των ... και ..., νομίμως θεωρημένο. Το απαλλοτριούμενο αυτό ακίνητο αποτελεί τμήμα οικοπέδου του αιτούντος και καθ' ου Χ1, συνολικού εμβαδού 417,70 τ.μ., επί του οποίου είναι κτισμένη διώροφη οικοδομή με υπόγειο, εμβαδού 115,18 τ.μ. (του κάθε ορόφου), και με υπερώο, εμβαδού 24 τ.μ., στο απαλλοτριούμενο δε τμήμα βρίσκονται πεπαλαιωμένο κτίσμα (παλαιά λουτρά - χαμάμ) , όγκου 75,467 κ.μ., τρία (3) δένδρα λεμονιάς και ένα (1) δένδρο βυσσινιάς, τα οποία συναπαλλοτριώνονται.

Το όλο ακίνητο του αιτούντος βρίσκεται, ειδικότερα, στον ανατολικό βραχίονα της εισόδου του γραφικού λιμανιού της ..., σε θέση προνομιακή και ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, και συνορεύει προς ανατολάς με το μουσουλμανικό τέμενος του ..., ήδη μεταβυζαντινό μουσείο, προς δυσμάς με επάλξεις του φάρου και του λιμένα ..., προς νότο με τείχος του ενετικού κάστρου και πέραν τούτου με Κορινθιακό κόλπο και προς βορρά με δημοτική οδό ..., με θέα προς το ενετικό κάστρο....

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την υπ' αριθμ. 106/2001 απόφασή του και με κρίσιμο χρόνο την 27.9.2001 προσδιόρισε την προσωρινή αποζημίωση για τα ανωτέρω απαλλοτριούμενα στο ποσό των 250.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο του οικοπέδου (έδαφος), στο ποσό των 20.000 δραχμών ανά κυβικό μέτρο του κτίσματος (παλαιά λουτρά) και στο ποσό των 30.000 δραχμών για το κάθε δένδρο.

Η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ν.δ. 797/1971 με την από 16.10.2000 έκθεση της και βάσει των ισχυουσών τότε αντικειμενικών αξιών των ακινήτων στην πόλη της ... προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριουμένων στα ποσά των 24.576 δρχ. το μ2 του οικοπέδου και των 8.587 δρχ. το μ3 του κτίσματος . Ο μάρτυρας του αιτούντος Χ1, Διευθυντής στη Βιβλιοθήκη ..., αναβιβάζει την αξία του οικοπέδου (Απρίλιος 2006) στο ποσό των 3.000 - 3.5000 ευρώ (δραχμές πλέον του 1.000.000 ) ανά τετρ.

μέτρο και την αξία του κτίσματος στο ποσό των 2.500 ευρώ ανά κυβ. μέτρο, ο πολιτικός μηχανικός Π1 στην από 5.3.2007 τεχνική έκθεσή του στο ποσό των 3.800 - 4.000 ευρώ ανά τετρ. μέτρο του οικοπέδου, ενώ ο μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου Μ2, Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. ..., προσδιορίζει την αξία του οικοπέδου (Απρίλιος 2006) βάσει και της αντικειμενικής του αξίας (280 ευρώ) στο ποσό των 500 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο. Σημειωτέον ακόμη ότι? α) στην περιοχή του απαλλοτριουμένου δεν αναφέρονται μεταβιβάσεις ακινήτων (οικοπέδων) και οι ανωτέρω τιμές που αναφέρουν οι μάρτυρες δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένα συγκριτικά στοιχεία, β) με την υπ' αριθμ. 779/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και με κρίσιμο χρόνο την 19.6.2003 καθορίστηκε οριστική αποζημίωση για απαλλοτριωθείσα έκταση εμβαδού 311,07 τ.μ.

στο κέντρο της ... στο ποσό των 350 ευρώ ανά τετρ. μέτρο και γ) η αντικειμενική αξία των διαμερισμάτων στην περιοχή του επιδίκου ανέρχεται στο ποσό των 900 ευρώ ανά τετρ. μέτρο. Ενόψει των προεκτεθέντων το δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ως άνω ακινήτου, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψιν η μεταβολή που τυχόν επήλθε στην αξία αυτή μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνον εξαιτίας της δημοσιεύσεως αυτής (αρθρ. 17§3 του Συντ., 13 §2 του ΚΑΑΑ - ν. 2882/2001), και επομένως η πλήρης αποζημίωση , εκείνη δηλαδή με την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποκτήσει άλλο ισάξιο ακίνητο (βλ.

