Legislator Case Law & Legislation
1538/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite substantive law articles.

Case Number 1538/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a First Instance Court decision regarding property boundaries. The appellants argued the lower court erred in defining property limits without referencing title deeds or topographic maps, claiming the decision lacked reasoning. The court rejected this appeal as inadmissible because the grounds were too vague and failed to cite the specific articles of substantive law violated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if its grounds are vague and fail to cite the specific articles of substantive law violated.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds failure to cite law property boundaries Supreme Court Code of Civil Procedure legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 97 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1538 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1538/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ.-Β., χήρας Μ. Λ., κατοίκου ..., 2) Θ. Μ. Λ., κατοίκου ..., 3) Ε. Μ. Λ., κατοίκου ..., 4) Ν. Μ. Λ., κατοίκου .... Οι υπό στοιχείο 1, 2 και 4 αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, ήδη υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσα, Ε. Λ., η οποία παραστάθηκε και για τον εαυτό της ατομικά, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. και Σ. Γ., συζύγου Ι. Μ., 2) Α. Κ. και Σ. Κ., συζύγου Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Νάση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 630/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2016 μη οριστική, 320/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα προς αυτόν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και του παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται (ΑΠ 1997/2022, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 1591/2018).

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ ΑΠ 13/2008, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ.1 και 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αναίρεσης θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είχε παράσχει την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα στον παριστάμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εκτός αν ο αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 4/2017, ΑΠ 859/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 3-5-2023, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι πρώτη, δεύτερος και τέταρτος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ε.

Λ., ήδη τρίτη των αναιρεσειόντων, η οποία παραστάθηκε ατομικά και για τον εαυτό της. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να εκπροσωπήσει και τους πρώτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων Σ.

Λ. - Β., χήρα Μ. Λ. και Ν. Λ. αντίστοιχα, καθώς δεν προσκομίζονται τα σχετικά πληρεξούσια των εν λόγω αναιρεσειόντων προς την ανωτέρω δικηγόρο. Επομένως, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν είχε πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση των πιο πάνω αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου δεν ήταν νόμιμη η παράσταση των τελευταίων κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων υπάρχει απλή ομοδικία, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες (ΑΠ 1997/2022, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 573/2019). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 320/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Οι αναιρεσίβλητες άσκησαν την από 15-12-2010 αγωγή τους κατά των Μ. Λ., Δ. Δ. και Π. Θ., με την οποία εξέθεταν ότι είναι συγκύριες σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ενός ελαιοκτήματος, εμβαδού 446,08 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., το οποίο απέκτησαν με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ότι κατά τις πρώτες εγγραφές του Κτηματολογικού Γραφείου Άστρους, τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 231,80 τ.μ. καταχωρήθηκε εσφαλμένα με φερόμενο ιδιοκτήτη τον πρώτο εναγόμενο, ενώ άλλο τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 1,08 τ.μ. καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως ανήκον στο δεύτερο εναγόμενο. Ότι κατά τις ίδιες πρώτες εγγραφές τμήμα εμβαδού 65,99 τ.μ.

καταχωρήθηκε εσφαλμένα ότι ανήκει στις ίδιες, ενώ ανήκει κατά κυριότητα στον τρίτο εναγόμενο. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητάς τους στα ανωτέρω δύο τμήματα των 231,80 και 1,08 τ.μ. και να διαταχθεί η διόρθωση των ανωτέρω εσφαλμένων πρώτων εγγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Άστρους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την 630/2012 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη προς τον τρίτο εναγόμενο, δέχθηκε δε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ο πρώτος εναγόμενος Μ. Λ. άσκησε την από 30-10-2012 έφεση και τους από 25-9-2015 πρόσθετους λόγους έφεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτών, αρχικά η 105/2016 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 320/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στις 13-12-2019, ήτοι μετά τη δημοσίευση στις 25-6-2018 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις ..., απεβίωσε ο ανωτέρω εκκαλών Μ. Λ. (βλ. τη με αριθμό .../2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου της Δ.Ε. Τρίπολης) και κληρονομήθηκε από τους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του σύζυγο και τέκνα, ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία (βλ.

τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά) και οι οποίοι με την ιδιότητά τους αυτή άσκησαν την ένδικη αίτηση. Σημειωτέον, επίσης, ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στους ως άνω κληρονόμους του Μ. Λ., ούτε οι αναιρεσίβλητες επικαλούνται τέτοια επίδοση, ώστε να αρχίσει η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Ενόψει αυτών η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, καθώς αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 151/2016).

Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να διεκδικήσει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (Ολ ΑΠ 7/2014, ΑΠ 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 51/2024, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, την οποία πρότεινε ο εναγόμενος Μ.

Λ. πρωτοδίκως και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 7-3-2012 προτάσεων του Μ. Λ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός, για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλέστηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "... Οι αντίδικες-ενάγουσες απέκτησαν το όμορο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., όπως αυτό φαίνεται κατά όρια, σχήμα και έκταση στο σχετικό κτηματολογικό απόσπασμα και στο ως άνω από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό..., δυνάμει του με αριθμό ....2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Άστρους Μ.

Μ...., με αιτία την αγορά από τον Ι. Μ. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει ολόκληρο το πιο πάνω ακίνητο δυνάμει του με αριθμό ....2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Άστρους Μ. Μ.... Και στα δύο ανωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια, τα οποία αποτελούν διαδοχικούς τίτλους κτήσεως για τις αντίδικες, το ακίνητο που αποκτούν εξατομικεύεται αποκλειστικά και μόνο δυνάμει των παλαιοτέρων τίτλων και την εμφάνισή του στο κτηματολογικό διάγραμμα, στη δε περιγραφή των συνόρων του ρητά αναφέρεται ότι "συνορεύει...

Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Λ.". Ενώ αντιθέτως ουδόλως αναφέρεται να συνορεύει το αποκτηθέν ακίνητό τους με ιδιοκτησία Δ. Δ., όπως ισχυρίζονται με την αγωγή τους. Τα ανωτέρω σύνορα αποδέχθηκαν τόσο οι αντίδικες όσο και ο δικαιοπάροχός τους, δικηγόρος στο επάγγελμα, και αναγνώρισαν αυτά ως υφιστάμενα κατά την αγοραπωλησία του ακινήτου και τις δύο φορές, χωρίς να θέσουν θέμα νεότερης καταμέτρησης και ενδεχομένως, στα πλαίσια αυτής, οριοθέτησης.

Ομοίως, σύμφωνος με την αποτύπωση του κτηματολογίου και την εγγραφή μου ως ιδιοκτήτη του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ως προς όλες τις πλευρές και συνεπώς και την πλευρά της γειτνίασης, υπήρξε και ο δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων μου, Χ. Δ. (αρ. ....1969 συμβολαίου), ο οποίος ούτε κατά το στάδιο των ενστάσεων του 1998, ούτε αργότερα με την περάτωση της κτηματογράφησης και την ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών το 2003, προέβη σε ενέργειες αμφισβήτησης και προσβολής.

Αν πράγματι ετίθετο θέμα γειτνίασης και προσβολής εκ μέρους μου της κυριότητας των αντιδίκων μου, ήδη από την πρώτη μεταβίβαση που έγινε προς τον δικαιοπάροχο των αντιδίκων μου, Ι. Μ. Σ., δικηγόρο στο επάγγελμα, θα αξιωνόταν η επίλυση αυτού, κάτι το οποίο ουδέποτε τέθηκε. Η αδράνεια των αντιδίκων μου και των δικαιοπαρόχων αυτών συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως είναι και η αναγνώρισή μου ως όμορου ιδιοκτήτη και στα δύο συμβόλαια, που αποτελούν τίτλους κτήσεως των αντιδίκων μου συνηγορούν στη συνδρομή των όρων της καταχρηστικής άσκησης της αναγνωριστικής αγωγής κατά εμού, μετά τη μεταγραφή του τίτλου και τη συνακόλουθη, έκτοτε απόκτηση από τους αντιδίκους του δικαιώματος κυριότητας.

Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι μη νόμιμη. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ένσταση αυτή περιέχει ουσιαστικά αρνητικούς ισχυρισμούς των περιστατικών που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητες με την αγωγή τους και επομένως ως τέτοια δεν μπορεί να θεμελιώσει την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, ο εναγόμενος Μ.

