Legislator Case Law & Legislation
1539/2007 AI generated

1539/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1539/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1539/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάγονται, ως εκ τούτου, στην πρώτη (υπό στοιχείο α΄) εξαίρεση οι οψιγενείς αποσβεστικές ενστάσεις, δηλαδή αυτές που γεννήθηκαν μετά την τελευταία ως άνω συζήτηση. Και τούτο, γιατί οι εν λόγω ενστάσεις μπορούν μεν, υπό τους όρους του άρθρου 527 αρ. 2 ΚΠολΔ, να στηρίξουν το αίτημα της εφέσεως, δεν προβλέπονται όμως ως λόγος αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1539 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1539/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:.............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ζιάκα.

Του αναιρεσιβλήτου:............, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιαμπαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία ανάπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης εξέδωσε την 202/2003 απόφαση επί της οποίας ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 1451/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-8-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Η ρύθμιση αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομική ορθότητα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που έχουν τεθεί υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου μέχρι την τελευταία ενώπιόν του συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Δεν υπάγονται, ως εκ τούτου, στην πρώτη (υπό στοιχείο α΄) εξαίρεση οι οψιγενείς αποσβεστικές ενστάσεις, δηλαδή αυτές που γεννήθηκαν μετά την τελευταία ως άνω συζήτηση. Και τούτο, γιατί οι εν λόγω ενστάσεις μπορούν μεν, υπό τους όρους του άρθρου 527 αρ. 2 ΚΠολΔ, να στηρίξουν το αίτημα της εφέσεως, δεν προβλέπονται όμως ως λόγος αναιρέσεως.

Εξ άλλου, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας, να λάβει υπόψη την ύπαρξη δεδικασμένου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 ή του αριθμού 14 - και όχι του αριθμού 16 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η θεμελίωση αυτού του λόγου προϋποθέτει ότι το πραγματικό υλικό, από το οποίο προκύπτει το δεδικασμένο της πρώτης αποφάσεως, υπήρχε και είχε τεθεί υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου κατά την τελευταία ενώπιόν του συζήτηση, αλλιώς η δεύτερη απόφαση θα ήταν δεκτική προσβολής με αίτηση αναψηλαφήσεως (άρθρα 544 αρ. 1 και 549 παρ.2 ΚΠολΔ).

Έτσι, αν οι (τελεσίδικες) αντιφατικές αποφάσεις εκδόθηκαν από το ίδιο δικαστήριο μετά την τελευταία ενώπιόν του συζήτηση επί των αντίστοιχων υποθέσεων, τότε η δικονομική αυτή παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο με αίτηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8, 14 ή 16 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να στηρίξει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 544 αρ.1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναψηλαφήσεως, η τυχόν αποδοχή της οποίας θα υποχρεώσει το δικαστήριο να εξαφανίσει την τελευταία από τις αντιφατικές αποφάσεις (άρθρο 549 παρ.2 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια ότι, αν και μετά την τελευταία σ' αυτό συζήτηση (18-2-2005) εξέδωσε (δημοσίευσε) αρχικώς τη 1450/2005 απόφαση και εν συνεχεία την προσβαλλόμενη 1451/2005 απόφαση, εντούτοις αγνόησε το εκ της πρώτης αποφάσεώς του παραχθέν δεδικασμένο, ως προς τη λόγω συμψηφισμού επελθούσα απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως, την οποία ο αναιρεσίβλητος είχε προτείνει στη δίκη εκείνη προς συμψηφισμό με απαίτηση (εκ συναλλαγματικών) του αναιρεσείοντος, για την οποία είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, η ανωτέρω πλημμέλεια, μη υπάρχουσα κατά την τελευταία συζήτηση στο εφετείο, απαραδέκτως προτείνεται για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη, αφού δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, ο οποίος υπάγεται κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

II. Ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.

Η ίδρυση αυτού του λόγου προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού παραδεκτού και νομίμου, αφού διαφορετικά ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, 2/2001, 12/2000). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ, σε συνδυασμό με τις συμπληρωματικώς εφαρμοζόμενες διατάξεις των 741 επ.

