Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to raise abuse of process argument at first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed against the Third Instance Court of Larissa regarding a civil dispute. The appellants argued that the lower court abused its process by allowing a lawsuit filed after a long delay, but the court rejected this claim as inadmissible. The court ruled that this specific legal argument must have been raised before the court of first instance, which it was not, rendering the appeal procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging abuse of process due to delay must be raised at the court of first instance, otherwise it is inadmissible on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1538 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1538/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ Εθνικών Μεταφορών Σ. Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. χήρας Κ. Σ., κατοίκου ..., 3) Φ. Κ. Σ., κατοίκου ... και 4) Κ. Κ. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Παπαστεργίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και
Β. Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Π. χήρας Δ., κατοίκου ..., 2) Α. - Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 3) Φ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 4) Α. Π. του Δ., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Π. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - ΠΑΡΑΓΩΓΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Α. Χ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 854/2015 μη οριστική του Αρείου Πάγου και 973/2017 οριστική του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 8-1-2016 κλήση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των : 1) Α. χήρας Δ. Σ. και 2) Κ. Σ. του Δ., αναίρεσε την 423/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 192/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. αναιρεσείουσες με την από 7-1-2020 αίτησή τους και οι Β. αναιρεσείοντες με την από 03-01-2020 αίτησή τους και τους από 31-08-2021 πρόσθετους λόγους. Μετά τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αρχικού διαδίκου Δ. Π., η ως άνω Β. αναίρεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 12-10-2023 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Επί της από 7-1-2020 ( Αριθμ.Καταθ. 2/2020 Αριθ. Δικ. 2218/2021) αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ. 192/ 2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1008/2021).
Στην περίπτωση αυτή η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης της αναίρεσης (ΟλΑΠ 17/2013). Η προσβαλλόμενη απόφαση (192/2019) εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των αναιρεσειουσών της ως άνω από 7-1-2020 αναίρεσης, Ε. χα Κ. Σ., Φ. θυγ. Κ. Σ. και Κ. θυγ. Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Οι ως άνω αναιρεσείουσες Ε. χα Κ. Σ., Φ. θυγ. Κ. Σ. και Κ. θυγ. Σ. παραιτήθηκαν ρητά με το αναιρετήριο από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους. Β) Επί της από 3-1-2020 (Αριθμ.Καταθ. 5/2020, Αριθ. Δικ. 388/2020) αίτησης αναίρεσης και των από 31-8-2021 πρόσθετων λόγων αυτής για αναίρεση της αυτής υπ'αριθμ. 192/ 2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας :
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 παρ.1, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος) αυτού (Ολ ΑΠ 22/2000). Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης.
Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή, δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η συζήτηση επί της από 3-1-2020 αίτησης αναίρεσης και των από 31-8-2021 πρόσθετων λόγων αυτής είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 11/10/2020, οπότε μετά από αναβολή προσδιορίστηκε στις 13/3/2022 και κατά την δικάσιμο αυτή επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του δεύτερου αναιρεσείοντος Δ.
Π., την .../2022, όπως προκύπτει και από την από ...-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Αμαρουσίου και μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού ήτοι τη Μ. Π., Α.- Ε. Π., Φ. Π. και Α. Π. (βλ. από το από ...-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αγιάς Λαρίσης). Ακολούθως με την ένδικη από 12-10-2023 κλήση τους οι ως άνω καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος Δ.
Π. ζήτησαν να οριστεί δικάσιμος για την συζήτησή της από 3-1-2020 αίτησης αναίρεσης και των από 31-8-2021 πρόσθετων λόγων αυτής προκειμένου να συνεχίσουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14-10-2024). Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: (α) της από 7-1-2020 αίτησης αναίρεσης (β) της από 3-1-2020 αίτησης αναίρεσης και (γ) των από 31-8-2021 πρόσθετων λόγων αυτής, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 192/ 2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθώς και οι από 31-8-2021 πρόσθετοι λόγοι της της 3-1-2020 αίτησης αναίρεσης (βλ. την υπ'αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας Ι. Σ.) σύμφωνα με τα άρθρα 568 παρ. 2, 3, 569 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι ως άνω αναιρέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 192/ 2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) Κ. Α., με την από 24.9.2009 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά των 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.
ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" 2) Δ. Π., 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ε. Εθνικών Μεταφορών Σ. Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", 4) Κ. Σ., 5) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΡΙΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΙΑ FRUIT ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και 6) Δ. Σ. ζήτησε :1) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταβίβασης από τον ενάγοντα προς την τρίτη εναγομένη των ονομαστικών μετοχών (83.300) της εταιρίας "Ψυγεία - Συσκευαστήρια - Εισαγωγές - ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ" 2) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτής της καταχώρησης και να διαταχθεί η πέμπτη εναγόμενη να προβεί στη διαγραφή της από το ειδικό βιβλίο μετοχών αυτής της εταιρίας και από τα σώματα των μετοχών 3) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μεταβίβασης των ιδίων μετοχών από την τρίτη εναγόμενη στην πρώτη εναγόμενη, 4) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτής της καταχώρησης και να διαταχθεί η πέμπτη εναγόμενη να προβεί στη διαγραφή αυτής της καταχωρήσεως από το ανωτέρω ειδικό βιβλίο και από τα σώματα των ανωτέρω μετοχών, 5) Να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος των παραπάνω μετοχών 6) Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη εταιρία Π.
ΑΕ να του αποδώσει αυτές τις μετοχές, και 7) Να αναγνωριστεί η σε ολόκληρο υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν το ποσό των 427.500 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 217/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η αγωγή ως προς τα υπό στοιχεία 6 και 7 αιτήματα αυτής καθώς και ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης των μετοχών κατά τη συρρέουσα βάση της παραβίασης της παρ. 4 του άρθρου 79 του ν. 2238/1994, ενώ κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη ως προς τα πέντε (5) πρώτα αιτήματά της και στη συνέχεια έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς αυτά.
Κατά της αποφάσεως αυτής, οι μεν τρίτη, τέταρτος και έκτος των εναγομένων άσκησαν την με αρ. κατ. 242/.2011 έφεσή τους, οι δε πρώτη και πέμπτη τούτων, την με αρ. κατ. 243/ 2011 έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το δικαστήριο τούτο με την 423/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις, τις δέχθηκε αμφότερες από τυπική και ουσιαστική άποψη και στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, κάνοντας δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εφεσίβλητος (ενάγων) με την από 20.1.2014 (αρ. κατ. 7/2014) αίτησης αναίρεσης, εναντίον όλων των ως άνω εκκαλούντων. Μετά την άσκηση της αναίρεσης του ενάγοντος Α. Κ., απεβίωσαν οι εκ των εναγομένων Δ. Σ. και Κ. Σ. και στην θέση τους υπεισήλθαν οι καθολικοί διάδοχοί τους . Επί της ως άνω από 20.1.2014 (αρ.
κατ. 7/2014) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 973/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση για πλημμέλειες κατ'άρθρο 559 ΚΠολΔ παρ. 1και 19 και 11 περ. γ' και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν μετά από κλήση του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής Τριμελές Εφετείο Λάρισας η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 192/2019 απόφαση, η οποία αφού συνεκδίκασε τις ως άνω με αρ.
κατ. 242/ 2011 και με αρ. κατ. 243/2011 εφέσεις, απέρριψε την έφεση από 5-10-2011 έφεση του δεύτερου εκκαλούντος ως προς τους κληρονόμους του εκκαλούντος Κ. Σ. που υπεισήλθαν στη δίκη κατ' άρθρο 524 Κ.Πολ.Δ. και δέχθηκε τις ως άνω εφέσεις τυπικά ως προς τους λοιπούς και απέρριψε αυτές κατ'ουσίαν, αντικαθιστώντας και συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά το ως άνω μέρος.
Περαιτέρω, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "Η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 1132/2022, ΑΠ 845/2010).
Σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν προσβλήθηκε με έφεση η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 552 και 553 ΚΠολΔ, υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 297/2016).
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας η παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ακυρώνεται, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1215/2021 ) ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 1603/2023, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας μετά την παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρ.281 ΑΚ), προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.
Συνεπώς όταν αναιρείται η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή της καταλυτικής ενστάσεως, το δικαστήριο της παραπομπής έχει εξουσία να εξετάσει μόνο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, γιατί ως προς αυτό αφού δεν ερευνήθηκε από το αναιρετικό δικαστήριο κατόπιν παραπόνου του ηττηθέντος ενάγοντος υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο ( ΑΠ 66/2004).
Ειδικότερα το παραπάνω δικαστήριο, με την 423/2013 απόφασή του δικάζοντας, μετά από έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης (που δέχτηκε την αγωγή ως προς τα ως άνω αιτήματα της, 1 μέχρι 5), δέχθηκε τόσο την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και το έννομο συμφέρον αυτού ως προς το παραδεκτό της αγωγής όσο και την ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών προς την τρίτη εναγομένη ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε, στη συνέχεια όμως απέρριψε την αγωγή δεχόμενο κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που προτάθηκε από την τρίτη, τέταρτο και έκτο των εναγομένων (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., Κ.
και Δ. Σ.). Μετά από άσκηση αναίρεσης του ηττηθέντος ενάγοντος (εφεσίβλητου) κατά της ως άνω 423/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας αφού απορρίφθηκε η αγωγή γενομένης δεκτής της καταχρηστικής ένστασης ασκήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 973/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου (που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή της καταλυτικής ενστάσεως) και επομένως το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε εξουσία να εξετάσει μόνο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, γιατί ως προς αυτό, αφού δεν ερευνήθηκε από το αναιρετικό δικαστήριο κατόπιν παραπόνου του ηττηθέντος ενάγοντος, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο.
Ειδικότερα με την ως άνω υπ'αριθμ. 973/2017 απόφαση του Αρείου πάγου αναιρέθηκε η υπ'αριθμ. 423/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας για πλημμέλειες από τον αριθμό 1και 19 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη : ".. Κρίνοντας το Εφετείο ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Π. Εισαγωγές - Εξαγωγές Αγροτικών Προϊόντων και Εμπορευμάτων Ανώνυμη Εταιρία", έγινε κυρία των επίδικων μετοχών δια κτήσεως παρά μη κυρίου, δεδομένου ότι "πίστευε αδόλως και καλοπίστως ότι η Λαρισαϊκή ήταν κυρία του συνόλου των μεταβιβασθεισών μετοχών και ότι αυτή είχε αποκτήσει την κυριότητα τους με νόμιμο τρόπο", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1036 και 1037ΑΚ.
Συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1037 ΑΚ, διότι αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που η εν λόγω διάταξη απαιτεί για την έννοια της καλής ή της κακής πίστης και ειδικότερα αρκέστηκε στην πίστη και όχι στη γνώση της αποκτήσασας ή έστω στην άγνοια, μη οφειλόμενη όμως σε βαριά αμέλεια αυτής, αναφορικά με το αν η εκποιούσα εταιρία ήταν κυρία των μετοχών.
Περαιτέρω.....στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω άρθρων 1036 και 1037 ΑΚ ανέφικτο. Τούτο γιατί, δεν εξειδικεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της κακής πίστης, την οποία ρηματικώς δέχθηκε ότι δεν είχε η αναιρεσίβλητη, ενώ δεν περιέλαβε ουσιαστική παραδοχή για τα πραγματικά γεγονότα που θεμελίωναν τον ισχυρισμό του έχοντος και το βάρος απόδειξης αυτών αναιρεσείοντος περί κακής πίστης αυτής, κατά την κτήση των μετοχών, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή του και στις ενώπιον αυτού (Εφετείου) προτάσεις του, ήτοι δεν αποφάνθηκε σαφώς αν τα προταθέντα προς θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού του περί κακής πίστης της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο κτήσης των μετοχών περιστατικά, αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, ως βάσιμα, κατ' ουσίαν.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι τρίτος και πρώτος λόγοι, από τον αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερθείσες αναιρετικές πλημμέλειες..." Αναφορικά με την πλημμέλεια από το άρθρο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ η ως άνω απόφαση του Αρείου πάγου αναφέρει : "...ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο (κατ' ορθή αρίθμηση) της κρινόμενης αίτησης, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του και της σχετικής από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη): 1) Το από 23.3.2000 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ μεταξύ αφενός της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ και αφετέρου της ΑΓΙΑ FRUIT AE, που τότε είχε την επωνυμία Α. Κ. και Σια ΑΕ, και του τότε εκπροσώπου της Δ. Σ. και 2) το από 21.2.2000 ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ μεταξύ των μεταξύ των Σ.
Κ., Δ. Κ., Α. Κ. και Δ. Σ. τότε εκπροσώπου της Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ ΑΕ, τότε επωνυμίας της ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, από τα οποία προέκυπτε ο ισχυρισμός του ότι το χρέος προς την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και προς τους πατέρα και γιο Κ. το κατέβαλε (και μάλιστα πολύ πριν την σύνταξη του προσυμφώνου) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΠΑ FRUIT ΑΕ" και όχι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ".
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την σε αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ενώπιον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία κατά τη μόρφωση του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα αναφορικά με το ποιος κατέβαλε τα προαναφερθέντα ποσά στην Εγνατία Τράπεζα και στους Σ.
και Δ. Κ. Τούτο γιατί, παρά τη μη κατ' αρχήν ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς μνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο κατά τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, τα οποία διαφέρουν κατά περιεχόμενο από εκείνα που το Εφετείο μνημονεύει για απόδειξη της καταβολής των ανωτέρω χρεών, γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθησαν πράγματι υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος τα εν λόγω δύο έγγραφα, που είναι κρίσιμα και θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει το δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την παραδοχή της από το άρθρο 281ΑΚ ένστασης.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο άνω έβδομος λόγος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των άνω γενόμενων δεκτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ)...". Ακολούθως εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής Τριμελές Εφετείο Λάρισας η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 192/2019 απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : "... Με την υπ' αριθ. ....1998 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. και τη με αριθ. ... εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Λάρισας, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ιδρύθηκε και έκτοτε λειτουργεί με έδρα την Αγιά Λάρισας, η ανώνυμη εταιρία με την άλλοτε (ιδρυτική) επωνυμία "Ψυγεία - Συσκευαστήρια - Εισαγωγές - Εξαγωγές Α.
Κ. και ΣΙΑ Ανώνυμη Εταιρία" και ήδη, τροποποιηθέντος του καταστατικού, με την επωνυμία "Ψυγεία - Συσκευαστήρια - Εισαγωγές - Εξαγωγές - Αγιά Fruit ΑΕ" (πέμπτη εναγομένη). Σκοπός της εταιρίας είναι κυρίως η έναντι αμοιβής αποθήκευση και συντήρηση αγροτικών προϊόντων και η διαλογή, συσκευασία, τυποποίηση και μεταποίηση τέτοιων προϊόντων στο ιδιόκτητο συσκευαστήριο διαλογητήριό της στην Αγιά Λάρισας.
Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας είναι 170.000.000 δρχ κατανεμημένο σε 170.000 ονομαστικές μετοχές. Ο ενάγων Α. Κ. κάλυψε το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι το 50%, κατέχοντας 85.000 μετοχές των 1.000 δρχ εκάστη. Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο κάλυψαν η Μ. Ρ. και η Α. Κ., ανά 42.500.000 δρχ έκαστη, και ήταν έκαστη κάτοχος 42.500 μετοχών και ποσοστού 25% έκαστη.
Οι τελευταίες (Μ. Ρ. και Α. Κ.) μεταβίβασαν τις μετοχές τους στην ανώνυμη εταιρία μεταφορών "Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ" (τρίτη εναγόμενη), στην οποία ακολούθως και ο Α. Κ. (ενάγων), στις 15.12.1999, μεταβίβασε 1.700 μετοχές των 1.000 δρχ και έτσι παρέμεινε νόμιμος μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρίας 49%, ήτοι με 83.300 μετοχές των 1.000 δρχ έκαστη.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο Α. Κ., δυνάμει του από 30.12.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, τις μετοχές που του απέμειναν τις ενεχύρασε στη "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε.", ως λόγος δε της ενεχυράσεως αυτής αναφέρεται ότι η ανωτέρω εταιρία είχε εγγυηθεί την ασφάλεια δανείου, ποσού 25.000.000 δραχμών, που αυτός είχε λάβει με την υπ' αριθμ. ....2000 σύμβαση πιστώσεως από την Τράπεζα Εργασίας.
Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ενεχύρασης, η "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε." δεν είχε συνάψει ακόμη σύμβαση εγγυήσεως με την Τράπεζα Εργασίας για την οφειλή του ενάγοντος, η οποία έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άνω σύμβαση ενεχύρου, και συγκεκριμένα με ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε στις 7.1.2000 και στο οποίο για λογαριασμό της εταιρίας συμβλήθηκε ο Κ.
Σ. (βλ. σχετικό έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας). Επίσης, στο ίδιο συμφωνητικό ενεχύρασης περιλήφθηκε ο όρος ότι μετά το πέρας της ημερομηνίας λήξεως του ενεχύρου, που συμφωνήθηκε η 31.12.2003, εφόσον δεν είχε εξοφληθεί από τον ενεχυριάζοντα Α. Κ. το δάνειό του στην Τράπεζα Εργασίας και δεν είχε αρθεί η εγγύηση της ενεχυρούχου ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., τότε αυτομάτως οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν στην τελευταία.
Στη συνέχεια, με το από 20.3.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε η δια του από 30.12.1999 συμφωνητικού ενεχύραση των 83.300 μετοχών και περιορίσθηκε σε 45.000 μετοχές, ισχύοντος κατά τα λοιπά μεταξύ των μερών του από 30.12.1999 ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Α. Κ. και της ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., όπως εκπροσωπείτο από τον Κ.
Σ. Μετά από την τροποποίηση αυτή επεστράφησαν τυπικά οι υπόλοιπες 38.300 μετοχές στον Α. Κ., ο οποίος με το από 20.3.2001 νέο ιδιωτικό συμφωνητικό που κατήρτισε με τον Δ. Σ., ατομικά, του ενεχύρασε τις μετοχές αυτές, προς εξασφάλιση απαίτησης του τελευταίου, ύψους 15.000.000 δρχ, προερχόμενη από χορηγηθέν δάνειο. Έναρξη του νέου αυτού ενεχύρου ορίστηκε η 20.3.2001 και λήξη η 20.3.2004, οπότε για την επιστροφή των μετοχών θα έπρεπε ο Α.
Κ. να εξοφλήσει το δάνειο με τους νόμιμους τόκους. Ταυτόχρονα με τις ανωτέρω συμφωνίες, στις 20.3.2001, ο Α. Κ., προσυμφώνησε με την εταιρία "ΑΕ Εθνικών Μεταφορών Σ. Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", τη (μελλοντική) πώληση προς αυτή του ποσοστού του στην ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, ήτοι των 83.300 μετοχών του, με τον όρο της εξωνήσεως. Προς τούτο, τα μέρη υπέγραψαν το με αριθ. ....2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.
Ν., στο οποίο περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και οι εξής όροι: 1) Το τίμημα ορίσθηκε στο ποσό των 115.000.000 δρχ, 2) Η καταβολή του τιμήματος συμφωνήθηκε να γίνει δια εξοφλήσεως από την αγοράστρια εταιρία των εξής ατομικών χρεών του ενάγοντος: α) 75.000.000 δρχ χρέος του προς την ίδια την εταιρία, δηλαδή προς την ήδη ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, η οποία εξόφληση έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός τριών (3) ετών από της υπογραφής του προσυμφώνου, ήτοι μέχρι 20.3.2004, β) 25.000.000 δρχ χρέος του προς την "Τράπεζα Εργασίας ΑΕ", για το οποίο, όπως και για το αμέσως επόμενο, των 15.000.000 δραχμών, προφανώς εκ παραδρομής δεν αναφέρεται στο προσύμφωνο χρόνος καταβολής αλλά ίσχυε το ίδιο τριετές χρονικό διάστημα, γ) 15.000.000 δρχ χρέος προς το Δ.
Β. Σ., μέτοχο της "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗΣ ΑΕ", 3) η προσυμφωνία τους αυτή τελούσε υπό τον όρο της εξωνήσεως από τον Α. Κ. των μετοχών του, με το ίδιο τίμημα και με προθεσμία ασκήσεως αυτού του δικαιώματος εντός των ανωτέρω τριών ετών, ήτοι μέχρι 20.3.2004, διαφορετικά έχανε αυτό το δικαίωμα και η μέλλουσα αγοράστρια θα δικαιούται να προβεί στη σύνταξη και υπογραφή του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου με αυτοσύμβαση.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι παρερχομένης απράκτου της ανωτέρω τριετούς προθεσμίας ασκήσεως του δικαιώματος εξωνήσεως από τον Α. Κ., παρέχεται από τον τελευταίο ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα προς την ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., όπως χωρίς καμία κλήτευση του μέλλοντος πωλητού, υπογράψει αυτό το οριστικό πώλησης με αυτοσύμβαση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ.