Λ. δεν ισχυρίστηκε με την ένστασή του ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με τη συμπεριφορά τους και ειδικότερα με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που περιήλθαν σε γνώση του, δημιούργησαν σ' αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι αυτές δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους με την έγερση της αγωγής, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτόν, τις οποίες σημειωτέον παραλείπει να αναφέρει και να παρίσταται έτσι η άσκησή του ως υπερβαίνουσα, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 235/2019). Για να θεμελιωθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Έτσι, δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 1627/ 2010).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1521/2021, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014).

Για τη θεμελίωση δε, του πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 188/2018, ΑΠ 751/2017, ΑΠ 621/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή (και αναλόγως η αίτηση) κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται:

α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε (Ολ ΑΠ 28/1998, Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 2078/2022, ΑΠ 52/2019), β) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 11/2017), γ) Η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1282/2010), δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένως διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (ΑΠ 589/2005) και δ) εάν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι, μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 28/1998, Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 52/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης διατείνονται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων, άλλως εσφαλμένως ερμήνευσε τα έγγραφα αυτά, αποδίδοντας στις αναιρεσίβλητες έκταση που δεν δικαιούνται και ουδέποτε απέκτησαν κατά οιονδήποτε τρόπο, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 και 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρουν στον εξεταζόμενο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) Του από ...-1980 ιδιωτικού συμφωνητικού κτήσης του επιδίκου ακινήτου από τον κληρονομούμενό τους, εστιάζοντας στη μη αναγραφή της ιδιοκτησίας Τ.

ως βόρειου συνόρου, όπου ως βόρειο σύνορο αναγράφεται η ιδιοκτησία Δ. και Γ. β) Του με αριθμό ...-1970 συμβολαίου του όμορου αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας Τ., πρώην Χ., στο οποίο πουθενά δεν αναφέρεται ως σύνορο η ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Χ. Δ., με τον οποίο οι αναιρεσίβλητες φέρουν να συνορεύουν τα όρια του ακινήτου τους.

γ) Του με αριθμό ...-1969 συμβολαίου, που αποτελεί απώτερο τίτλο κτήσης των αναιρεσιβλήτων και στο οποίο ουδόλως αναγράφονται ως σύνορα ιδιοκτησίες Μ. Μ. και Δ. Δ., οι οποίες συνεχίζουν να μην αναγράφονται και στα μεταγενέστερα συμβόλαια των αναιρεσιβλήτων με αριθμούς ...-2008 και ...-2008. Ότι η αναιρεσιβαλλομένη, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, αποδέχθηκε το τοπογραφικό των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το οποίο το αγροτεμάχιό τους συνορεύει με την πρώην ιδιοκτησία Μ.

Μ. και μετέπειτα κληρονομούμενού τους Μ. Λ. και με την ιδιοκτησία Δ. Δ., πρώην Ι. Δ. δ) Του με αριθμό ...-1972 συμβολαίου του όμορου ιδιοκτήτη Μ., σύμφωνα με το οποίο, η εν λόγω ιδιοκτησία συνορεύει μεταξύ των άλλων και με Δ. Κ. Ότι η αναιρεσιβαλλομένη εντελώς αναιτιολόγητα ακυρώνει το όριο αυτό, καταργεί το σύνορο του Μ., πλέον Θ., με την ιδιοκτησία Κ., πλέον δική τους και αναγνωρίζει την ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων στη θέση αυτή.

Και στ) Της με αριθμό 19/2000 ομόφωνης απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας, της οποίας το περιεχόμενο αναιτιολόγητα απαξιώθηκε στη βάση ότι δήθεν στηρίχθηκε στην υπόδειξη του κληρονομουμένου τους και όχι στο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο βρίσκεται συνημμένο στα έγγραφα του κτηματολογίου.

Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, ούτε αναφέρεται σ' αυτό το διαφορετικό περιεχόμενο που το Εφετείο δέχθηκε ότι έχουν τα έγγραφα αυτά, περιστατικά που είναι αναγκαία για το ορισμένο και για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι, υπό τους ανωτέρω εκτιθέμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι, από τους ισχυρισμούς αυτούς καθίσταται σαφές ότι αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση όχι διαγνωστικό λάθος, σφάλμα δηλαδή ανάγνωσης των πιο πάνω εγγράφων, με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν, ώστε να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, αλλά αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη εκτιμητικό σφάλμα, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο συνήγαγε από τα έγγραφα αυτά αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, το οποίο όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά δε την επικαλούμενη επικουρικά με τον ίδιο λόγο αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού, σύμφωνα με την εκτεθείσα ανωτέρω νομική σκέψη.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 552/2024).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2008 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Άστρους Μ.

Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου, με αριθμό καταχώρησης ..., στο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγουσών και του μη διαδίκου δικαιοπαρόχου τους Ι. Σ. του Μ., αυτές κατέστησαν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστη, ενός αγροτεμαχίου (ελαιώνα), ευρισκόμενου στη θέση "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του τ.δ.

Άστρους Αρκαδίας, έκτασης κατά την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 518 τ.μ., σύμφωνα δε με τον τίτλο κτήσης 450 τ.μ. ή όση είναι η έκτασή του μετά από ακριβή καταμέτρηση", το οποίο συνορεύει δυνάμει του ίδιου τίτλου κτήσης, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία των εναγουσών και πρώην Ι. Γ., βόρεια και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Δ.

και Ζ. Τ., νότια με χαντάκι απορροής ομβρίων υδάτων και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Π. και Λ. Θ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Λ. Το εν λόγω γεωτεμάχιο είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγουσών με αγορά από τον Χ. Δ., δυνάμει του ...-2008 συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας της ίδιας ως άνω συμβ/φου, νομίμως καταχωρημένου, με αριθμό καταχώρησης ..., στο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου, ενώ, ο τελευταίος - απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών - είχε καταστεί κύριος του συγκεκριμένου γεωτεμαχίου, επίσης με αγορά, δυνάμει του ...-1969 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Άστρους Κ.

Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ... και με α.α. ... των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Άστρους.

Περαιτέρω, στην προσκομισθείσα από τις εφεσίβλητες, από Μαρτίου 2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, δυνάμει της υπ' αριθ. 359/2016 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, πραγματογνώμονος - τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., αναφέρονται τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τις αρ. 105/2016 και 359/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ορίστηκα πραγματογνώμων στην υπόθεση των διαδίκων Μ.

Λ. (εκκαλούντος) κατά Δ. Γ. και Γ. συζ. Ι. Μ. και Α. Κ. του Κ. συζ. Γ. Μ. (εφεσιβλήτων) προκειμένου να γνωμοδοτήσω εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα, όπως αυτό εμφαίνεται στο από μηνός Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλ. 1:200 του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Δ. ως τμήμα 7 και με στοιχεία (...), εμβαδού 231,80 τ.μ.

περιέχεται εν όλω ή εν μέρει κατά ποια θέση, έκταση, όρια και πλευρές στους υπό των εναγουσών επικαλούμενους τίτλους κυριότητας. Αφού παρέλαβα τους φακέλλους της δικογραφίας από τους δικηγόρους των διαδίκων και άκουσα τις απόψεις αυτών για την ταυτότητα της επίδικης έκτασης, επισκέφθηκα αυτή και προέβην στην επιμέτρηση των ιδιοκτησιών των διαδίκων και των όμορων αυτών ιδιοκτησιών και συνέταξα το συνημμένο στην παρούσα τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλ. 1:200.

Στο διάγραμμα αυτό εμφαίνονται: 1) Υπό τα στοιχεία (...) η ιδιοκτησία των Δ. Γ. του Γ. συζ. Ι. Μ. (σήμερα εφεσίβλητες), που κατέχουν με το αρ. ...-2008 συμβόλαιο της Συμβ/φου Άστρους Μ. συζύγου Θ. Μ. 2) Υπό τα στοιχεία (...) η ιδιοκτησία των Δ. Γ. του Γ. συζ. Ι. Μ. και Α. Κ. του Κ. συζ. Γ. Μ. (σήμερα εφεσίβλητες) που κατέχουν με το αρ. ...-2008 συμβόλαιο της συμβ/φου Άστρους Μ.

συζύγου Θ. Μ. 3) Υπό τα στοιχεία (...) η ιδιοκτησία του Μ. Λ. (εκκαλούντος) και ιδιαίτερα το Β.Α. τμήμα αυτής όπως αυτό εμφανίζεται στο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του Ο.Κ.Χ.Ε. κατά τις 3 πλευρές του (δυτική-βόρεια-ανατολική) καθόσον η νότια πλευρά του (που στην πραγματικότητα είναι περιφραγμένη από τον εκκαλούντα ιδιοκτήτη της) δεν αποτυπώνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα του Ο.Κ.Χ.Ε., αλλά η ιδιοκτησία του Μ.

