Supreme Court allows appeal due to appellate court's failure to consider sworn affidavit evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling that the appellate court failed to consider a sworn affidavit submitted by the appellant. The appellant argued that this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as the court was obligated to examine all legally presented evidence. Consequently, the Supreme Court found the lower court's judgment flawed for ignoring this specific piece of evidence and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 335-340, 346 of the Code of Civil Procedure; An appellate court must consider all evidence lawfully presented by the parties, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1538 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1538/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. (πρώην Κ.) του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Μπόμπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "F... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ", με διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σαλώμη Δερμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 630/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ.630/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ 3114/2018 . απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 7/6/2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών ,που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται,με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019).Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:
α) ποίο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός ,το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1454/2017).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015 αρχικά και το ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019,ΑΠ 779/2019).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠοΛΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης της κατωτέρω αναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης, αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 α' του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019), σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβ/φου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια(ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 204/2017).
Το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία του λόγου για τον οποίο δέχεται αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 1055/2019 ,ΑΠ 927/2017), η δε από αυτό λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων εμπεριέχει σιωπηρά την παραδοχή ότι ,κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν συνέτρεχε περίπτωση στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας του προσκομίσαντος αυτά διαδίκου ( ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, αν και η ίδια με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του προτάσεις της προς υποστήριξη της έφεσής της, είχε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, νόμιμα επικαλεστεί στην σελίδα 35 των προτάσεών της και προσκομίσει με αριθμούς σχετικών 91 και 91α, 1) την υπ.
αριθμ. 2005/16-10-2019 ένορκη βεβαίωση της Μ. - Κ. Ε. - Κ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Χάριτος Ζαχαριά, η οποία λήφθηκε μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά την λήψη της, από την οποία αποδεικνυόταν ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι τα επίδικα ποσά είχαν καταβληθεί από την ίδια στην αναιρεσίβλητη, που εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο αντιπρόσωπό της Α.
Μ., με αιτία την χορήγηση ατόκων και αορίστου χρόνου δανείων προς αυτήν, απόδειξη η οποία θα επέφερε την παραδοχή της αγωγής της και 2) την 5340/9-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Γ., Κ. , από την οποία αποδεικνυόταν η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, όμως το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη και δεν την συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεσή της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠοΛΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, αν και υπήρχε λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας για την κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους και προσκόμισή τους με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, τόσον της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, όσον και της ανωτέρω έκθεσης επίδοσης, από την οποία αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη η από 8/10/2019 κλήση - γνωστοποίηση μάρτυρα της αναιρεσείουσας, με την οποία γνωστοποιεί στην αναιρεσίβλητη ότι για την απόδειξη των θεμάτων της ένδικης έφεσης της ιδίας, που επρόκειτο να συζητηθεί ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 17/10/2019, επρόκειτο να εξετάσει στην αναφερόμενη συμβολαιογράφο την ανωτέρω μάρτυρα, της οποίας αναφέρει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την διεύθυνση κατοικίας και επίσης γνωστοποιεί την ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, στις 16/10/2019, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10.00, όταν και πραγματικά δόθηκε αυτή.
Συγκεκριμένα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα εξής: "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης (ήδη αναιρεσίβλητης) εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο, ωστόσο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε από το παρόν Δικαστήριο ελλείψει σχετικού λόγου έφεσης κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα), εκτιμώμενη δε και σταθμιζόμενη με βάση το λόγο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας του μάρτυρα, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα ...για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ...και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν, στα πλαίσια των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ., κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, χωρίς να κάνει μνεία στην ως άνω ένορκη βεβαίωση ή το περιεχόμενό της, κατέληξε στην απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμης. Κατά συνέπεια, ούτε από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό αυτής προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό της, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή της κατ' άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών της, νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκε και αποσκοπούσε στην απόδειξη του άνω επικαλούμενου ουσιώδους ισχυρισμού της, και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.
Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 630/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