Έτσι, παρόλο που η μεταβίβαση της κυριότητας των μετοχών κατά το νόμο γίνεται με απλή συμφωνία και παράδοση άρθρο 1034 ΑΚ, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα μέρη όρισαν ως τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο άλλωστε στην περίπτωση της αυτοσύμβασης, επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 235 παρ. 2 ΑΚ). Στις 19.1.2005, ένα χρόνο περίπου μετά την παρέλευση του χρόνου ασκήσεως του δικαιώματος εξωνήσεως από τον ενάγοντα και της λήξης του ενεχύρου, η τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ) επιχείρησε να αποκτήσει την κυριότητα των μετοχών του ενάγοντα.
Προς τούτο κατέθεσε στη ΔΟΥ Αγιάς Λάρισας τη με αριθ. ....2005 Δήλωση Απόδοσης Φόρου Μεταβιβάσεως Μετοχών μη εισηγμένων στο Χ.Α.Α., στην οποία φέρεται ο Α. Κ. ως πωλητής και η "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ" ως αγοράστρια. Ως τίτλος κτήσεως, στη ΔΟΥ κατατέθηκε το από 30.12.1999 ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ενεχύρου και όχι το υπ' αριθμ. ....01 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο.
Στη δήλωση αυτή μεταβίβασης δεν ζητήθηκε η υπογραφή του Α. Κ., προφανώς επειδή θεωρήθηκε ότι η μεταβίβαση των μετοχών μπορούσε να γίνει και με αυτοσύμβαση (με βάση το προαναφερόμενο προσύμφωνο). Στην ίδια δήλωση ως τίμημα για τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών του, 83.300 τον αριθμό, ορίστηκε το ποσό των 73.367,57 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 25.000.000 δρχ, δηλαδή το ποσό του ασφαλισθέντος δια εγγυήσεως δανείου του στην Τράπεζα Εργασίας, και όχι το συμφωνηθέν με το ανωτέρω προσύμφωνο τίμημα πώλησης των 115.000.000 δρχ.
Ακολούθως, μετά την καταβολή του αναλογούντος φόρου (με την επιφύλαξη του οριστικού ελέγχου εκ μέρους της Δ.Ο.Υ.), έγινε η εγγραφή της μεταβίβασης στο μητρώο μετοχών της εταιρίας, βάσει του άρθρου 8β ν. 2910/1920, με χρονολογία μεταβίβασης 19.1.2005, ως αιτία όμως μεταβίβασής των δεν αναγράφονταν στο σώμα αυτών το από 30.12.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ενεχυρίασης των μετοχών που προσκομίστηκε ως τίτλος στη Δ.Ο.Υ., αλλά το υπ' αριθμ. .../2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.
Ν. Εφόσον, όμως, για την ανωτέρω μεταβίβαση, δια αυτοσυμβάσεως, δεν συντάχθηκε το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης των μετοχών που προβλέπονταν στο παραπάνω προσύμφωνο, αλλά και επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 235 ΑΚ), υφίσταται απόλυτη ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών προς τη "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε.". Η ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών του ενάγοντας στην τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε.) για τον ανωτέρω λόγο, καθώς και το συναφές ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου στην άσκηση της προκείμενης αγωγής ακυρότητας, πέραν του ότι αποδεικνύονται αδιαμφισβήτητα από τα ανωτέρω έγγραφα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την 423/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και σε κάθε περίπτωση δεσμεύουν την κρίση του παρόντος δικαστηρίου.
Τούτο δε διότι το παραπάνω δικαστήριο, δικάζοντας, όπως ελέχθη, την υπόθεση μετά από έφεση των εναγομένων δέχθηκε τόσο την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, όσο και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών του προς την τρίτη εναγομένη, την οποία όμως στη συνέχεια αναίρεσε κάνοντας κατ' ουσίαν δεκτή την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος των τρίτης, τέταρτου και έκτου των εναγομένων (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., Κ.
και Δ. Σ.). Ενόψει τούτων, σύμφωνα και με όσα ελέχθησαν στη δεύτερη νόμιμη σκέψη, δικαστήριο της παραπομπής έχει εξουσία να εξετάσει την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, διότι ως προς αυτό αφού δεν ερευνήθηκε από το αναιρετικό δικαστήριο κατόπιν παραπόνου των διαδίκων υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο.
Πέραν όμως της αποδειχθείσης ακυρότητας μεταβίβασης των μετοχών δυνάμει του ανωτέρω προσυμφώνου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ) δεν έχει αποκτήσει τις επίδικες μετοχές του ενάγοντος ούτε και με βάση τον όρο που τέθηκε στο από 30.12.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ενεχύρασης των μετοχών, κατά τον οποίο "εφόσον δεν εξοφληθεί η Τράπεζα Εργασίας και δεν αρθεί η εγγύηση, αυτομάτως μεταβιβάζονται οι μετοχές στην ενεχυρούχο εταιρία".
Και τούτο διότι κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1239 ΑΚ, είναι άκυρη η συμφωνία μεταβίβασης του ενεχυραζόμενου πράγματος στον ενεχυρούχο δανειστή, που συνάπτεται προτού καταστεί απαιτητό το ασφαλιζόμενο χρέος (lex commissoria) (ΑΠ 1307/94 ΤΝΠ ΔΣΑ), στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως ελέχθη, η επίμαχη συμφωνία ενεχύρασης των μετοχών καταρτίστηκε προτού ακόμα η ενεχυρούχος δανείστρια εγγυηθεί την εξόφληση του δανείου που είχε αναλάβει ο ενάγων από την Τράπεζα Εργασίας.
Συνεπώς, οι συναφείς με το ζήτημα της νομιμοποίησης του ενάγοντος και της ακυρότητας της μεταβίβασης των μετοχών λόγοι εφέσεως, και συγκεκριμένα οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι εφέσεως της πρώτης έφεσης και πρώτος και τρίτος λόγοι εφέσεως της δεύτερης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, προς απόκρουση της ακυρότητας της ανωτέρω μεταβίβασης του 49% των μετοχών του ενάγοντος στην ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ προς την τρίτη εναγομένη, όπως ελέχθη, οι τρίτη, τέταρτος και έκτος των εναγομένων πρόβαλαν πρωτοδίκως νομότυπα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τον ενάγοντα, την οποία επαναφέρουν συνδυαστικά με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής τους.
Με την ένστασή τους αυτή οι ανωτέρω ενάγοντες - εκκαλούντες ισχυρίζονται, ότι ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται ακυρότητα στη μεταβίβαση των ανωτέρω μετοχών του ενάγοντος προς την ΛΑΡΙΣΑΙΚΗ Α.Ε., η άσκηση από τον ενάγοντα του δικαιώματος του να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, στηρίζουν δε την ένστασή τους αυτή στους κάτωθι λόγους α) η αξία των μεταβιβασθεισών μετοχών έχει σε κάθε περίπτωση εξοφληθεί από την ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., β) το τίμημα της (ακύρου) αγοράς των μετοχών του ενάγοντας που αποτελούσαν το 49% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, ποσού 115.000.000 δρχ είναι δυσανάλογο με το ποσό των 50.000.000 δρχ που διέθεσαν για να αγοράσουν το υπόλοιπο 51% των μετοχών, γ) ο ενάγων τους είχε παραδώσει τις μετοχές ήδη από 30.12.1999, δυνάμει της προαναφερθείσας συμβάσεως ενεχύρου, και άρα είχε αποξενωθεί οικεία βουλήσει από την κυριότητά τους, δ) ο ενάγων τους είχε διαβεβαιώσει προφορικά ότι οι μετοχές είναι δικές τους και μπορούν να τις αξιοποιήσουν όπως θέλουν και ε) μετά την άπρακτη πάροδο ικανού χρόνου από την πάροδο της τριετίας εντός της οποίας έπρεπε ο ενάγων να ασκήσει το δικαίωμα εξωνήσεως, τους δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι είναι κύριοι των μετοχών με αποτέλεσμα στη συνέχεια να τις μεταβιβάσουν στην πρώτη εναγομένη (Π.
Α.Ε.). Για την ουσιαστική αξιολόγηση της παραπάνω ενστάσεως, κρίσιμο είναι, καταρχάς, να διακριβωθεί εάν η τρίτη εναγομένη, ως μέλλουσα αγοράστρια των επίδικων μετοχών, πράγματι κατέβαλε το τίμημα αγοράς τους με την εξόφληση των τριών χρεών του ενάγοντος συνολικού ποσού 115.000.000 δρχ, όπως αυτό είχε προσυμφωνηθεί με το υπ' αριθμ. ....2001 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.
Ν. Επ' αυτού, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά τα υπό στοιχεία β' και γ' χρέη του ενάγοντος, η εξόφληση των οποίων αποτελούσε μέρος της συμφωνίας μεταβίβασης των μετοχών του στην ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ, δεν υφίσταται ουδεμία αμφισβήτηση ότι αυτά κατεβλήθησαν. Ειδικότερα, το υπό στοιχείο β' χρέος, που αφορούσε οφειλή του ενάγοντος από την υπ' αριθμ. .../2000 σύμβαση δανείου που είχε συνάψει με την Τράπεζα Εργασίας για ποσό 25.000.000 δρχ, τελικά καταβλήθηκε από την τρίτη εναγομένη μαζί με τους τόκους, ήτοι συνολικά 33.000.000 δρχ (βλ.
το από 22.2.2007 έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας και τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής). Επίσης, το υπό στοιχείο γ' χρέος του ενάγοντος προς τον Δ. Σ. από προσωπικό δάνειο ποσού 15.000.000 δρχ που ο τελευταίος του χορήγησε, ομοίως εξοφλήθηκε από την τρίτη εναγομένη, όπως δεν αμφισβητείται. Αμφισβήτηση όμως υφίσταται εάν καταβλήθηκε από την τρίτη εναγομένη το υπό στοιχείο α' χρέος του ενάγοντος, ποσού 75.000.000 δρχ.