του ΑΚ για την αστική εταιρία, συνάγεται ότι, μετά τη λόγω καταγγελίας επελθούσα λύση της αφανούς (συμμετοχικής) εταιρίας και τη συνακόλουθη άμεση περάτωσή της, ο αφανής εταίρος δικαιούται να αξιώσει από τον εμφανή την απόδοση της εισφοράς του και την καταβολή της αναλογίας του στα κέρδη. Ως κέρδος νοείται το καθαρό προϊόν που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων.

Έτσι, επί αρνήσεως του εμφανούς εταίρου να αποδώσει στον αφανή την ανάλογη, βάσει της εταιρικής σχέσεως, μερίδα του επί των κερδών, στοιχείο της σχετικής αγωγής του τελευταίου αλλά και της επιδικάζουσας τα κέρδη αποφάσεως είναι ο ακριβής προσδιορισμός των καθαρών κερδών και όχι η τυχόν ύπαρξη αφαιρετέων εξόδων, των οποίων το βάρος επικλήσεως έχει ο εναγόμενος.

Εν προκειμένω, από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Αναφορικώς προς το αγωγικό αίτημα της επιδικάσεως στον αναιρεσίβλητο (αφανή εταίρο) του μεριδίου του (50%) επί των καθαρών κερδών που πραγματοποιήθηκαν από τη λειτουργία της μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος (εμφανούς εταίρου) συσταθείσας αφανούς εταιρίας, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με το φορτηγό αυτοκίνητο ψυγείο, στην εκμετάλλευση του οποίου αποσκοπούσε η σύσταση της αφανούς εταιρίας, ο οδηγός αυτού (αναιρεσίβλητος) πραγματοποίησε, από τον Σεπτέμβριο του έτους 1996 έως την κατά το τέλος Φεβρουαρίου του έτους 1998 επελθούσα λύση της εταιρίας με καταγγελία της από τον αναιρεσείοντα, είκοσι τρία (23) δρομολόγια στη Δυτική Ευρώπη και τη Ρωσία, με καθαρό κέρδος 500.000 δραχμών από κάθε δρομολόγιο και συνολικώς 11.500.000 δραχμών (23 χ 500.000), το ήμισυ δε αυτών εκ δραχμών 5.750.000, που αναλογεί στη συμφωνηθείσα μερίδα συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου επί των κερδών, επεδίκασε στον τελευταίο.

Με τις κατατεθείσες στο πρωτοδικείο έγγραφες προτάσεις του και με το εφετήριο ο αναιρεσείων προέβαλε στον πρώτο βαθμό και επανέφερε στην έκκλητη δίκη τον ισχυρισμό ότι από τα ως άνω κέρδη της αφανούς εταιρίας, τα οποία ανέρχονται κατά τον ίδιο στο συνολικό ποσό των 34.799.000 δραχμών, πρέπει να αφαιρεθούν α) τα 4/5, ήτοι το ποσό των 27.839.200 δραχμών ως έξοδα για "πετρέλαια κίνησης, διόδια και διελεύσεις, κόμιστρα μεταφοράς πλοίων προς Ιταλία, ασφάλεια αυτοκινήτου, πράσινη κάρτα εσωτερικού-εξωτερικού, ΤΙΡ Κάρνετ, φθορές αυτοκινήτου, συντηρήσεις κλπ., εγγυητικές, αμοιβή οδηγού και εφορία" και β) το ποσό των 700.000 δραχμών για τη ζημία που προκλήθηκε από το γεγονός ότι η ...........

ισόποση φορτωτική δεν πληρώθηκε, διότι υπέστη βλάβη το ψυγείο και κατεστράφη το εμπόρευμα των μανιταριών που έπρεπε να παραδοθεί σε παραλήπτη στην Αθήνα. Το εφετείο αγνόησε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως προς αμφότερα τα μέρη του. Όμως, ως προς το πρώτο (υπό α΄) μέρος, ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εξειδικεύονται τα επιμέρους χρηματικά ποσά για το καθένα από τα ως άνω έξοδα και για το καθένα από τα 23 δρομολόγια, με συνέπεια να ήταν αδύνατη τόσο η άμυνα του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) όσο και η ασφαλής δικαστική διάγνωση του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού.