Λ. με Κ.Α.Ε.Κ. ... εμφανίζεται ενιαία με το τμήμα αυτό και 4) Υπό τα στοιχεία (...) η επίδικη έκταση των 231,80 τ.μ., όπως αυτή προσδιορίζεται στην από 15-12-2010 αγωγή των εναγουσών (εφεσιβλήτων σήμερα) και ειδικότερα στο από Φεβρουάριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα 1:200 του Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Δ. Όσον αφορά στην εφαρμογή των κτητικών τίτλων των διαδίκων επισημαίνονται τα εξής: 1) Οι εφεσίβλητες σήμερα Δ.

Γ. και Α. Κ. κατέχουν τις δύο (2) ιδιοκτησίες τους στη θέση "..." ή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Τ.Δ. ..., σύμφωνα με τα αρ. ...-2008 (450 μ2) και αρ. ...-2008 (4.680 μ2) συμβόλαια αγοραπωλησίας Συμβ/φου Άστρους Μ. συζύγου Θ. Μ. με πωλητές τον Ι. Σ. του Μ. και τον Ι. Γ. του Ι. και της Α. αντίστοιχα. 2) Ο δικαιοπάροχος της 'μικρής' εκ των ανωτέρω ιδιοκτησίας (450 μ2) των εφεσιβλήτων, Ι.

Σ. του Μ. απόκτησε το αγροτεμάχιο αυτό σύμφωνα με το αρ. ...-2008 συμβόλαιο της Συμβ/φου Άστρους Μ. συζύγου Θ. Μ. από τον Χ. Δ. του Γ., 3) το τελευταίος Χ. Δ. του Γ. αγόρασε το ίδιο ακίνητο σύμφωνα με το αρ. ...-1969 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβ/φου Άστρους Κ. Α. Κ. Στο συμβόλαιο αυτό το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται ως "παρακείμενον τεμάχιον που περιέχει (7) περίπου ελαιόδενδρα ή όσα εισίν πλέον ή έλαττον, είναι εκτάσεως ενός τετάρτου (1/4) του στρέμματος ή όσης εστίν πλέον ή έλαττον και συνορεύεται γύρωθεν με όμοια κληρονόμων Α.

Μ., Α. Χ. και πάρδουκαν πέραν της οποίας με Α. Κ. (Γ.) και Δ. Α. Κ.". Ο εκκαλών εξάλλου σήμερον Μ. Λ. του Θ. προσκομίζοντας το από 12-07-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και της Α. Ν. Κ. επικαλείται ότι η κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος δεν ανήκει στις εφεσίβλητες. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό (12-07-1980) ο αγρός της πωλήτριας Α.

Ν. Κ. που συμφωνείται να πωληθεί στον Μ. Λ. του Θ. περιγράφεται ως εξής: "Έναν αγρό εκτάσεως περίπου 200 μέτρων πλέον ή έλαττον μετά των εξ εν αυτώ ελαιοδένδρων εις θέσιν ... Ούτος συνορεύει προς Ανατολάς με Γ. προς Δυσμάς με Ι. Δ. προς Νότον με τον αγοραστήν και προς βορράν με Δικαίον και Γ.". Πέραν των ανωτέρω ο εκκαλών Μ.

Λ. προσκομίζοντας τους τίτλους κτήσης του Δ. και Ζ. Τ. και το από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπ. Μηχανικού Ι. Δ. ισχυρίζεται ότι νοτίως της ιδιοκτησίας "Τ." (πρώην Χ.) όμορος είναι ο ίδιος (Μ. Λ.), κάτι που αντιτίθεται με το από 12-07-1980 (ανύποπτου χρόνου) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και της Α. Κ., όπου προς βορράν όμοροι εμφαίνονται οι Δ.

και με Γ. και όχι ο Χ. (δικαιοπάροχος) Τ. σύμφωνα με το αρ. ...-1970 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Άστρους Κ. Κ. Επίσης στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Πολ. Μηχανικού Ν. Α., που προσκόμισε ο εκκαλών Μ. Λ. στο τμήμα αυτό (πρώην Α. Κ.) ανέρχεται σε 293,07 μ2 και εμφαίνεται να συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Τ. (πρώην Χ.) σε αντίθεση πάλι με τα προεκτεθέντα.