Το χρέος αυτό αφορούσε, κατά το ποσό των 50.000.000 δρχ, οφειλή του ενάγοντος προς την ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα, στο πλαίσιο της υπ' αριθμ. ....1986 σύμβασης δανείου που είχε συνάψει με την ομόρρυθμη εταιρία "Α. Κ. - Β. Τ. ΟΕ", το δε υπόλοιπο ποσό των 25.000.000 δρχ, οφειλή του ίδιου προς τον Κ.. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη οφειλή των 50 εκ.
δρχ, όπως δεν αμφισβητείται, η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία του ενάγοντος το έτος 1986 έλαβε από την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ ισόποσο δάνειο, για το οποίο με την 705/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ενεγράφη προσημείωση υποθήκης υπέρ της άνω Τράπεζας σε ακίνητα της εταιρίας (τ.μ. 66 α.α. 112). Το έτος 1998, η ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα, που εντωμεταξύ απορρόφησε δια εξαγοράς την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος και υπεισήλθε νόμιμα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, επειδή η άνω εταιρία του ενάγοντος κατέστη υπερήμερη, αιτήθηκε και πέτυχε σε βάρος της την έκδοσης της υπ' αριθμ. .../98 Διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας για το ποσό των 52.069.456 δρχ, πλέον τόκων υπερημερίας από 17.3.2000.
Για την κάλυψη της οφειλής αυτής, η εταιρία του ενάγοντας με την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ήδη ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), με έδρα τους Νερόμυλους Αγιάς Λάρισας, ως καθολική διάδοχος της προηγούμενης οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρίας, σύναψε με την Τράπεζα Εργασίας την υπ' αριθμ. ....2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό τρεχούμενο λογαριασμό, ποσού 300.000.000 δρχ και με την ....2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ενέγραψε προσημείωση υποθήκης σε ακίνητά της.
Τη σύμβαση της ανωτέρω πίστωσης και την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης διεκπεραίωσε για λογαριασμό της δανειολήπτριας εταιρίας ο τότε Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας Δ. Σ., ο οποίος μετά τη μεταβίβαση του πλειοψηφικού ποσοστού των μετοχών της οφειλέτριας εταιρίας το Δεκέμβριο του 1999 στη ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ ανέλαβε την εκπροσώπηση της.
Με τα χρήματα που εισέπραξε η πέμπτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία (πρώην Α. Κ. ΑΕ και ήδη ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ) από τη νέα χρηματοδότησή της από την Τράπεζα Εργασίας εξοφλήθηκε η Τράπεζα ΕΓΝΑΤΙΑ για το προϋφιστάμενο χρέος του ενάγοντος, όπως άλλωστε τούτο αποδεικνύεται με σαφήνεια και από το από 23.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και εξόφλησης οφειλής που κατήρτισαν η ως άνω Τράπεζα (ΕΓΝΑΤΙΑ) και ο Δ.
Σ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας εταιρίας "ΨΥΓΕΙΑ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΡΙΑ ΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ήδη ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ)".
Περαιτέρω και όσον αφορά το έτερο χρέος του ενάγοντος προς τους Σ. και Δ. Κ., ποσού 25.000.000 δρχ, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι πράγματι ο ενάγων είχε οφειλές προς τους ανωτέρω δανειστές του από δάνεια που είχε λάβει, ποσού 20.230.000 δρχ, για την κάλυψη των οποίων είχε εκδώσει ισόποσες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που όμως δεν πληρώθηκαν και εκδόθηκε σε βάρος του η με αριθμ. .../1996 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Στις 21.2.2000, με τα χρήματα που είχε λάβει από την προηγούμενη χρηματοδότησή της, η πέμπτη εναγομένη εταιρία "ΨΥΓΕΙΑ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ήδη ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Σ., εξόφλησε και την οφειλή αυτή του ενάγοντος, που εντωμεταξύ είχε ανέλθει στο ποσό των 25.000.000 δρχ και για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 21.2.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τα μέρη επέλυσαν όλες τις μεταξύ τους αστικές και ποινικές διαφορές.
Στο συμφωνητικό αυτό αναγνώρισης εξόφλησης της οφειλής συμβλήθηκε, εκτός από τον ενάγοντα και τους Σ. και Δ. Κ., και ο Δ. Σ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας. Κατόπιν τούτων, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η εξόφληση των ανωτέρω οφειλών του ενάγοντος προς την ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα και τους Σ. και Δ.
Κ. δεν έγινε από την τρίτη εναγομένη ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ στο πλαίσιο εκπλήρωσης της υποχρέωσης από υπ' αριθμ. ....2001 προσύμφωνο, αλλά σε προγενέστερο χρόνο, από την πέμπτη εναγομένη, στην οποία ο ενάγων συμμετείχε με ποσοστό 49%. Περαιτέρω και όσον αφορά τους λοιπούς λόγους που οι ανωτέρω εναγόμενοι - εκκαλούντες προβάλλουν προς θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
α) η πώληση του 49% των μετοχών της πέμπτης εναγομένης με το ....2001 συμβολαιογραφικό έγγραφο σε τιμή πολύ υψηλότερη από την αγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της (115 εκ. δρχ έναντι 50 εκ δρχ) δεν μπορεί από μόνη της να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας μεταβίβασης των μετοχών του στην τρίτη εναγομένη, καθώς η αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών, που διατρέχει όλο το δίκαιο, κάμπτεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως είναι όταν η δικαιοπραξία αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, και ιδίως στις περιπτώσεις που δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή όταν κάποιος εκμεταλλεύεται την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή (178, 178 ΑΚ), στην προκειμένη δε περίπτωση οι εναγόμενοι με το εφετήριό τους δεν επικαλούνται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η φερόμενη δυσανάλογη αντιπαροχή για την αγορά των επίδικων μετοχών προέρχεται από την εκμετάλλευση από τον ενάγοντα της ανάγκης ή απειρίας των εναγομένων στις συναλλαγές, β) η παράδοση των μετοχών του ενάγοντος στους εναγόμενους δυνάμει σύμβασης ενεχύρου δεν είναι νόμιμος λόγος που θα στοιχειοθετήσει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταβίβασης των μετοχών, καθώς με τον τρόπο αυτό θα φαλκιδευόταν το δικαίωμα κυριότητας του ενεχυράζοντος οφειλέτη προς χάριν του ενεχυρούχου δανειστή, ο οποίος έχει μόνο τις εξουσίες που διαγράφονται στο άρθρο 1237 ΑΚ, γ) ούτε επίσης αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να αποξενωθεί από τις μετοχές του και για το λόγο αυτό τους είχε διαβεβαιώσει ότι δεν έχει καμία απαίτηση απ' αυτούς και ότι οι μετοχές είναι δικές τους.
Η δήλωση αυτή, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι ελέχθη από τον ενάγοντα, όπως ενόρκως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης Α. Μ. τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη, όσο και ενώπιον της τακτικής ανακρίτριας, δεν είναι ικανή να εκφράσει αυθεντικά τη βούληση του ενάγοντος και να επιφέρει αποδυνάμωση του δικαιώματος του επί των επίδικων μετοχών, καθώς ο ίδιος στις 8.11.2004, δύο μήνες δηλαδή πριν από την άκυρη μεταβίβαση στην τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ), που έλαβε χώρα στις 20.1.2005, είχε επιδώσει στους εναγόμενους εξώδικη δήλωσή του, στην οποία κάνοντας χρήση του μετοχικού του δικαιώματος, ζητούσε τον έλεγχο της εταιρίας από ορκωτούς λογιστές, αμφισβητώντας τη ορθότητα της διαχείρισης από τους εναγόμενους.
Οι εναγόμενοι δε αντί να απαντήσουν στο ανωτέρω εξώδικο, προέβησαν αυτοβούλως στην προαναφερθείσα άκυρη μεταβίβαση των μετοχών του στην τρίτη εξ αυτών και ένα μήνα αργότερα, στις 18.2.2005, τις πώλησαν στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, δ) αβάσιμος επίσης είναι και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποδυνάμωσης του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω άπρακτης παρόδου ικανού χρόνου ασκήσεως τούτου, γεγονός που τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι ο τελευταίος δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του για αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης.
Και τούτο διότι ο χρόνος της αδράνειας τρέχει από την προσβολή του δικαιώματος, την γνώση της προσβολής και την μη αντίδρασή του (ΑΠ 229/98 ΝοΒ 47.764), στην προκειμένη δε περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε αδράνεια του ενάγοντος, καθώς η άκυρη μεταβίβαση στην τρίτη εναγομένη που συνιστά προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος έλαβε χώρα στις 20.1.2005, ενώ ο ίδιος είχε ήδη κοινοποιήσει στις 8.11.2004 το προαναφερθέν εξώδικό του και στις 9.3.2006 επέδωσε νέο εξώδικο στους εναγόμενους, ζητώντας τους ενημέρωση και απειλώντας τους με την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Συνεπώς, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που πρόβαλαν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως ο τρίτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του από 18.2.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, η τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ), μεταβίβασε το σύνολο των ονομαστικών μετοχών (170.000 ονομαστικές μετοχές) της πέμπτης εναγομένης (ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), ήτοι το 51% των μέτοχων που είχε στην κυριότητα της, καθώς και το 49% των μετοχών που ανήκαν στον ενάγοντα και φέρεται να απέκτησε αυτή, κατά τα ανωτέρω, δι' αυτοσυμβάσεως, αντί τιμήματος 289.000 ευρώ, προς την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Π. Εισαγωγές - Εξαγωγές Αγροτικών Προϊόντων και Εμπορευμάτων Ανώνυμη Εταιρία". Και η μεταβίβαση αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία μετόχων και μετοχών της την επωνυμία "Ψυγεία - Συσκευαστήρια - Εισαγωγές - Εξαγωγές Α. Κ. και Σία Ανώνυμος Εταιρία" και σημειώθηκε η μεταβίβαση στο σώμα των μετοχών, όπως ορίζει το άρθρο 8β του ν. 2190/1920. Το ζήτημα επί του οποίου ερίζουν οι διάδικοι είναι εάν στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη μεταβίβαση του ποσοστού του 49% των μετοχών από την μη κυρία τρίτη εναγομένη, η πρώτη εναγομένη έχει καταστεί κυρία τούτων...
Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένο ότι η μεταβίβαση των επίδικων μετοχών έγινε από την μη κυρία τρίτη εναγομένη, η πρώτη εναγομένη (Π. ΑΕ), όπως εκπροσωπείται από τον δεύτερο εναγόμενο (Δ. Π.), ισχυρίζεται ότι, κατά το χρόνο της μεταβίβασης σ' αυτήν των επίδικων μετοχών, βρίσκονταν σε καλή πίστη, καθώς με την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στα βιβλία της εταιρίας από την τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ), είχε την πεποίθηση ότι η τελευταία είχε αποκτήσει την κυριότητα τούτων και επομένως ότι αποκτούσε τις μετοχές από τον κύριο τούτων.
Όμως τέτοια πίστη δεν θα έπρεπε να δοθεί από τους εναγόμενους στην ανωτέρω εγγραφή, καθώς η διάταξη του άρθρου 8β του ν. 2190/1920, που ίσχυε τότε, και κατά την οποία η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο της εταιρίας, χρονολογείται δε και υπογράφεται τόσο από τον μεταβιβάζοντα όσο και από τον αποκτώντα και είτε εκδίδεται νέος τίτλος, είτε επισημειώνεται η μεταβίβαση επί του ήδη υπάρχοντος, δεν αποτελεί προϋπόθεση της εγκυρότητας της μεταβίβασης μεταξύ των μερών, αλλά μόνο έναντι της εταιρίας.
Ως προς αυτά (μέρη) η μεταβίβαση της μετοχής ως κινητού πράγματος και δη αξιογράφου στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται, όπως ελέχθη, κατά το άρθρο 1034 ΑΚ, με την παράδοση δηλαδή της μετοχής από τον κύριο σ' αυτόν που την αποκτά και τη συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας.
Πέραν τούτου η εγγραφή της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών στο ειδικό βιβλίο της ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, με την αιτιολογία ότι αυτή έλαβε χώρα δυνάμει δικαιώματος αυτοσύμβασης που χορηγούσε στην αποκτώσα εταιρία (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ) το υπ' αριθμ. ....2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Ν., χωρίς να γίνεται επίκληση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης των μετοχών, που αποτελεί τον μόνο νόμιμο τίτλο της μεταβίβασης, θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει στον Δ.
Π. και την πρώτη εναγομένη σοβαρή αμφιβολία για τη νομιμότητα της κτήσης από την ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ των επίδικων μετοχών. Βεβαίως οι ανωτέρω εκκαλούντες - εναγόμενοι στην ένδικη έφεσή τους, για να ενισχύσουν την καλοπιστία τους, ισχυρίζονται ότι εύλογα θεωρούσαν η παραπάνω αναγραφή στο βιβλίο των μετόχων προϋπόθετε την ύπαρξη οριστικού συμβολαίου.
Όμως, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις τους (σελ. 5), αυτοί τελούσαν σε πλήρη γνώση της μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, αναφέροντας επί λέξει ότι "... δεν απέμεινε παρά μόνο η σύνταξη της τυπικής πράξης υπογραφής του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση". Όμως, η γνώση αυτή του Δ. Π. συνάγεται και από το γεγονός ότι ήδη από 26.7.2002, και οπωσδήποτε κατά το χρόνο της άκυρης μεταβίβασης των μετοχών στην ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ, ο ίδιος διατελούσε διευθύνων σύμβουλος της πέμπτης εναγομένης (ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), η δε σύζυγός του Μ.
Π. Πρόεδρος και ο υιός του Α. Π., μέλος του ΔΣ της ίδιας εταιρίας (βλ. το υπ' αριθμ. 279/16.1.2003 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Ισχυρίζεται βέβαια ο Δ. Π. ότι παρά τα ανωτέρω καθήκοντα δεν ασκούσε παρά τυπικά τη διαχείριση της εταιρίας. Όμως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων της εταιρείας, καθίσταται σαφές ότι ο Δ.
Π. λάμβανε μόνος του σημαντικές αποφάσεις για την τύχη της εταιρείας, όπως αλλαγή της επωνυμίας της, ζητήματα οικονομικής φύσεως παράστασης του ίδιου ενώπιον των δικαστηρίων, απαλλαγή των μελών του Δ.Σ. από κάθε ευθύνη αποζημίωσης (βλ. πρακτικά ΓΣ της 31/12/02, 20/10/05, 31/12/05). Ανεξαρτήτως όμως τούτων, ο Δ. Π. όφειλε να είναι πιο προσεκτικός για την κυριότητα των επίδικων μετοχών, καθώς ο ίδιος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτης εναγομένης, στις 8.11.2004 είχε παραλάβει την εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, με την οποία αυτός ζητούσε τον έλεγχο της εταιρίας από ορκωτούς λογιστές, χωρίς μάλιστα να προβεί σε καμία απάντηση.
Ενόψει τούτων, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν γνώριζαν την έλλειψη κυριότητας της τρίτης εναγομένης κατά την μεταβίβαση των επίδικων μετοχών στην πρώτη, η άγνοιά τους θα πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθεί σε βαρειά αμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος είναι εξαιρετικά έμπειρος στις συναλλαγές, καθώς έχει τη διεύθυνση πολλών επιχειρήσεων ανά την Ελλάδα (6 καταστήματα στην κεντρική αγορά Αθηνών, μεγάλα ψυγεία διαλογητήρια - συσκευαστήρια 10 εκ.
κιλών στον Τύρναβο Λάρισας, ΕΠΕ "Μ. ΑΕ" με ψυγεία - διαλογητήρια 6 εκ. κιλών στη Λυκόβρυση Λακωνίας). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με εν μέρει διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία, την οποία το παρόν δικαστήριο αντικαθιστά και συμπληρώνει (άρθρο 534 ΚΠολΔ), έκρινε ομοίως ότι η πρώτη εναγομένη κακόπιστα απέκτησε τις επίδικες μετοχές από μη κύριο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως βάσιμος.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ'ουσίαν ....".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο συνεκδικάζοντας τις ως άνω με αρ. κατ. 242/ 2011 και με αρ. κατ. 243/ 2011 εφέσεις, απέρριψε αυτές κατ'ουσίαν, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά το ως άνω μέρος (ως προς τα πέντε πρώτα αιτήματά της) αφού αντικατέστησε και συμπλήρωσε τις αιτιολογίες αυτής.
Α) Επί των λόγων της αναίρεσης της από 7-1-2020 ( Αριθμ.Καταθ. 2/2020 Αριθ. Δικ. 2218/2021 ) αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειουσών 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ε. Εθνικών Μεταφορών Σ. Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", 2) Ε. χα Κ. Σ., 3) Φ. θυγ. Κ. Σ. και 4) Κ. θυγ. Σ. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1028/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι διαλαμβάνονται σε αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες και αντιφάσκουσες μεταξύ τους, για ουσιώδες ζήτημα αναφορικά με την ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας και δη ως προς την εξόφληση των χρεών που είχε συμφωνηθεί ως τίμημα για την μεταβίβαση των μετοχών του ενάγοντος προς την "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ".
Ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, ότι αντιφατικά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη δέχεται ότι το χρέος των 75.000.000 δρχ.( 50.000.000 δρχ. και 25.000.000 δρχ.), το οποίο αποτελούσε μέρος του τιμήματος των 115.000.000 δρχ., δεν εξοφλήθηκε από την "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ" αλλά από δάνειο που έλαβε η "ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ" από την τράπεζα Εργασίας, ποσού 300.000.000 δρχ.
για το λόγο ότι η καταβολή είναι μεταγενέστερη της σύναψης του ως άνω δανείου, ενώ δέχεται ότι η καταβολή των λοιπών χρεών (25.000.000 δρχ. προς την τράπεζα Πειραιώς και 15.000.000 δρχ. προς τον Δ. Σ.) έγινε από την "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ" χωρίς να αναφέρει την ημερομηνία καταβολής των τελευταίων χρεών παρόλο που κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών η εξόφλησή τους έγινε και αυτή μετά την σύναψη δανείου.
Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχεται ανέλεγκτα με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ότι το ποσό των 50.000.000 δρχ. που ήταν προϋφιστάμενο χρέος του αναιρεσίβλητου από την ομόρρυθμη εταιρεία του και το ποσό των 25.000.000 δρχ. ήταν επίσης χρέος του τελευταίου προς τον Σ.
και Δ. Κ. (και συνολικά 75.000.000 δρχ.) καταβλήθηκαν στις 23.3.2000 και 21.2.2000 αντίστοιχα από την "ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ", από σύμβαση δανείου, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 300.000.000 δρχ., την οποία διεκπεραίωσε ο Δ. Σ., ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ" με την τράπεζα Εργασίας και όχι από την "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ" στο πλαίσιο εκπλήρωσης της υποχρέωσης από το υπ'αριθμ. ....2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.
Ν. μεταξύ του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) και της πρώτης αναιρεσείουσας "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗΣ", δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της σύναψης του ως άνω προσυμφώνου και ως εκ τούτου δεν έχει καταβληθεί το χρέος των 75.000.000 δρχ. για την εξόφληση του τιμήματος των 115.000.000 δρχ. όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες . Ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι ως προς την καταβολή των λοιπών χρεών (25.000.000 δρχ.
προς την τράπεζα Πειραιώς και 15.000.000 δρχ. προς τον Δ. Σ.) ήτοι του υπόλοιπου τιμήματος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά καταβλήθηκαν από την "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητείται. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων ,οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΑΠ 559/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 223/2022) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επίσης, δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ1244/2021, ΑΠ 559/2020).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 και 559 αριθ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν αθροιστικά ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ 8 εδάφιο β` του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον όμως αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, γιατί διαφορετικά δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 51/2024, ΑΠ 774/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 και 8 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι ο αναιρεσίβλητος δόλια απέκρυψε το ύψος των πραγματικών του οφειλών, οι οποίες αποκαλύφθηκαν από τους εκτελεστούς τίτλους εναντίον του τελευταίου και σε αυτό οφείλεται το δυσανάλογο ,σε σχέση με την αξία των μετοχών, τίμημα και όχι στην ελευθερία των συναλλαγών, όπως δέχτηκε η προσβαλλομένη απόφαση, στερούμενη έτσι παράλληλα αυτή επαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με την ένσταση τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την οποία παραδεκτά προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας και επανέφεραν με τον λόγο έφεσής τους.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής : α) ότι η εξόφληση του χρέους του ενάγοντος ποσού 75.000.000. δρχ. προς την ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα (50.000.000 δρχ.) και τους Σ. και Δ. Κ. (25.000.000 δρχ.) δεν έγινε από την τρίτη εναγομένη ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ στο πλαίσιο εκπλήρωσης της υποχρέωσης από το υπ' αριθμ. ....2001 προσύμφωνο, αλλά σε προγενέστερο χρόνο, από την πέμπτη εναγομένη ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, στην οποία ο ενάγων συμμετείχε με ποσοστό 49% και επομένως δεν έχει εξοφληθεί το ποσό των 75.000.000 δρχ.
