Legislator Case Law & Legislation
1538/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative debt seizure due to lack of precise debt amount specification in notification.

Case Number 1538/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a regional court's decision to annul an administrative debt seizure notification. The lower court held that the notification failed to specify the exact debt amount, interest, and penalties separately, violating the requirement for precise identification of the claim. The court ruled that this defect caused irreparable legal and substantive harm to the debtor, which could only be remedied by declaring the notification void.

Legislator headnote

AI generated

Art. 73(1) of Law 356/1974; Art. 4 of Law 356/1974: A seizure notification must precisely identify the debt amount, interest, and penalties; failure to do so constitutes a substantive and procedural defect requiring annulment to protect the debtor's rights.

Keywords

AI generated
administrative debt seizure seizure notification defect precise debt identification annulment of notification substantive legal protection procedural due process administrative enforcement

Cited Legislation

AI generated
Art. 73(1) of Law 356/1974
Art. 4 of Law 356/1974
Art. 576(2)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1538 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1538/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην …, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 549/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ...-1-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κ. Γ. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκε αυτός κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Το άρθρο 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) ορίζει τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ’ ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει τα εξής: 1. "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις.

Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην διά της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι’ υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. ... 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων".

Τέλος, στο άρθρο 75 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "1. Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών των πράξων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος".

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η ατομική ειδοποίηση, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη νομίμου τίτλου, αφού ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του σχετικού ποσού, πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 4, προκειμένου ο οφειλέτης να λαμβάνει ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά, να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του.

Η έλλειψη, όμως, ενός ή περισσοτέρων στοιχείων από τα οριζόμενα στο ανωτέρω άρθρο μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής, στην ακύρωση της ατομικής ειδοποιήσεως, μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ -του άρθρου τούτου εφαρμοζομένου όχι μόνο επί των αμιγών πράξεων εκτελέσεως αλλά και επί των προπαρασκευαστικών- σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως, ενόψει, ιδίως, της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Τούτο ενισχύεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 3 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τις οποίες η μη αποστολή ατομικής ειδοποιήσεως ή η αποστολή ατομικής ειδοποιήσεως, που έχει ατέλειες στα στοιχεία της, έχει ως συνέπεια την πειθαρχική ευθύνη του Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, η δε παράλειψη αποστολής της ειδοποιήσεως αυτής καμία επίδραση δεν ασκεί επί του κύρους των κατά του οφειλέτη λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων.

Άλλωστε και κατά τη ρητή ρύθμιση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 4 η κοινοποιούμενη ατομική ειδοποίηση δεν εξομοιώνεται, από πλευράς εννόμων αποτελεσμάτων, προς την επιταγή προς πληρωμή του άρθρου 924 του ΚΠολΔ (ΣτΕ 3214/1999, ΕλΣυν 47/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μετά την έκδοση της .../29-9-2006 ταμειακής βεβαίωσης κλήθηκε ο ανακόπτων με την .../2-10-2006 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της ... να καταβάλει στο καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 31.494 ευρώ. Το ποσό αυτό προερχόταν από σύμβαση εκχώρησης προς το καθού εκ μέρους της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Α.Ε." απαίτησής της κατά του ανακόπτοντος προερχόμενη από την ...15-4-1994 σύμβασης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνήφθη μεταξύ της εν λόγω Τράπεζας και του ανακόπτοντος, καθώς και από τις .../14-10-1994, .../30-8-1996 και .../26-8-1997 αυξητικές αυτής συμβάσεις, κατά το κλείσιμο του οποίου λογαριασμού προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 32.033.417 δρχ.

Ο ανακόπτων άσκησε την κρινόμενη ανακοπή του ζητώντας την ακύρωση της .../2-10-2006 ατομικής ειδοποίησης για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους. Η ανακοπή αυτή, που αφορά στη διαδικασία πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, παραδεκτά ασκείται κατά της ως άνω ατομικής ειδοποίησης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην οποία ρητά προβλέπεται ότι, πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, η ανακοπή στρέφεται μεταξύ άλλων και κατά της ατομικής ειδοποίησης".

Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την ένδικη ανακοπή και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1α Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον η ατομική ειδοποίηση, έστω και αν δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, συνιστά προπαρασκευαστική της εκτελέσεως πράξη, κατά της οποίας ρητά ο νόμος επιτρέπει την εκ μέρους του οφειλέτη ανακοπή.

Συνακόλουθα τούτων, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έκρινε παραδεκτή την ανακοπή του αναιρεσίβλητου, στρεφόμενη μόνο κατά της ατομικής ειδοποιήσεως, που στερείται εκτελεστότητας, όχι δε και κατά της ταμειακής βεβαιώσεως, που είχε προηγηθεί αυτής και δεν έχει ακυρωθεί, είναι αβάσιμος.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. έκρινε ότι η επίμαχη ατομική ειδοποίηση πάσχει αοριστίας, που στερεί τον αναιρεσίβλητο από τη δυνατότητα λυσιτελούς άμυνας λόγω μη ακριβούς καθορισμού του οφειλόμενου ποσού, εφόσον η αναγραφή των στοιχείων αυτών δεν είναι με ποινή ακυρότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα τούτο τα ακόλουθα: "... Από το προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο της ανακοπτόμενης ατομικής ειδοποιήσεως αποδεικνύεται ότι πράγματι σ’ αυτήν δεν γίνεται σαφής και ακριβής καθορισμός του οφειλόμενου ποσού, αλλά υπάρχει απλή αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου από τον ανακόπτοντα ποσού, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός αυτού κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλες προσαυξήσεις, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησής του, να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον ανακόπτοντα και το δικαστήριο.

Επομένως, ... η ανακοπτόμενη ατομική ειδοποίηση πάσχει αοριστίας ως προς το είδος της οφειλής, με συνέπεια να επέρχεται ουσιαστική και δικονομική βλάβη σε βάρος του ανακόπτοντος, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης. Άλλωστε, από το γεγονός ότι ο ανακόπτων είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του ύψους της οφειλής του από την .../29-9-2006 ταμειακή βεβαίωση, τον …2006 χρηματικό κατάλογο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και την από 31-7-2006 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης χρέους (τα οποία σημειωτέον δεν προκύπτει ότι επιδόθηκαν μαζί με την ατομική ειδοποίηση στον ανακόπτοντα) δεν αίρεται η ως άνω αοριστία της ανακοπτόμενης ατομικής ειδοποίησης".

Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε βάσιμο τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον η απλή αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου ποσού, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός αυτού κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλες προσαυξήσεις επέφερε στον αναιρεσίβλητο αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως, ενόψει, ιδίως, του ότι δεν επιδόθηκαν σ’ αυτόν μαζί με την ατομική ειδοποίηση και τα σχετικά έγγραφα, που συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του αιτουμένου ποσού.

Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσίβλητος μπορούσε, κατόπιν αιτήσεώς του αμέσως μετά την επίδοση της ατομικής ειδοποιήσεως, να λάβει γνώση των στοιχείων που προσδιόριζαν επακριβώς την οφειλή του, δεν αρκεί για να καλύψει την έλλειψη αυτή, ούτε ήταν αρκετή η προσαγωγή των ως άνω εγγράφων το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ανακοπής.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον ο αναιρεσίβλητος λόγω της απουσίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 221/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