ΟλΑΠ 1332/1985 ΝοΒ 34.410, ΑΠ 139/1995 ΕλλΔνη 37.83), ανέρχεται κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της παρούσης συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, (όπως άλλωστε κρίθηκε για τη συγκεκριμένη υπόθεση με την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 1552/2005 αναιρετική απόφαση του ΑΠ), στο ποσό 733,68 ευρώ ανά τετρ. μέτρο για το οικόπεδο, στο ποσό των 58,69 ευρώ ανά κυβ.

μέτρο για το κτίσμα (παλαιά λουτρά) και στο ποσό των 88,04 ευρώ για το κάθε δένδρο. Ο αιτών Χ1 ισχυρίζεται ότι μετά την απαλλοτρίωση του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου του και την αποκοπή του από την υπόλοιπη ιδιοκτησία του η εναπομένουσα αυτή ιδιοκτησία, ήτοι το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 302,52 τ.μ., και η υπάρχουσα σ' αυτό ως άνω διώροφη οικοδομή, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας της και δη σε ποσοστό 40% που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 803.005 ευρώ επειδή μειώνεται η οικοδομησιμότητα του ελεύθερου χώρου, περιορίζεται η ελεύθερη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις και η δυνατότητα πλήρους φωτισμού, αερισμού και ηλιακής ακτινοβολίας στην ιδιοκτησία, και περιορίζεται επίσης η εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας που θα γίνεται πλέον μόνον από την κύρια είσοδο της οικοδομής (κατοικίας) και όχι από την απαλλοτριούμενη έκταση, από την οποία είναι ευκολότερη η μεταφορά μεγάλων αντικειμένων και εργαλείων, λιπασμάτων, σπόρων κλπ, για τις ανάγκες του κήπου (εναπομένον ελεύθερο οικόπεδο) και της οικοδομής.

Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη αυτή μείωση της αξίας της εναπομένουσας ιδιοκτησίας του αιτούντος. Ειδικότερα και σύμφωνα ιδίως με την από 20.3.2001 τεχνική έκθεση ("υπόμνημα") του πολιτικού μηχανικού ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, πριν από την ένδικη απαλλοτρίωση ο τελευταίος είχε δυνατότητα να οικοδομήσει στο ακίνητό του 246,88 τ.μ.

κτίσματος επιπλέον της υπάρχουσας διώροφης οικοδομής, μετά δε την απαλλοτρίωση αυτή και την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος έχει δυνατότητα ανοικοδόμησης (στο απομένον τμήμα) 111,44 τ.μ., χάνοντας έτσι τη δυνατότητα ανοικοδομήσεως 134,43 τ. μ. (246,88-111,44) "που του παίρνει το οικόπεδο της απαλλοτρίωσης", κατά την ανωτέρω τεχνική έκθεση.

Η επικαλούμενη όμως αυτή μείωση της οικοδομησιμότητας του ακινήτου του αιτούντος αφορά το όλον ακίνητό του και αντιστοιχεί στην οικοδομησιμότητα του τμήματος που απαλλοτριώνεται, ως φυσική συνέπεια της απαλλοτρίωσης, όχι δε και την οικοδομησιμότητα του εναπομείναντος τμήματος καθ' εαυτό, η οποία παραμένει αμετάβλητη (η ίδια), αφού δεν επηρεάζονται από την απαλλοτρίωση οι προϋποθέσεις δομήσεως του ώστε να επέρχεται εξ αυτού του λόγου τυχόν μείωση της οικοδομησιμότητας του εναπομένοντος τμήματος και εντεύθεν μείωση της αξίας του.

Η οικοδομησιμότητα άλλωστε του ακινήτου, ως ένα από τα στοιχεία προσδιορισμού της αξίας του, έχει ληφθεί υπ' όψιν για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής και της εντεύθεν οφειλόμενης αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα, με αποτέλεσμα να μην απομένει πεδίο περαιτέρω αποκαταστατέας ζημίας του αιτούντος από την απαλλοτρίωση αυτή.

Υπό την αντίθετη εκδοχή, σε περίπτωση απαλλοτριώσεως ολόκληρου οικοδομήσιμου ακινήτου (οικοπέδου) ο ιδιοκτήτης του θα έπρεπε να αποζημιωθεί κατά την αξία του ακίνητου, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνεται υπ' όψιν και η οικοδομησιμότητα του ακινήτου, αλλά και για την απώλεια της δυνατότητας οικοδομήσεως στο ακίνητο αυτό, πράγμα που θα οδηγούσε σε διπλή αποζημίωση για την ίδια αιτία.