και δεν εξοφλήθη ολοσχερώς το τίμημα των 115.000.000 δρχ. όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες β) η πώληση του 49% των μετοχών της πέμπτης εναγομένης με το ....2001 συμβολαιογραφικό έγγραφο σε τιμή πολύ υψηλότερη από την αγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της (115 εκ. δρχ έναντι 50 εκ δρχ) δεν μπορεί από μόνη της να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας μεταβίβασης των μετοχών του στην τρίτη εναγομένη, καθώς η αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών, που διατρέχει όλο το δίκαιο, κάμπτεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως είναι όταν η δικαιοπραξία αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, και ιδίως στις περιπτώσεις που δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή όταν κάποιος εκμεταλλεύεται την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή, στην προκειμένη δε περίπτωση οι εναγόμενοι με το εφετήριό τους δεν επικαλούνται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η φερόμενη δυσανάλογη αντιπαροχή για την αγορά των επίδικων μετοχών προέρχεται από την εκμετάλλευση από τον ενάγοντα της ανάγκης ή απειρίας των εναγομένων στις συναλλαγές, γ) η παράδοση των μετοχών του ενάγοντος στους εναγόμενους δυνάμει σύμβασης ενεχύρου δεν είναι νόμιμος λόγος που θα στοιχειοθετήσει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταβίβασης των μετοχών, καθώς με τον τρόπο αυτό θα φαλκιδευόταν το δικαίωμα κυριότητας του ενεχυράζοντος οφειλέτη προς χάριν του ενεχυρούχου δανειστή, ο οποίος έχει μόνο τις εξουσίες που διαγράφονται στο άρθρο 1237 ΑΚ, δ) ούτε επίσης αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να αποξενωθεί από τις μετοχές του και για το λόγο αυτό τους είχε διαβεβαιώσει ότι δεν έχει καμία απαίτηση απ' αυτούς και ότι οι μετοχές είναι δικές τους.
Η δήλωση αυτή, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι ελέχθη από τον ενάγοντα, όπως ενόρκως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης Α. Μ. τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη, όσο και ενώπιον της τακτικής ανακρίτριας, δεν είναι ικανή να εκφράσει αυθεντικά τη βούληση του ενάγοντος και να επιφέρει αποδυνάμωση του δικαιώματος του επί των επίδικων μετοχών, καθώς ο ίδιος στις 8.11.2004, δύο μήνες δηλαδή πριν από την άκυρη μεταβίβαση στην τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ), που έλαβε χώρα στις 20.1.2005, είχε επιδώσει στους εναγόμενους εξώδικη δήλωσή του, στην οποία κάνοντας χρήση του μετοχικού του δικαιώματος, ζητούσε τον έλεγχο της εταιρίας από ορκωτούς λογιστές, αμφισβητώντας τη ορθότητα της διαχείρισης από τους εναγόμενους.
Οι εναγόμενοι δε αντί να απαντήσουν στο ανωτέρω εξώδικο, προέβησαν αυτοβούλως στην προαναφερθείσα άκυρη μεταβίβαση των μετοχών του στην τρίτη εξ αυτών και ένα μήνα αργότερα, στις 18.2.2005, τις πώλησαν στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ε) αβάσιμος επίσης είναι και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποδυνάμωσης του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω άπρακτης παρόδου ικανού χρόνου ασκήσεως τούτου, γεγονός που τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι ο τελευταίος δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του για αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης.
Και τούτο διότι ο χρόνος της αδράνειας τρέχει από την προσβολή του δικαιώματος, την γνώση της προσβολής και την μη αντίδρασή του στην προκειμένη δε περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε αδράνεια του ενάγοντος, καθώς η άκυρη μεταβίβαση στην τρίτη εναγομένη που συνιστά προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος έλαβε χώρα στις 20.1.2005, ενώ ο ίδιος είχε ήδη κοινοποιήσει στις 8.11.2004 το προαναφερθέν εξώδικό του και στις 9.3.2006 επέδωσε νέο εξώδικο στους εναγόμενους, ζητώντας τους ενημέρωση και απειλώντας τους με την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Επομένως οι παραπάνω αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη επαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμες, ενώ κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα αποδίδει την διαφορά του τιμήματος της αγοράς του πλειοψηφικού πακέτου (51%) σε σχέση με το μειοψηφικό πακέτο (49%), στην ελευθερία των συναλλαγών και όχι στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Επίσης ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος αφού τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά που ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, συνολικώς εκτιμώμενα με τα ήδη αξιολογηθέντα από το Εφετείο, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν βασιμότητα στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.
Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ` ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειουσών με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).
Παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 177/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1044/2013). Σε κάθε περίπτωση για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1563/2014, 1414/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα της παραμόρφωσης της από 2.5.2007 βεβαίωσης της Εγνατίας Τράπεζας και της χωρίς ημερομηνία βεβαίωσης του Δ. Σ. Κ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη συνήγαγε από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ότι η εξόφληση έγινε από την "ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ" ενώ από το περιεχόμενο αυτών προκύπτει ότι η εξόφληση έγινε από τη "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ" δεδομένου ότι η αναφορά στα έγγραφα της φράσεως "δια χειρός Δ.
Σ." σημαίνει ότι η εξόφληση έγινε από το Δ. Σ., ενεργούντος για λογαριασμό της "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗΣ" και επομένως είναι πρόδηλο το σφάλμα της προσβαλλόμενης περί την ερμηνεία των δύο προαναφερόμενων εγγράφων. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αλλιώς, αναπόδεικτος, εφόσον οι αναιρεσείουσες δεν προσκομίζουν τα επίμαχα έγγραφα.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος καθ' όσον δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ούτε και από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρονται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση τούτων, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 7-1-2020 (Αριθμ.Καταθ. 2/2020 Αριθ.
Δικ. 2218/2021) αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειουσών : 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ε. Εθνικών Μεταφορών Σ. Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", 2) Ε. χα Κ. Σ., 3) Φ. θυγ. Κ. Σ. και 4) Κ. θυγ. Σ.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Β) Επί των λόγων της αναίρεσης της από 3-1-2020 (Αριθμ.Καταθ. 5/2020, Αριθ. Δικ. 388/2020) αίτησης αναίρεσης της 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" 2) Μ. Π., 2) Α.- Ε. Π., 3) Φ. Π. και 4) Α. Π. και των από 31-8-2021 πρόσθετων λόγων αυτής : Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτών πραγματικών περιστατικών, αφενός μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
Στην προκείμενη υπόθεση, με το τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης ως προς το ζήτημα της γνώσης της ακυρότητας της μεταβίβασης των ένδικων μετοχών και της ύπαρξης άγνοιας από βαριά αμέλεια κατά την κτήση των μετοχών από μη κύριο, από τους αναιρεσείοντες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία και προέκρινε εσφαλμένα την βασιμότητα των πρακτικών των Γ.Σ, έναντι των ένορκων βεβαιώσεων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, προεχόντως λόγω αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται ειδικά οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά τους αναιρεσείοντες, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς καθώς επίσης διότι υπό την επίφαση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δη την αιτιολόγηση, στάθμιση και ανάλυση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο όμως έχει διατυπωθεί σαφώς.
Σε κάθε περίπτωση, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα της στοιχειοθέτησης της έννοιας της κακής πίστης των αναιρεσειόντων με την μορφή της ύπαρξης άγνοιας από βαριά αμέλεια, κατά την κτήση των επίδικων μετοχών παρά μη κυρίου, αφού με σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 1036 και 1037 ΑΚ δέχτηκε τα ανωτέρω ανέλεγκτα περιστατικά που συγκροτούν κατά άρθρο 1037 ΑΚ την έννοια της κακής πίστης υπό την μορφή της άγνοιας από βαριά αμέλεια κατά την κτήση των μετοχών από μη κυρίου.
Ομοίως απορριπτέος είναι ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο στήριξε εσφαλμένα το συλλογισμό του περί κακής πίστης των αναιρεσειόντων κατά την κτήση των επίδικων μετοχών παρά μη κυρίου, αποκλειστικά και μόνο στο ότι ήταν έμπειροι έμποροι, χωρίς να εξειδικεύει τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της βαριάς αμέλειας, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό (αναιρετήριο δικόγραφο) οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, παρά μόνο τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, με βάση τα οποία, όμως, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος βασιμότητας των αιτιάσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Δικαστήριο δεν στήριξε το συλλογισμό του περί ύπαρξης άγνοιας από βαριά αμέλεια, κατά την κτήση των μετοχών παρά μη κυρίου, των αναιρεσειόντων αποκλειστικά και μόνο ότι ήταν έμπειροι έμποροι σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές του.
Κατά τα λοιπά, με τον ως άνω λόγο κατά το πιο πάνω μέρος του, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη κι έτσι ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 περ.1β, 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλουμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014).
Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση ( ΑΠ 1043/2013, ΑΠ 1042/2013, ΑΠ 1616/2013 ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 KΠολΔ η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη.
Επειδή από τα άρθρα 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όχι κάθε ομολογία αποτελεί δικαστική τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου ο οποίος φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη και να μην εξαρτάται από αίρεση (ΑΠ 95/2014).
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας, και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 159/2010), χωρεί δε αναίρεση από τον αρ. 11γ αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή από τον αρ. 11β αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 719/2020, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 365/2017).
Στην τελευταία περίπτωση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επέδρασε, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασής του (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 31/2021). Αν, όμως, το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνον η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 1072/2015), ενώ αλυσιτελείς είναι και οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες ( ΑΠ 558/2023, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018). Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 698/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Προκύπτει, επίσης, ότι τα πρακτικά των πράγματι γενομένων συνεδριάσεων των γενικών συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, αποτελούν ιδιωτικά έγραφα, για την αποδεικτική δύναμη των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ, ότι ως προς την εταιρεία αποτελούν αποκλειστικό τρόπο αποδείξεων των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την συνέλευση που πραγματοποιήθηκε και των αποφάσεων που λήφθηκαν, ενώ οι τρίτοι, όπως και οι μέτοχοι, μπορούν να επικαλεσθούν και μάρτυρες (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 130/2020).