Επομένως, σε σχέση με την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη του ως άνω μέρους του προβληθέντος ισχυρισμού, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό αόριστο και εντεύθεν απαράδεκτο (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ). Αντιθέτως, ως προς το δεύτερο (υπό β΄) μέρος, ο εκτεθείς ισχυρισμός περιέχει τα αναγκαία για τη διαδικαστική του πληρότητα στοιχεία και είναι νόμω βάσιμος, ερειδόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό και ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη του ειρημένου μέρους του ισχυρισμού, είναι βάσιμος.

Ως προς τις εκ του άρθρου 559 αρ.11 γ΄ και 10 ΚΠολΔ απορρέουσες αιτιάσεις, περί του ότι το εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη τις προς απόδειξη της κρίσιμης ενστάσεως προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα με επίκληση 44 φορτωτικές και αφετέρου δεν διέταξε αποδείξεις περί της ίδιας ενστάσεως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ίδρυσή του προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της ανωτέρω ενστάσεως, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

III. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση παντελή έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τον τρόπο υπολογισμού του καθαρού κέρδους των 500.000 δραχμών από καθένα από τα 23 δρομολόγια και ιδίως ως προς τον υπολογισμό του "τζίρου" και των σχετικών εξόδων και ζημιών.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου, τα ανωτέρω στοιχεία δεν ήταν απαραίτητο κατά νόμο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί αφαιρετέων εξόδων ήταν αόριστη. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά την αιτίαση περί μη αναφοράς του "τζίρου" και των εξόδων, είναι αβάσιμος, ενώ, κατά την αιτίαση περί μη αναφοράς των ζημιών, στερείται αντικειμένου, μετά τη σχετική ως άνω αποδοχή ως εν μέρει βασίμου του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου.

IV. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Εν προκειμένω, το εφετείο, αναφορικώς με το αγωγικό αίτημα της αποδόσεως του ποσού των 10.280.000 δραχμών στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι προς επίτευξη του σκοπού της συσταθείσας μεταξύ τους αφανούς εταιρίας οι διάδικοι συμφώνησαν να συνεισφέρουν το αναφερόμενο στην απόφαση του φορτηγό αυτοκίνητο ψυγείο κυριότητας του αναιρεσείοντος και ο τελευταίος να μεταβιβάσει στον αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 50% αδιαιρέτως την κυριότητα του εν λόγω αυτοκινήτου αντί τιμήματος 25.000.000 δραχμών, έναντι του οποίου ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε στις 14-9-1996 στον αναιρεσείοντα το ποσό των 8.280.000 δραχμών, αποδεχθείς επιπλέον 30 συναλλαγματικές εκδόσεως του αναιρεσείοντος, ποσού 500.000 δραχμών η κάθε μία και λήξεως από 30-9-1996 έως 30-11-1998, ακόμη δε ότι η συνεισφορά του αναιρεσιβλήτου στην αφανή εταιρία "με την αγορά του 50% του ψυγείου αρχίζει τον Σεπτέμβριο 1996", αλλά και ότι το προκαταβληθέν για την αγορά αυτή ως άνω ποσό των 8.280.000 δραχμών από τον αναιρεσίβλητο "ήταν μέρος της συνεισφοράς του στην αφανή εταιρία", ακολούθως δε το εφετείο επεδίκασε το εν λόγω ποσό στον αναιρεσίβλητο.

Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω, κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου, διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, οι παραδοχές αυτές ενέχουν αντίφαση και ασάφεια ως προς το ζήτημα αν η εισφορά του αναιρεσιβλήτου συνίστατο στην παραχώρηση κατά χρήση του 1/2 αδιαιρέτως του άνω φορτηγού αυτοκινήτου ή στην καταβολή του συμφωνηθέντος για το ποσοστό αυτό τιμήματος πωλήσεως, με συνέπεια να μη μπορεί να κριθεί η ύπαρξη ή μη δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να αξιώσει την απόδοση του άνω ποσού των 8.280.000 δραχμών.

Με την εκδοχή δε ότι το εν λόγω ποσό δεν αποτελεί εισφορά, η απόδοση του θα μπορούσε να ζητηθεί με τους όρους των άρθρων 380, 382 και 383 ΑΚ (άρθρο 516 του ιδίου Κώδικα), η συνδρομή όμως των όρων αυτών δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κρίθηκαν βάσιμοι οι δεύτερος (εν μέρει) και τέταρτος (εν όλω) λόγοι του αναιρετηρίου και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1451/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