Περαιτέρω, από την αποκοπή του απαλλοτριούμενου τμήματος ούτε η θέα ούτε ο φωτισμός κ.λ.π. του υπολοίπου περιορίζεται , ενώ και όσον αφορά την επικαλούμενη δεύτερη είσοδο, που φέρεται να έχει η ιδιοκτησία, η είσοδος αυτή ούτε στην αίτηση, ούτε στην κατάθεση του μάρτυρα Μ1, ούτε στις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις προσδιορίζεται επακριβώς, ενώ στις φωτογραφίες του ακινήτου που προσκομίζει ο αιτών Χ1 και στις οποίες απεικονίζεται η όλη ιδιοκτησία από πολλές και διαφορετικές θέσεις λήψεως δεν φαίνεται τέτοια είσοδος.

Έτσι δεν προκύπτει η ακριβής θέση και οι διαστάσεις της τυχόν δεύτερης αυτής εισόδου, η χρησιμότητα που αυτή αυτοτελώς παρείχε στο ακίνητο, καθώς και κυρίως η επικαλούμενη αδυναμία εξυπηρετήσεως του ακινήτου και από τον εναπομένοντα ακάλυπτο χώρο, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η επικαλούμενη στέρηση της εξυπηρέτησης του ακινήτου και η εντεύθεν τυχόν μείωση της αξίας του.

Από την ένδικη απαλλοτρίωση και την ανάδειξη του απαλλοτριούμενου κτίσματος (παλαιά λουτρά) ως ιστορικού μνημείου θα υπάρξει, αντιθέτως, ακόμη μεγαλύτερη αναβάθμιση της περιοχής και του ακινήτου, καθ' ην στιγμή μάλιστα ο ίδιος ο αιτών δεν μπορούσε να αξιοποιήσει, λόγω της φύσεώς του, το απαλλοτριούμενο κτίσμα (ιδίως καταθέσεις Μ1 και Μ2).

Το αίτημα επομένως του Χ1 για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μειώσεως της αξίας της εναπομένουσας ιδιοκτησίας του συνεπεία της απαλλοτριώσεως (άρθρ. 13 §4 του ΚΑΑΑ), για την οποία, σημειωτέον, υποβλήθηκε μεν από τον αιτούντα η κατά νόμο αίτηση στην οικεία επιτροπή (άρθρ. 15§2 και 19§6 του ΚΑΑΑ), που όμως δεν συνέταξε σχετική έκθεση, (υπ' αριθμ. ...

έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας ...), είναι αβάσιμο και πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις και να προσδιορισθεί η οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο με τα συστατικά του στα προαναφερόμενα ποσά, ήτοι για μεν το έδαφος στο ποσό των 733,68 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο, για δε το κτίσμα (παλαιά λουτρά) και τα τέσσερα δένδρα, για τα οποία (κτίσμα και δένδρα), σημειωτέον, μόνο το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, αφού στην κρινόμενη από 4.12.2001 αίτηση του Χ1 δεν περιλαμβάνεται τέτοιο αίτημα, στα ποσά των 58,69 ευρώ ανά κυβ. μέτρο και των 88,04 ευρώ ανά δένδρο, αντίστοιχα.

Τα ανωτέρω ποσά αντιστοιχούν στα ποσά της προσωρινής αποζημίωσης που είχε καθορισθεί με την προμνησθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατά συνέπεια δε και μη υφισταμένης διαφοράς είναι απορριπτέο πρωτίστως ως άνευ αντικειμένου το αίτημα που υπέβαλε ο αιτών Χ1 με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης κλήση και με τις προτάσεις του της παρούσης συζητήσεως να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ' αυτόν τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής αποζημίωσης και της οριστικής που θα προσδιορισθεί (καταψηφιστικό αίτημα), και δη εντόκως, με τον κοινό της υπερημερίας τόκο".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και οι δεύτερος και τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι ως προς τις προβαλλόμενες ελλείψεις, που αφορούν τη μη παράθεση στην αναιρεσιβαλλομένη των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων και το αναφερόμενο στην απόφαση συγκριτικό στοιχείο, καθώς και τα κριτήρια, με βάση τα οποία εκτιμήθηκε το κτίσμα, είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8, εδ.

β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τους ίδιους ως άνω λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται και η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8, εδ. β ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του για ετήσια σημαντική αύξηση της αξίας των ακινήτων στην περιοχή του απαλλοτριωθέντος και για μεγάλη αρχαιολογική αξία του κτίσματος των παλαιών λουτρών.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε.