Στον ΚΠολΔ κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.12 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο και δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 510/2022, 462/2019, 126/2019, ΑΠ 1635/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 11β και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την μομφή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία των αναιρεσειόντων από τις πρωτόδικες προτάσεις τους, στην οποία παρά το νόμο έδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σχετικά με το ότι τελούσαν αυτοί σε γνώση της μη κατάρτισης οριστικού συμβολαίου, για το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη καλής πίστης στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων κατά την κτήση των επίδικων μετοχών παρά μη κυρίου, χωρίς περαιτέρω να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα μόνο στην επικαλούμενη ως ομολογία των αναιρεσειόντων αλλά σχημάτισε την κρίση του από το σύνολο των αποδείξεων (ΑΠ 558/2023).
Εξάλλου από το σύνολο των προεκτεθέντων πραγματικών παραδοχών της, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων, για το ουσιώδες ζήτημα της καλής ή μη πίστης των αναιρεσειόντων και επαλλήλως σε ομολογία, την οποία αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Η δε συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος στα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά κύριο λόγο, προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την αναφορά "..από όλα τα έγγραφα ...και τις υπ'αριθμ. ....ένορκες βεβαιώσεις ...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.".
Ειδικότερα το εφετείο από τις προεκτεθείσες παραδοχές δέχτηκε την ύπαρξη κακής πίστης με την μορφή της άγνοιας από βαριά αμέλεια της εταιρείας "Π. ΑΕ" όπως εκπροσωπούνταν από τον δεύτερο εναγόμενο Δ. Π. (του οποίου οι 2ος, 3ος, 4ος και 5ος των αναιρεσειόντων είναι καθολικοί διάδοχοι) κατά την μεταβίβαση των μετοχών παρά μη κυρίου α) από την αιτιολογία της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών στο ειδικό βιβλίο και δη δυνάμει δικαιώματος αυτοσύμβασης που χορηγούσε το υπ'αριθμ. ....2001 προσύμφωνο, χωρίς επίκληση οριστικού συμβολαίου, που θα έπρεπε να δημιουργήσει σοβαρές αμφιβολίες στον Δ.
Π. (του οποίου οι 2ος, 3ος, 4ος και 5ος είναι καθολικοί διάδοχοι) και στη πρώτη αναιρεσείουσα για την νομιμότητα της κτήσης, β) από τις πρωτόδικες προτάσεις τους προκύπτει ότι αυτοί τελούσαν σε πλήρη γνώση αναφέροντας επί λέξει ότι "... δεν απέμεινε παρά μόνο η σύνταξη της τυπικής πράξης υπογραφής του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση" γ) ότι η γνώση αυτή του Δ.
Π. συνάγεται από το γεγονός ότι ήδη από 26.7.2002, και οπωσδήποτε κατά το χρόνο της άκυρης μεταβίβασης των μετοχών στην ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ, ο ίδιος διατελούσε διευθύνων σύμβουλος της πέμπτης εναγομένης (ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), η δε σύζυγός του Μ. Π. Πρόεδρος και ο υιός του Α. Π., μέλος του ΔΣ της ίδιας εταιρίας δ) ότι ο Δ. Π. λάμβανε μόνος του σημαντικές αποφάσεις για την τύχη της εταιρίας, όπως η αλλαγή της επωνυμίας της, ζητήματα οικονομικής φύσεως, παράστασης του ίδιου ενώπιον των δικαστηρίων, απαλλαγή των μελών του Δ.Σ.
από κάθε ευθύνη αποζημίωσης ε) ότι ο ίδιος ο Δ. Π. υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτης εναγομένης, (ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), στις 8.11.2004 είχε παραλάβει την εξώδικη δήλωση του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου), με την οποία αυτός ζητούσε τον έλεγχο της εταιρείας από ορκωτούς λογιστές, χωρίς μάλιστα να προβεί σε καμία απάντηση και στ) ο ίδιος είναι εξαιρετικά έμπειρος στις συναλλαγές, καθώς έχει τη διεύθυνση πολλών επιχειρήσεων ανά την Ελλάδα, ήτοι το Εφετείο στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα και επομένως ως άνω λόγος αναίρεσης της παραβίασης της παρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος περί παραβίασης αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως αβάσιμος καθόσον το Εφετείο δεν συνήγαγε δικαστική ομολογία κατ'άρθρο 352 ΚΠολΔ με πλήρη αποδεικτική δύναμη, αλλά στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων, όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθέντων πραγματικών παραδοχών της προσβαλλομένης, ήτοι αφού έλαβε υπόψη του όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ και κατέληξε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ο προβαλλόμενος δε αυτός λόγος, ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. περί μη λήψης από το εφετείο αυξημένης αποδεικτικής δύναμης στις ένορκες βεβαιώσεις του Κ. Δ. και της Β. Κ. και στην μαρτυρική κατάθεση του Μ. Α. είναι αβάσιμος, αφού η ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 395/2013), όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις, το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτίμησε όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ για να καταλήξει στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επίσης ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ,κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προσέδωσε πλήρη (αυξημένη) αποδεικτική δύναμη στα πρακτικά της Γ.Σ. της 31/12/2002, 20/10/2005 και 31/12/2005, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο οικείο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, με το να μνημονεύσει δε ρητά τα ως άνω πρακτικά της Γ.Σ.
δεν προσέδωσε σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Επίσης ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι τα ανωτέρω πρακτικά της Γ.Σ. της 31/12/2002, 20/10/2005 και 31/12/2005 είναι ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα και δεν έπρεπε το Δικαστήριο να τα λάβει υπόψη του, είναι αβάσιμος, καθόσον αυτά αποτελούν ιδιωτικά έγραφα, σύμφωνα με τα ανωτέρω προεκτεθέντα.
Περαιτέρω δε ο ίδιος λόγος με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη έκρινε εσφαλμένως ότι από τα ως άνω πρακτικά της Γ.Σ. της 31/12/2002, 20/10/2005 και 31/12/2005 προκύπτει βαριά αμέλεια των αναιρεσειόντων, κατά την μεταβίβαση των επίδικων μετοχών, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δη την αιτιολόγηση, στάθμιση και ανάλυση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές (ΑΠ 314/2021).
Από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συνάγεται ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εμποδίζουν μεν κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ την άσκηση κατά του κατηγορουμένου νέας δίωξης για την αυτή πράξη και κατ' αυτή την έννοια αποτελούν δεδικασμένο, όμως το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, συνεπώς, δεν δεσμεύονται, σε αστικής φύσεως θέματα, από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ ο παθών από το έγκλημα (ΑΠ 1735/2013 πολιτική αγωγή (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1735/2013,ΑΠ 1585/2000, ΑΠ 1044/2000).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης) (ΑΠ 265/2011, ΑΠ 1591/2007).
Ακόμη, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο ρητά στο αναιρετήριο (1229/2011, ΑΠ 1054/2010).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, μολονότι αυτό είχε προταθεί νομίμως, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 2084/2007, ΑΠ 1867/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβιάστηκε από το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεδικασμένο, που απορρέει από το υπ'αριθμ. 99/2010 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτόν, αν το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή εάν στην απόφαση αυτή δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη προταθέντος δεδικασμένου, ώστε να καταστεί δυνατό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να εκτιμηθεί, αν προτείνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 16 ή τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και με την εκδοχή όμως ότι συντρέχει η πρώτη περίπτωση, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία γίνεται η επίκληση του δεδικασμένου, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχεία τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1797 / 2013 ).
Σε κάθε όμως περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος καθόσον οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΑΠ 1269/2021, ΑΠ 410/2010).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 1603/2023, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας μετά την παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρ.281 ΑΚ), προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.
Συνεπώς όταν αναιρείται η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή της καταλυτικής ενστάσεως, το δικαστήριο της παραπομπής έχει εξουσία να εξετάσει μόνο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, γιατί ως προς αυτό αφού δεν ερευνήθηκε από το αναιρετικό δικαστήριο κατόπιν παραπόνου του ηττηθέντος ενάγοντος υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 1472/2012, ΑΠ 66/2004).
Στην προκείμενη υπόθεση, με τους πρώτο και τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 (και 19 επιπλέον ο τέταρτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8β του ν. 2190/1920 (πρώτος πρόσθετος λόγος) 847, 848, 849 και 1234 ΑΚ (τέταρτος πρόσθετος λόγος) με την αιτίαση ότι λόγω της απώλειας του δικαιώματος του ενάγοντος προς εξώνηση η ασκηθείσα από αυτόν αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτού και ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις για την σύμβαση της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών του ενάγοντος προς την "ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ" ήτοι αναφορικά με την παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως αυτής και ότι σε κάθε περίπτωση έχει καλυφθεί η ακυρότητα της ως άνω σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών αναδρομικά λόγω εξόφλησης.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο επίσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την ίδια πλημμέλεια της έλλειψης εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος ως προς την άσκηση της αγωγής του, λόγω της απώλειας από αυτόν του δικαιώματος της εξώνησης. Οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω δεδικασμένου καθόσον η ακυρότητα της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών του ενάγοντος προς την τρίτη εναγομένη (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε.) καθώς και το συναφές ζήτημα του παραδεκτού της αγωγής λόγω ενεργητικής νομιμοποίησης και έννομου συμφέροντος του ενάγοντος στην άσκηση της προκείμενης αγωγής ακυρότητας, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την υπ'αριθμ. 423/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Ειδικότερα το παραπάνω δικαστήριο, δικάζοντας, μετά από έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης (υπ'αριθμ.217/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τα ως άνω αιτήματα της και δη από 1 μέχρι 5), δέχθηκε, με την υπ'αριθμ. 423/2013 απόφασή του, τόσο την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και το έννομο συμφέρον αυτού ως προς το παραδεκτό της αγωγής, όσο και την ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών του προς την τρίτη εναγομένη ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε, στη συνέχεια όμως απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος των τρίτης, τέταρτου και έκτου των εναγομένων (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., Κ.
