Legislator Case Law & Legislation
1539/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court judgment due to procedural defects and lack of evidence.

Case Number 1539/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the publisher's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the court erred in assessing evidence and failed to consider specific documents, but the court found these grounds inadmissible or unfounded. The court ruled that the lower court properly evaluated all submitted evidence and that the appellant's absence did not prevent the proceedings from continuing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if it relies on a lack of separate evidence ruling or fails to prove the court ignored submitted evidence.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment burden of proof evaluation of evidence procedural admissibility absence of defendant

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 13 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 paragraph gamma of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 sections b and gamma of the Code of Civil Procedure
Article 575 section b' of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 816/2004
1739/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1539 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1539/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... και ΣΙΑ ΟΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσώλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14128/2002 του ίδιου Δικαστηρίου 1740/2003 προδικαστική και 1387/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα,όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου,ανέγνωσε την από 15-2-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 29-1-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μη απαιτουμένης νέα κλήσεως (άρθρο 226 παρ. 4 εδαφ. β, γ και 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο Ψ. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α)..... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή...." . Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά εφετειακής αποφάσεως μη οριστικής, όπως είναι και η απόφαση του Εφετείου με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζητήσεως σύμφωνα με το άρθρο 254 εδαφ. α' ΚΠολΔ. Επομένως, η κατά τέτοιας (μη οριστικής) αποφάσεως ασκούμενη αναίρεση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1740/2003 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως και η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων προς αυτούς είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά τα άρθρα 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 ΚΠολΔικ το δικόγραφο της αγωγής εκτός από τα άλλα στοιχεία, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή...β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη μιας διαδικαστικής προϋποθέσεως.

Εξάλλου κατ` άρθρο 681 ΑΚ με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσης συμβάσεως μισθώσεως έργου, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως και παραδόσεως τούτου στον εργοδότη, της συμφωνηθείσης αμοιβής και της παραλαβής του έργου από τον εργοδότη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 21-12-2000 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, ο πρώτος ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση που καταρτίσθηκε το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 1994 με το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης Χ, ανέλαβε την συγγραφή της εισαγωγής, την μετάφραση και το σχολιασμό των κειμένων των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων Στοβαίου, Πολύβιου και Αθήναιου, προκειμένου να αποτελέσουν τμήμα της εκδιδόμενης από την αναιρεσείουσα σειράς βιβλίων με τον τίτλο "Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ", αντί αμοιβής 16.000 δραχμών για κάθε δεκαεξασέλιδο της έκδοσης.

Ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, παρέδωσε στην αναιρεσείουσα κατά τα έτη 1995-1997 το συμφωνηθέν έργο και η τελευταία εξέδωσε συνολικά 44 τόμους ήτοι 18 τόμους του Στοβαίου, 11 τόμους του Πολύβιου και 15 τόμους του Αθήναιου, στους οποίους περιλαμβάνονται 452 τυπογραφικά δεκαεξασέλιδα. Ότι η αμοιβή του με βάση τα συμφωνηθέντα ανήλθε συνολικά στο ποσό των 7.232.000 δραχμών έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 1.100.000 δραχμών, απομένοντος εισέτι οφειλομένου υπολοίπου 6.132.000 δραχμών, την καταβολή του οποίου αρνείται η αναιρεσείουσα.

Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την έγγραφη όχλησή της, που έλαβε χώρα στις 27-9-2000. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681, 694, 345 ΑΚ, αγωγή του αναιρεσιβλήτου, στην οποία γίνεται μνεία του χρόνου συνάψεως της εργολαβικής σύμβασης, του συμφωνηθέντος έργου, της εκτελέσεως, της παραδόσεως αυτού στην εργοδότρια αναιρεσείουσα και της παραλαβής τούτου από την τελευταία, καθώς και της συμφωνηθείσης αμοιβής για την εκτέλεση του έργου είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ και ειδικότερα περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον αναιρεσίβλητο κατά της αναιρεσείουσας, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Δεν ήταν δε απαραίτητο να εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής ο τρόπος κατά τον οποίο προκύπτει ο τελικός συνολικός αριθμός των 452 τυπογραφικών δεκαεξασέλιδων με αναφορά των τίτλων των εκδοθέντων συνολικά 44 τόμων, ούτε ο αριθμός των δεκαεξασέλιδων του κάθε τόμου ή συγγραφέα, αφού κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν η αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 16.000 δραχμών ανά δεκαεξασέλιδο, χωρίς διάκριση συγγραφέα.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η επικαλούμενη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και γι` αυτό ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα πραγματικά ή νομικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Ειδικότερα, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην ιστορική βάση της αγωγής και συγκεκριμένα ότι "από τη δέουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι ως αμοιβή του ενάγοντος για την εκτέλεση του πιο πάνω έργου συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή το ποσό των 1.100.000 δραχμών για τα κείμενα που θα αφορούσαν καθένα από τους τρεις συγγραφείς, ήτοι το σύνολο της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στην εναγομένη ανήλθε στο συνολικό ποσό των 3.300.000 δραχμών και όχι στο ποσό των 7.232.000 δραχμών όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων.

Τα υποστηριζόμενα από τον τελευταίο περί του ότι το ποσό της αμοιβής του συμφωνήθηκε σε 16.000 δραχμές ανά τυπογραφικό δεκαεξασέλιδο του συνολικού έργου και συνεπώς το συνολικό ύψος της αμοιβής του ανήλθε στο ποσό των 7.232.000 δραχμών ενόψει του ότι τα τυπογραφικά δεκαεξασέλιδα ανήλθαν σε 452 (452 Χ 16.000) δεν αποδείχθηκαν ουσιαστικά βάσιμα".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον κατά τα προλεχθέντα, "πράγματα" δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων, τις οποίες το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υπόκειται η κρίση του αυτή σε αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες άντλησε τα πραγματικά επιχειρήματα για την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή της αγωγής, χωρίς να επέλθει καμία μεταβολή της ιστορικής βάσεως αυτής.

Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου ότι ως αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για το αναληφθέν έργο συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή αμοιβή ποσού 1.100.000 δραχμών για τα κείμενα που θα αφορούσαν καθένα από τους τρεις συγγραφείς και όχι το ποσό των 16.000 δραχμών για κάθε δεκαεξάσελιδο όπως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, αποτελεί ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αποτελεί προσδιορισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου με βάση τα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και όχι "πράγμα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.

Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, κατά την οποία εκδικάστηκε η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 816/2004, 1739/2002). Επομένως η από το άρθρο 559 αριθ.13 ΚΠολΔ αιτίαση του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που εκδόθηκε κατά την ανωτέρω διαδικασία στο μονομελές πρωτοδικείο, χωρίς την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το αναφερόμενο στο αναιρετήριο αποδεικτικό έγγραφο, δηλαδή την από 8-3-1995 ιδιόγραφη επιστολή του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... και ΣΙΑ Ο.Ε" για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1387/2005 και 1740/2003 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