Κατά την άποψή μου οι δύο ως άνω κτητικοί τίτλοι ανύποπτου χρόνου (τίτλος Χ. Δ. από το 1969 και ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ Α. Κ. και Μ. Λ. από το 1980), των διαδίκων είναι οι καθοριστικοί για την αποσαφήνιση της ταυτότητας της επίδικης έκτασης διότι οι μεταγενέστεροι τίτλοι τόσο των διαδίκων όσο και των ομόρων αυτών περιγράφουν τα ακίνητα σύμφωνα με την αναμφισβήτητα λανθασμένη ανάρτηση και οριστικοποίηση του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή ....

Σημειώνεται ότι το εθνικό Κτηματολόγιο (ΟΚΧΕ) όχι μόνο απέρριψε την ένσταση του Χ. Δ. για διόρθωση του εμβαδού της ιδιοκτησίας του από 518 μ2 σε 250 μ2, αλλά ταυτόχρονα έκανε δεκτή την ένσταση του Μ. Λ. που ζήτησε διόρθωση του Β.Δ. ορίου της ιδιοκτησίας του και τελικά προσαύξησε το Β.Α. τμήμα αυτής (όπου δηλ. ισχύει μόνο το προσύμφωνο αυτού με Α.

Κ.) κατά 100 μ2, "τοποθετώντας" τη μεν ιδιοκτησία Χ. Δ. ανατολικά της Α. Κ. (Μ. Λ. κατά το προσύμφωνο) και όχι βόρεια αυτής, αυτήν δε του Μ. Λ. (που συμφώνησε να αγοράσει από την Α. Κ. με το προσύμφωνο) νοτίως της ιδιοκτησίας Τ. κατ' αντίθεση των κτητικών τους τίτλων. Προφανώς η διόρθωση του Β.Α. τμήματος της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος από τον ΟΚΧΕ δεν έγινε με την υποβολή του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά καθ' υπόδειξη των ορίων από τον ίδιο τον εκκαλούντα, όπως εξάλλου βεβαιώνεται στα σχετικά πρακτικά.

Σημειώνεται επίσης ότι εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό (από 12-07-1980) ουδέποτε υποβλήθηκε από τον εκκαλούντα σε κάποια από τις δίκες που προηγήθηκαν ούτε ακόμα και κατά την άσκηση της εφέσεώς του. Είναι όμως αυτό το έγγραφο που αποσαφηνίζει τα όρια της ιδιοκτησίας του Μ. Λ. στο Β.Α. τμήμα της, αφού περιγράφει αναλυτικά και προσανατολισμένα έκαστον όμορο αυτής (βορείως Χ.

Δ. και Κ., νοτίως αγοραστής Μ. Λ., ανατολικά Κ., δυτικά Δ. Δ.). Επιπλέον τα εμβαδά των δύο (2) αυτών ιδιοκτησιών (Χ. Δ. και Α. Κ.) ενώ στους ανύποπτου χρόνου τίτλους των αναφέρονται σε 250 μ2 και 200 μ2 αντίστοιχα, στα αποσπάσματα του ΟΚΧΕ εμφανίζονται με υπερδιπλάσια εμβαδά και περιλαμβάνουν ως εκ τούτου έκαστο και υπερδιπλάσιο αριθμό ελαιοδέντρων από τα επτά (7) και έξι (6) αντίστοιχα του κτητικού τίτλους τους.

Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι όλη η επίδικη έκταση των 231,80 μ2 ταυτίζεται απόλυτα με την ιδιοκτησία που αγόρασε ο Χ. Δ. (απώτερος δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων) από τον Δ. Ρ. βάσει του αρ. ...-1969 συμβολαίου ("1/4 του στρέμματος με τα επτά (7) ελαιόδενδρα εν αυτή"). Η ιδιοκτησία του εκκαλούντος Μ. Λ. σύμφωνα με το από ...-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό με την Α.

Κ. είναι η εμφαινόμενη στο συνημμένο στην παρούσα τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλ. 1:200 υπό τα στοιχεία (...) με Β.Α. όριο αυτής την τάφρο (πάρδουκα), δυτικό τον Δ. Δ. και νότιο τον εκκαλούντα Μ. Λ. Οι εφεσίβλητες Δ. Γ. του Γ. συζ. Ι. Μ. και Α. Κ. του Κ. συζ. Γ. Μ. προέβησαν στην αγορά των δύο ιδιοκτησιών τους το 2008 στη θέση "..." του Δήμου ...