και Δ. Σ.). Μετά από άσκηση αναίρεσης του ηττηθέντος ενάγοντος (εφεσίβλητου) κατά της ως άνω υπ'αριθμ. 423/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, για το λόγο ότι απορρίφθηκε η αγωγή του γενομένης δεκτής της καταχρηστικής ένστασης ασκήσεως αυτής και αφού δεν άσκησαν αναίρεση οι εναγόμενοι που βλάπτονταν από τις αιτιολογίες της, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού, και υφίστατο έννομο συμφέρον αυτών προς αποτροπή δεδικασμένου, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 973/2017 απόφαση του Αρείου πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου (που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή της καταλυτικής ενστάσεως), και επομένως το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε εξουσία να εξετάσει μόνο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, γιατί ως προς αυτό, αφού δεν ερευνήθηκε από το αναιρετικό δικαστήριο κατόπιν παραπόνου του ηττηθέντος ενάγοντος, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο, όπως ορθώς δέχεται και η προσβαλλομένη.
Σε κάθε δε περίπτωση ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης αναφορικά με την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος είναι προεχόντως απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ουσιαστικός ή δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε καθώς σε ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ.4, 24 παρ.2, 34, 35β παρ.2, 35γ, 39 και 40 του ν.2190/1920 προκύπτει, ότι η μετοχή της ανώνυμης εταιρίας είναι δηλωτική τόσο του μεριδίου του εταιρικού κεφαλαίου όσο και του δικαιώματος συμμετοχής στην εταιρεία και επιπλέον είναι πράγμα κινητό και αξιόγραφο, ως πράγμα δε, είναι αντικείμενο κυριότητας και ενσωματώνει τη μετοχική σχέση, η οποία ακολουθεί το εμπράγματο δικαίωμα επί του τίτλου (ΑΠ 576/2002).
Εξάλλου, η μεταβίβαση της μετοχής ως κινητού πράγματος και δη αξιόγραφου, στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται κατ' άρθρο 1034 ΑΚ με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σε αυτόν που την αποκτά και συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας (ΑΠ 1261/2003).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1036 παρ.1 και 1037ΑΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "Με την εκποίηση κινητού κατά το άρθρο 1034, εκείνος που αποκτά γίνεται κύριος και αν ακόμη η κυριότητα του πράγματος δεν ανήκει σ' αυτόν που εκποιεί, εκτός αν κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη (άρθρο 1036 παρ.1). Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη, αν γνωρίζει ή αγνοεί από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτόν που εκποιεί (άρθρο1037)". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να εξυπηρετήσει την εναρμόνιση των ισοδύναμων αλλά αντίρροπων συμφερόντων που διαπλέκονται στην περίπτωση της κτήσης κυριότητας από μη κύριο, την κυριότητα δηλαδή του αληθινού κυρίου αλλά και την προστασία της εμπιστοσύνης του καλόπιστου συναλλασσόμενου, θέσπισε και μία υποκειμενική προϋπόθεση, δηλαδή την καλή πίστη του αποκτώντος ως προς την έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος.
Καλή πίστη, εξάλλου, είναι είτε η πεποίθηση (γνώση) για την ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντος είτε η άγνοια της έλλειψης αυτής, εφόσον οφείλεται σε πλάνη (πραγματική ή νομική) που δεν προέρχεται όμως από βαριά αμέλεια. Αντίθετα, η κακή πίστη (το βάρος της απόδειξης της οποίας φέρει ο κύριος που διεκδικεί το κινητό ή κάθε τρίτος που ισχυρίζεται το ανίσχυρο της μεταβίβασης), συνίσταται στη γνώση της έλλειψης κυριότητας στον μεταβιβάζοντα ή στην από βαριά αμέλεια άγνοια της έλλειψης αυτής. Η βαριά αμέλεια εκείνου που αποκτά κινητό πράγμα που δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκποιούντα έχει την έννοια της ασυνήθιστα μεγάλης εκτροπής από την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια ,κατά συνέπεια θεωρείται βαριά αμελής ο αποκτών, όταν ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του αποκτώντος, θα απέφευγε σε αντίστοιχη περίπτωση τη συναλλαγή με τον μεταβιβάζοντα, εκτός αν από την έρευνα του τίτλου κυριότητας μπορούσε να πειστεί ότι ο μεταβιβάζων είναι πράγματι κύριος του κινητού.
Εξάλλου, η ύπαρξη τέτοιας αμέλειας κρίνεται σε κάθε περίπτωση από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση του αποκτώντος να συλλέξει κατά την κατάρτιση της σύμβασης τις αναγκαίες πληροφορίες για τη νομική σχέση που διέπει το υπό μεταβίβαση πράγμα (ΑΠ 973/2017, ΑΠ 1316/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, εκτιμώμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1036 και 1037 ΑΚ, που έχει επίδραση στο ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης κακής πίστης των αναιρεσειόντων κατά την σύμβαση μεταβίβασης των επίδικων μετοχών παρά μη κυρίου ήτοι στην εταιρεία Π.
ΑΕ από την ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ. Με τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1036 και 1037 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την υπαγωγή τους στις τελευταίες.
Ειδικότερα, τα ως άνω δεχθέντα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την έννοια της κακής πίστης με την μορφή της άγνοιας από βαριά αμέλεια της εταιρείας "Π. ΑΕ" όπως εκπροσωπούνταν από τον δεύτερο εναγόμενο Δ. Π. (του οποίου οι 2ος, 3ος, 4ος και 5ος είναι καθολικοί διάδοχοι) κατά την μεταβίβαση των μετοχών παρά μη κυρίου αναφορικά με το αν η εκποιούσα εταιρεία ήταν κυρία των μετοχών και την υπαγωγή των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης στις πιο πάνω νομικές διατάξεις και συγκεκριμένα ότι: 1) η εγγραφή της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών στο ειδικό βιβλίο της ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ, με την αιτιολογία ότι αυτή έλαβε χώρα δυνάμει δικαιώματος αυτοσύμβασης που χορηγούσε στην αποκτώσα εταιρία (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ) το υπ' αριθμ. ....2001 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Β.
Ν., χωρίς να γίνεται επίκληση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης των μετοχών, που αποτελεί τον μόνο νόμιμο τίτλο της μεταβίβασης, θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει στον Δ. Π. (του οποίου οι 2ος, 3ος, 4ος και 5ος (αναιρεσειόντων) είναι καθολικοί διάδοχοι) και στη πρώτη αναιρεσείουσα για την νομιμότητα της κτήσης, σοβαρή αμφιβολία για τη νομιμότητα της κτήσης από την ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ των επίδικων μετοχών 2) όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις τους (σελ. 5), αυτοί τελούσαν σε πλήρη γνώση της μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, αναφέροντας επί λέξει ότι "...
δεν απέμεινε παρά μόνο η σύνταξη της τυπικής πράξης υπογραφής του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση" 3) η γνώση αυτή του Δ. Π. συνάγεται και από το γεγονός ότι ήδη από 26.7.2002, και οπωσδήποτε κατά το χρόνο της άκυρης μεταβίβασης των μετοχών στην ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ ΑΕ, ο ίδιος διατελούσε διευθύνων σύμβουλος της πέμπτης εναγομένης (ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), η δε σύζυγός του Μ.
Π. Πρόεδρος και ο υιός του Α. Π., μέλος του ΔΣ της ίδιας εταιρίας 4) ο Δ. Π. λάμβανε μόνος του σημαντικές αποφάσεις για την τύχη της εταιρείας (ΑΓΙΑ FRUIT ΑΕ), όπως αλλαγή της επωνυμίας της, ζητήματα οικονομικής φύσεως παράστασης του ίδιου ενώπιον των δικαστηρίων, απαλλαγή των μελών του Δ.Σ. από κάθε ευθύνη αποζημίωσης 5) ο Δ.
Π. όφειλε να είναι πιο προσεκτικός για την κυριότητα των επίδικων μετοχών, καθώς ο ίδιος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτης εναγομένης, στις 8.11.2004 είχε παραλάβει την εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, με την οποία αυτός ζητούσε τον έλεγχο της εταιρίας από ορκωτούς λογιστές, χωρίς μάλιστα να προβεί σε καμία απάντηση 6) ο δεύτερος εναγόμενος (Δ.
Π.) είναι εξαιρετικά έμπειρος στις συναλλαγές, καθώς έχει τη διεύθυνση πολλών επιχειρήσεων ανά την Ελλάδα (6 καταστήματα στην κεντρική αγορά Αθηνών, μεγάλα ψυγεία διαλογητήρια - συσκευαστήρια 10 εκ. κιλών στον Τύρναβο Λάρισας, ΕΠΕ "Μ. ΑΕ" με ψυγεία - διαλογητήρια 6 εκ. κιλών στη Λυκόβρυση Λακωνίας. Επομένως ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά, με τον ως άνω λόγο κατά το πιο πάνω μέρος του, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την ύπαρξη άγνοιας από βαριά αμέλεια των αναιρεσειόντων κατά την κτήση των επίδικων μετοχών παρά μη κυρίου, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη κι έτσι ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες με την αιτίαση κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΚΠολΔ περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, για το λόγο ότι η μη άσκηση του δικαιώματος της εξώνησης από τον ενάγοντα και η πάροδος μακρού χρόνου μέχρι την άσκηση της αγωγής είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στην ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος δεν θα ασκούσε την αγωγή.
Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον η ως άνω ένσταση δεν προτάθηκε κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τους αναιρεσείοντες της εν λόγω αναίρεσης. Ο ως άνω λόγος είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας από τους 3η, 4ο και 6ο των εναγομένων (ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ Α.Ε., Κ. και Δ.
Σ.), επαναφέρθηκε στο εφετείο καθώς και ως λόγος αναίρεσης των αναιρεσειουσών της από 7-1-2020 αναίρεσης και ερευνήθηκε ως ανωτέρω σύμφωνα με τα προαναφερόμενα κατά την εξέταση αυτής ( από 7-1-2020 αναίρεσης). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 3-1-2020 (Αριθμ.Καταθ. 5/2020, Αριθ.
Δικ. 388/2020) αίτηση αναίρεσης και οι από 31-8-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής της 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" 2) Μ. Π., 2) Α.- Ε. Π., 3) Φ. Π. και 4) Α. Π.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: α) την από 7-1-2020 ( Αριθμ.Καταθ. 2/2020 Αριθ. Δικ. 2218/2021 ) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Ε. Εθνικών Μεταφορών Σ. Η ΛΑΡΙΣΑΪΚΗ", Ε. χα Κ. Σ. κλπ. β) την από 3-1-2020 (Αριθμ.Καταθ. 5/2020, Αριθ. Δικ. 388/2020) αίτηση αναίρεσης και γ) τους από 31-8-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", Μ. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 192/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ανωτέρω αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 192/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα από αυτούς (αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης) σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