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ, 1 εδ. β του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι μετά την άσκηση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως απαλλοτριουμένου, η υποβολή αιτήματος για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, την καταψήφιση της αποζημιώσεως και την καταβολή τόκων επ' αυτής, που δεν περιέχονται στην αίτηση, είναι ανεπίτρεπτη, αν δεν γίνεται με ιδιαίτερο εισαγωγικό δικόγραφο δίκης, αλλά με τις προτάσεις ή με την κλήση, με την οποία εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση, η οποία δεν αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο και δεν εφαρμόζονται γι' αυτήν οι περί ασκήσεως της αγωγής διατάξεις, διότι έτσι διευρύνεται απαραδέκτως το κύριο αίτημα της αίτησης για τον καθορισμό αποζημίωσης, αφού πρόκειται για αίτηση παροχής έννομης προστασίας διαφόρου είδους (ΑΠ 566/2005).

Περαιτέρω, η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση...Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 4-12-2001 αίτησή του, όπως από αυτή προκύπτει, ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου σε 2.934,70 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου του κατά ποσοστό 40 %.

Μετά την έκδοση της 1552/2005 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η 578/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δίκασε την πιο πάνω αίτηση του αναιρεσείοντος και την αντίθετη από 5-2-2002 αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ο αιτών, με την από 6-11-2006 κλήση-αίτηση, επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου και υπέβαλε συνάμα τα ακόλουθα αιτήματα. "Να καθοριστεί οριστική τιμή του εδάφους σε τρεις χιλιάδες οκτακόσια (3.800) ευρώ κατά τ.μ., η αξία της κατοικίας σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ κατά κυβ.

μέτρο, η αξία των απαλλοτριωμένων συστατικών (παλαιά λουτρά) σε δύο χιλιάδες διακόσια (2.200) ευρώ κατά κυβ. μέτρο. Να υπολογισθούν στα κυβ. μέτρα του κτίσματος των παλαιών λουτρών και τα θεμέλια αυτών. Να προσδιορισθεί αποζημίωση του εδάφους εκτός απαλλοτρίωσης και της κατοικίας του στο 50% της αξίας του. Να υποχρεωθεί το δεύτερο των καθ' ων να του καταβάλλει τη διαφορά της αποζημίωσης που θα καθοριστεί από το Εφετείο, νομιμότοκα, με τον κοινό τόκο υπερημερίας, μετά έξι μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης του Εφετείου".

Το ανωτέρω όμως αίτημα για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που δεν περιέχεται στην αρχική αίτηση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, απαραδέκτως υποβλήθηκε με την εν λόγω κλήση-αίτηση. Το Εφετείο, μετά τις παραδοχές που αναφέρθηκαν παραπάνω, δέχτηκε ότι "κατά συνέπεια δε και μη υφισταμένης διαφοράς είναι απορριπτέο πρωτίστως ως άνευ αντικειμένου το αίτημα που υπέβαλε ο αιτών Χ1 με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης κλήση και με τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως".

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω αίτηση και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και δεν τη δίκασε, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι, δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως είναι η αίτηση στο Εφετείο, η κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως κλπ.

Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστό, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που είναι ανέλεγκτη.

Επίσης, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί για τη δεύτερη είσοδο του κτίσματος, που φέρεται ότι καταργείται με την απαλλοτρίωση κι' έτσι μειώνεται η αξία του, ότι "η είσοδος αυτή ούτε στην αίτηση, ούτε στην κατάθεση του μάρτυρα Μ1, ούτε στις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις προσδιορίζεται ακριβώς, ενώ στις φωτογραφίες του ακινήτου που προσκομίζει ο αιτών Χ1 και στις οποίες απεικονίζεται η όλη ιδιοκτησία από πολλές και διαφορετικές θέσεις λήψεως δεν φαίνεται τέτοια είσοδος", παραμόρφωσε το περιεχόμενο, α) της από 6-11-2006 κλήσης-αίτησής του, β)της τεχνικής έκθεσης του Π1 και γ) των φωτογραφιών που προσκομίστηκαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, για μεν το υπό στοιχεία α' έγγραφο, διότι πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο, για δε τα υπό στοιχεία β' και γ' αποδεικτικά έγγραφα, διότι το δικαστήριο μετά από ορθή ανάγνωση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό, που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό.

VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, αφού οι τελευταίοι δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα, (δεν κατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν με δήλωση).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση των 1197/2006 (προδικαστικής) και 808/2007 (οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