σύμφωνα με τα λανθασμένα κατά τα ανωτέρω κτηματολογικά αποσπάσματα του ΟΚΧΕ στην περιοχή και στη συνέχεια (2010) διεκδικούν την επίδικη εδαφική έκταση, την οποία πράγματι, όπως αποδείχθηκε, κατείχε ο απώτερος δικαιοπάροχος της "μικρής" έκτασής τους Χ. Δ. Κατόπιν όλων αυτών ΑΠΟΦΑΙΝΟΜΑΙ Ότι η επίδικη εδαφική έκταση των 231,80 μ2 περιλαμβάνεται κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρές εξ ολοκλήρου στους επικαλούμενους από τις εφεσίβλητες Δ.

Γ. του Γ. συζ. Ι. Μ. και Α. Κ. του Κ. συζ. Γ. Μ. κτητικούς τίτλους και συγκεκριμένα στο αρ. ...-2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβ/φου Άστρους Μ. συζύγου Θ. Μ.". Από την ανωτέρω σαφή και εμπεριστατωμένη ως προς τον τρόπο, με τον οποίο ο συντάξας καταλήγει στο συμπέρασμά του, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ήτοι αφού έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια και συνταχθέντα τοπογραφικά διαγράμματα, η οποία ενισχύεται από τη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρος υπεράσπισης και συζύγου της πρώτης των εφεσιβλήτων, καθώς και από τις ως άνω περιεχόμενες στις ένορκες βεβαιώσεις μαρτυρίες των ανωτέρω προσώπων και η οποία δεν αναιρείται, ούτε από την εκ διαμέτρου αντίθετη προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν.

Α., αλλ' ούτε και από άλλο προσκομιζόμενο από αυτόν αποδεικτικό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης της ένορκης κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της μάρτυρος ανταπόδειξης και συζύγου αυτού, η οποία ανέφερε πλην άλλων "... το έχω με χρησικτησία... αγοράσαμε από τη κα Κ. τα 300 τ.μ. και αναφέρεται στα συμβόλαια του κ.

Δ. το 1980 με ιδιωτικό συμφωνητικό και με μάρτυρες..." και η οποία δεν κρίνεται πειστική, αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της ανωτέρω περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων, έγιναν εσφαλμένες καταχωρήσεις τμημάτων του ανωτέρω γεωτεμαχίου κυριότητας των εφεσιβλήτων και ειδικότερα εδαφικό τμήμα επιφάνειας 231,80 τ.μ., εμφαινόμενο στο από Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Δ. - καθώς και σε αυτό του ανωτέρω πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού -, με τα περιμετρικά στοιχεία (...), κείμενο δυτικά του εν λόγω ευρύτερου γεωτεμαχίου, καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως τμήμα του ακινήτου (γεωτεμαχίου) με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Μ. Λ., συνεπεία παραγώγου τρόπου κτήσης και δη δυνάμει τόσο του ...-1976 συμβολαίου του συμβ/φου Άστρους Κ.

Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Άστρους, όσο και του ...-1977 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Δ. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άστρους, καθώς επίσης και του ...-1979 συμβολαίου του συμβ/φου Τρίπολης Κ.

Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Άστρους, καθόσον το εν λόγω εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας, τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα στους σχετικούς λόγους έφεσης και σε αυτούς του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως αντίστοιχα, κρίνονται ως αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι στο σύνολό τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου Μ. Λ. και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια, κάνοντας δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία ο εκκαλών Μ. Λ. επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ομόρου ακινήτου του: 1) τα με αριθμούς ...-2008 και ...-2008 συμβόλαια, που αποτελούν τους τίτλους κτήσης των αναιρεσιβλήτων και από τα οποία προκύπτει ότι οι τίτλοι αυτοί δεν συμφωνούν με το επικαλούμενο στην αγωγή τους τοπογραφικό διάγραμμα, 2) το με αριθμό ...-1972 συμβόλαιο του όμορου ιδιοκτήτη Μ.

και το με αριθμό ...-2002 συμβόλαιο του έτερου όμορου ιδιοκτήτη Δ. Δ., 3) το από μηνός Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Δ. Γ., 4) το από μηνός Αυγούστου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Δ. για λογαριασμό της ιδιοκτησίας Τ., 5) την από 06-04-2017 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Δ.

Ν. Λ. και 6) την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Α. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον κτητικό τίτλο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι στο ...-2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων "...

και από όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα (άρθρ. 339 σε συνδ. προς 395 ΚΠολΔ) για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέροντας μάλιστα ρητά στις παραδοχές του ορισμένα από αυτά, όπως τα ...-2008 και ...-2008 συμβόλαια, όπως και το από μηνός Φεβρουαρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Γ. και την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Α. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα ακόμη και τα δημόσια για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1262/2018), η δε δικαστική πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα κατά τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ και εναπόκειται στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 2077/2022, ΑΠ 919/2020, ΑΠ 555/2019).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης δηλαδή των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού ότι το Εφετείο προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία όμως βρίθει σφαλμάτων και παραλείψεων, παραβλέποντας τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα τα συμβόλαια των αναιρεσιβλήτων και των ομόρων ιδιοκτητών.

Με το δεύτερο δε μέρος του λόγου αυτού, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των συμβολαίων ως δημοσίων εγγράφων, τα οποία ως τέτοια αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλα ως προς τα αναγραφόμενα και βεβαιούμενα σε αυτά, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο, αλλά όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασής του, όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω, τη συνεκτίμησε ελεύθερα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ με τα λοιπά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους συμβόλαια, στα οποία αναφέρονται τα όρια των μεταβιβαζομένων με αυτά ακινήτων.

Ο ίδιος δε λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν στην αίτηση αναίρεσης σε ποια συμβόλαια αναφέρονται και σε ποια ειδικότερα γεγονότα που περιλαμβάνονται σε αυτά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1182/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, μη αντιλαμβανόμενη ότι οι αναιρεσίβλητες είχαν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους. Ότι οι αναιρεσίβλητες ζητώντας την οριοθέτηση του ακινήτου τους όφειλαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στα βάση των συμβολαίων τους και ότι τέτοια οριοθέτηση έγινε μόνο από την τεχνική έκθεση του Ν.

Α. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μη λαμβάνοντας υπόψη τους τίτλους κτήσης της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων προβαίνει ουσιαστικά σε εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, από τα προσαχθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα έγγραφα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητες με την αγωγή τους, την οποία για το λόγο αυτό έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας τις τελευταίες συγκύριες σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 231,80 τ.μ.

Επομένως, σύμφωνα και με την αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενη νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, την οποία και έκανε δεκτή.

Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υφίσταται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 901/2020, ΑΠ 287/2018, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 948/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ όφειλε να αναφέρει και να εξετάσει την περιγραφή της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων καταρχήν σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης αυτών και στη συνέχεια να εξετάσει αν τα όρια αυτής αποτυπώνονται ορθά στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τις αναιρεσίβλητες τοπογραφικό, ουδόλως πράττει αυτό, ούτε αιτιολογεί την παράλειψή της αυτή.

Ότι αντιθέτως, όλως αναιτιολόγητα απορρίπτει τα όρια όπως τίθενται από απώτερα συμβόλαια όμορων ιδιοκτητών, αλλά και των αναιρεσιβλήτων, αλλοιώνει αυτά και αποδίδει στις τελευταίες όχι μόνο έκταση που ξεκάθαρα δεν τους ανήκει βάσει των ως άνω τίτλων, αλλά και πολύ πέραν αυτής, μετατρέποντας την ιδιοκτησία τους σε μία μοναδική και πρωτόγνωρη για την περιοχή τριγωνική έκταση.

Ότι με τον τρόπο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογιών, άλλως φέρει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι, εκτός από την έλλειψη μνείας των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, οι αναιρεσείοντες παραλείπουν παντελώς να αναφέρουν στο αναιρετήριο τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση αυτών που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, διατακτικό.

Ανεξαρτήτως δε τούτων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, κατά τα ως άνω, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων Σ. Λ. - Β. και Ν. Λ. αντίστοιχα.

Απορρίπτει την αίτηση των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσειόντων Θ. Λ. και Ε. Λ. αντίστοιχα, για αναίρεση της 320/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους ανωτέρω δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου