Legislator Case Law & Legislation
1538/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fraud verdict, upholding free evaluation of evidence under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1538/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance court ruling finding them guilty of fraud. The appellants argued that the lower court erred in its free evaluation of evidence and failed to consider specific financial documents regarding the respondent's business activities. The court rejected these claims, stating that the second-instance court's detailed assessment of the evidence was not subject to appellate review and constituted a valid exercise of judicial discretion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(12), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it merely re-examines the free evaluation of evidence without demonstrating a specific violation of substantive law or a clear error in the application of legal rules regarding the weight of proof.

Keywords

AI generated
freedom of evaluation of evidence appellate review limitations fraud conviction appeal substantive law violation judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 186 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 20/2005
Supreme Court 44/2005
Supreme Court 652/2005
Supreme Court 1432/2004
Supreme Court 325/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1538 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1538/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων: 1. Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ... 2. Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 3. Π. συζ. Δ. Μ., το γένος Θ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Σουλόγου, και οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Της αναιρεσιβλήτης: L. W. (Λ. Β.), κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Τσαβδαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2810/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 727/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 23-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφαση του Εφετείου Πειραιά, το οποίο έκρινε για προβαλλόμενη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αδικοπραξία (απάτη) που φέρονται να τέλεσαν σε βάρος της οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες, και την, από την πιο πάνω αιτία αξιούμενη από μέρους της αποζημίωση.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται, πέραν της αναφοράς στις διατάξεις που παραβιάστηκαν, να εκτίθεται σαφώς, η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοιά τους, τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τί, ακριβώς συνίσταται το σφάλμα της απόφαση περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου (Ολ.ΑΠ. 20/2005, ΑΠ 44/2005, ΑΠ 652/2005, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 325/2005).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, ιδρύεται, όταν καθιερώνεται το σύστημα των νομίμων αποδείξεων, και το δικαστήριο, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν, δηλαδή, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο, αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από αυτή που αναγνωρίζει ο νόμος, ή όταν, επί ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, το δικαστήριο αποδίδει σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πριν από κάθε εκτίμηση του περιερχομένου του, περιορισμένη αποδεικτική δύναμη ή δέχεται αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ως προς ένα αποδεικτικό μέσο, για το οποίο ισχύει το πιο πάνω σύστημα, δηλαδή, θεωρεί εσφαλμένα, πως δεσμεύεται από το νόμο, ενώ δεν δεσμεύεται (ΑΠ 2/2006).

Ακόμη, κατ'άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέτοια αιτιολογία υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό ης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο, αναγκαία, για τη θεμελίωση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόσθηκε (ΑΠ 463/2004, ΑΠ 1255/2004).

Δεν καθιδρύεται, όμως, ο πιο πάνω λόγος, αν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ'αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 1255/2004, ΑΠ 561/2008, ΑΠ 2133/2007). Ωσαύτως, δημιουργείται, κατ'άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Πρέπει, δηλαδή, το δικαστήριο να ανέγνωσε το έγγραφο εσφαλμένα, και δέχτηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν το δικαστήριο απλά εκτίμησε το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (Ολ.ΑΠ. 1/1999). Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται. 'Αρα, για την στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος της απάτης απαιτείται :

α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλο παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, εκτός και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση.

Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται αυτός, κατά τον οποίο ο δράστης προέβη στην απατηλή συμπεριφορά. Όταν δε αυτή είναι συνεχής, μέχρις ότου, δηλαδή, καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, με την απόσταση της εμπιστοσύνης του και προς τον ίδιο, βέβαια, πάντοτε σκοπό, ο χρόνος τέλεσης της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση αυτή, οπότε και πρόκειται για μία μόνο πράξη απάτης, ανεξάρτητα δε αν τα εξαπατώμενα πρόσωπα είναι, περισσότερα και ανεξαρτήτως αν αυτά συμπίπτουν με τα ζημιωθέντα (ΑΠ 2547/2009, ΑΠ 2690/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "... Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων... και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα L. W., αμερικανίδα υπήκοος, το φθινόπωρο του έτους 1991, σε ταξίδι αναψυχής, που πραγματοποιούσε σε χώρες της κεντρικής και νότιας Αμερικής με το κρουαζιερόπλοιο " …", γνωρίστηκε με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος τότε εργαζόταν ως μέλος του πληρώματος στο παραπάνω πλοίο.

Εξ αφορμής της πολύμηνης παραμονής της στο κρουαζιερόπλοιο αυτό αναπτύχθηκε μεταξύ τους στενή φιλία και σχέσεις στοργής μητέρας προς γιο, ενόψει της μεγάλης διαφοράς ηλικίας τους (η ενάγουσα γεννήθηκε το έτος 1936 και ο εναγόμενος το έτος 1962) και της έλλειψης δικής της οικογένειας. Στα πλαίσια των εγκάρδιων τούτων σχέσεων η ενάγουσα, που μέχρι τότε ήταν μόνιμη κάτοικος ΗΠΑ, προσκλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο να έλθει και να διαμείνει μόνιμα στην Ελλάδα, αφού και ο ίδιος κατά τα λεγόμενα του είχε σκοπό να αποναυτολογηθεί και πράγματι η ενάγουσα περί το τέλος Ιανουαρίου 1992 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα.

Μέσα στο πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Φεβρουαρίου 1992 ο πρώτος εναγόμενος πρότεινε στην ενάγουσα, γνωρίζοντας ότι αυτή έχει οικονομική άνεση, να αγοράσουν από κοινού μικρή επιχείρηση τροφίμων συνεισφέροντας στη δαπάνη αγοράς κατά 50% ο καθένας, ποσοστό κατά το οποίο θα συμμετείχαν και στην εταιρία που ο εναγόμενος της πρότεινε να συστήσουν μεταξύ τους για την εκμετάλλευση της επιχείρησης.

Η ενάγουσα αποδέχθηκε την παραπάνω πρόταση και ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την εξεύρεση κατάλληλης και επικερδούς επιχείρησης στα πλαίσια της συμφωνίας, για την πραγμάτωση της οποίας προθυμοποιήθηκαν να συνδράμουν ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων, από τους οποίους η τελευταία είναι αδελφή του πρώτου εναγομένου και ο δεύτερος τότε μνηστήρας της και τους οποίους την εποχή εκείνη για πρώτη φορά γνώρισε η ενάγουσα.

Πράγματι, η τρίτη εναγομένη τους υπέδειξε ως πραγματική ευκαιρία το κατάστημα πωλήσεως τυριών-αλλαντικών, που λειτουργούσε με το διακριτικό - τίτλο "..." στην περιοχή …του .., το οποίο κατά τις πληροφορίες της παρουσίαζε μεγάλα κέρδη και ο ιδιοκτήτης για δικούς τους λόγους σκόπευε την πώληση του. Ακολούθως, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Μαρτίου 1992, από κοινού οι εναγόμενοι παρέστησαν στην ενάγουσα ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων ήλθαν σε προφορική συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του εν λόγω καταστήματος "..." για την πώληση της επιχείρησης του με συνολικό τίμημα 20.000.000 δραχμές, πλέον των εξόδων μεταβίβασης, από το οποίο έπρεπε αυτή να καταβάλει ως προκαταβολή κατά την αναλογία της 10.300 δολ.

ΗΠΑ, ποσό το οποίο και κατέβαλε στον πρώτο των εναγομένων στις 15/3/1992, πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων περί σύναψης της σχετικής συμφωνίας, ενώ στη συνέχεια με την πεποίθηση που της είχαν δημιουργήσει όλοι οι εναγόμενοι ότι η αγορά του παραπάνω καταστήματος είχε οριστικοποιηθεί και ότι η ίδια θα μετείχε σε εμπορική εταιρία μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου κατά ποσοστό 50% για την εκμετάλλευση της εν λόγω επιχείρησης, όπως είχε συμφωνηθεί, από κοινού την παρέπεισαν να καταβάλει για την εξόφληση του τιμήματος το ποσό των 49.500 δολ.

ΗΠΑ, το οποίο η ενάγουσα απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο κατά τη διάρκεια ταξιδιού της στις ΗΠΑ τον Απρίλιο και Μάιο 1992, μέρος μάλιστα του ποσού αυτού από 18.998 δολ. ΗΠΑ εισέπραξε, στις 27/5/1992, με σχετικό ένταλμα πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας... η τρίτη των εναγομένων, προκειμένου όπως τη διαβεβαίωσαν να τους παραδοθεί κατά χρήση το κατάστημα.

Όλες, όμως, οι παραπάνω δηλώσεις και παραστάσεις των εναγομένων προς την ενάγουσα ήταν ψευδείς, καθόσον στην πραγματικότητα ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε προήλθε σε συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος "..." για την αγορά της επιχείρησης του, ούτε το ποσό των 59.800 δολ. ΗΠΑ, που έλαβε τμηματικά με παραπλανητικές ενέργειες από την ενάγουσα, το χρησιμοποίησε είτε ως προκαταβολή είτε για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς της παραπάνω επιχείρησης, ούτε στις προθέσεις του ήταν τα ληφθέντα χρήματα να συστήσει εταιρία με συνεταίρο κατά 50% την ενάγουσα, αλλά σκοπός όλων εναγομένων ήταν να υφαρπάσουν το παραπάνω χρηματικό ποσό από την ενάγουσα και να το χρησιμοποιήσουν για δικό τους όφελος, αφού εν αγνοία της ενάγουσας οι δύο πρώτοι των εναγομένων με το από 22/5/1992 ιδιωτικό συμφωνητικό συνέστησαν την εταιρία " …" με σκοπό την εκμετάλλευση της επιχείρησης πωλήσεως τυριών-αλλαντικών με το διακριτικό τίτλο " …", την οποία από κοινού αγόρασαν με τα χρήματα της ενάγουσας.

Την πεπλανημένη εντύπωση ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό χρησιμοποίησε ο πρώτος εναγόμενος για την αγορά της επιχείρησης "..." καλλιέργησαν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη που έδειχνε στο πρόσωπο τους, μέχρι το τέλος Μαρτίου 1994, οπότε η ενάγουσα αντιλήφθηκε τη σε βάρος της τελεσθείσα απάτη με την απόσπαση των χρημάτων της δολίως, παριστάνοντας σ'αυτή ψευδή γεγονότα ως αληθή και τότε ζήτησε και έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο την από 30/3/1994 έγγραφη απόδειξη, με την οποία αυτός αναγνώριζε ότι, πλην των 10.300 δολλαρίων, έλαβε για την αγορά καταστήματος τροφίμων και το ποσό των 49.500 δολλαρίων και ανέλαβε την υποχρέωση να τα επιστρέψει στην ενάγουσα όποτε αυτή θα τα ζητούσε...Εξάλλου, το Δικαστήριο τούτο δεν δεσμεύεται στην κρίση του από την υπ' αριθ. 1542/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία η τρίτη των εναγομένων κηρύχθηκε αθώα για τη σε βάρος της ενάγουσας κατηγορία της απάτης καθόσον η απόφαση αυτή μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα εκτιμάται ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 580/2001).

Όσον αφορά την προβληθείσα από τους εναγομένους πρωτοδίκως και επαναφερόμενη με τον πρώτο λόγο έφεσης ένσταση της πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας από την αποδιδόμενη σ' αυτούς αδικοπραξία (άρθρ. 937 ΑΚ), αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, εξαιτίας των εξακολουθητικών απατηλών παραστάσεων και της πεπλανημένης εντύπωσης που της είχαν δημιουργήσει οι εναγόμενοι περί δήθεν ασφαλούς τοποθέτησης των χρημάτων της για την αγορά εμπορικής επιχείρησης, για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν το χρηματικό ποσό των 59.800 δολ.

ΗΠΑ, που είχε παραδώσει στον πρώτο εναγόμενο, για άλλο σκοπό και όχι για την αγορά και συμμετοχή της σε επιχείρηση τροφίμων (τυριών-αλλαντικών), όπως παραπειστικά την είχαν διαβεβαιώσει, προς το τέλος του μηνός Μαρτίου 1994, οπότε πλέον αποκαλύφθηκε όλο το σχέδιο απόσπασης των χρημάτων της ενάγουσας και υπό τα δεδομένα αυτά οι ένδικες αξιώσεις δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού από το τέλος Μαρτίου 1994 μέχρι την άσκηση της προκειμένης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 15/3/1999, δεν παρήλθε πενταετία.

Επομένως, η σχετική ένσταση για τη θεμελίωση της οποίας οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων άρχισε το Μάρτιο 1993, οπότε η ενάγουσα επέστρεψε στην Ελλάδα από το ταξίδι της στις ΗΠΑ και τότε έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών, είναι κατ'ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ποσό των 59.800 δολλαρίων, το οποίο δολίως απέσπασαν οι εναγόμενοι και το ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, αποτελούσε τις οικονομίες πολλών ετών της ενάγουσας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η εξαπάτηση της από τους εναγομένους, θα το είχε παρακαταθέσει σε λογαριασμό δεκτικό εντόκων καταθέσεων ετήσιας δέσμευσης σε δολλάρια ΗΠΑ, σε οποιαδήποτε ελληνική ή αμερικανική τράπεζα, εξαιτίας όμως της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, στερήθηκε της δυνατότητας έντοκης παρακατάθεσης των χρημάτων της, με συνέπεια να απωλέσει το προσδοκώμενο με βάσιμη πιθανότητα καθαρό κέρδος από το νόμιμο εκτοκισμό του πιο πάνω ποσού, ανερχόμενο για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 8/4/1992 έως 8/8/1998 συνολικά στο ποσό των 15.574,70 δολ.

ΗΠΑ, το οποίο κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (24-11-1999), βάσει της επίσημης ισοτιμίας του δολλαρίου προς τη δραχμή, αντιστοιχούσε σε 4.580.522 δραχμές, ήδη 13.442,47 ευρώ, ποσό το οποίο αποτελεί (εκτός από τη θετική) την αποθετική ζημία της ενάγουσας.".

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό του. Ειδικότερα: α) ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα, γίνεται ειδική μνεία πράξεώς της (είσπραξη ποσού, από κοινού ενέργειες με τους λοιπούς) β) δεν αναφέρεται γιατί το δικαστήριο παραβίαση τη διάταξή του άρθρου 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ. εφ'όσον δεν δέχτηκε τα ίδια με την στο αναιρετήριο αναφερόμενη ποινική απόφαση, γ) δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια από αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων (άρθρ. 321 Κ.Πολ.Δ), δ) η διαφορετική ουσιαστικού κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, από εκείνη του ποινικού δικαστηρίου, δεν έχει, πρόδηλα, την έννοια, της παραμόρφωσης του περιεχομένου της, το οποίο αναγνώστηκε μεν ορθώς, αντιμετωπίστηκε όμως διαφορετικά, ε) οι ουσιαστικές προσεγγίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ανέλεγκτες (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), και δεν μπορεί να κριθούν αναιρετικά, στ) ούτε η ποινική απόφαση, έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες. Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1, 12, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ'όσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής, και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου για αποζημίωση (ΑΠ 48/2010).

Στην κρινόμενη περίπτωση και σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης: 1) γίνεται σαφής και ουδόλως αντιφατική αναφορά στο χρόνο έναρξης της προβληθείσας παραγραφής και, κατά τα παραπάνω, έγινε δεκτό, πως ο χρόνος της είχε συμπληρωθεί, 2) οι διαφορετικές ουσιαστικές προσεγγίσεις των αναιρεσειόντων, ως προς το συγκεκριμένο θέμα, κείνται πέραν του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), 3) δεν ήταν ανάγκη, λόγω της αναφοράς στα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εξήγαγε την ουσιαστική του κρίση, να υπάρξει ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένο έγγραφο, που να αναφέρεται στο εναρκτήριο σημείο της παραγραφής, 4) ουδόλως αποτελεί αναιρετικό λόγο ή μη αναλυτική αναφορά, κατά τους αναιρεσείοντες, στους λόγους απόρριψης της ένστασης παραγραφής, αλλά η, κατ'αυτούς, παράθεση συνεπτυγμένων αιτιολογιών, εν όψει και των νομικών δεδομένων που προαναφέρθηκαν, 5) η διαφορετική εκτίμηση, προσέγγιση, ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τους αναιρεσείοντες, δεν αποτελούν, πρόδηλα, έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. 'Αρα και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που πρόβαλλε τις από το άρθρο 559 αρ.8, 11, 12 και 13 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος. Διευκρινίζεται, πως οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν, ως εκτιμάται το περιεχόμενο του αναιρετηρίου ως αναιρετική, κατ'άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια, την μη αποδοχή ουσιαστικού ισχυρισμού τους, ενώ ως την από το άρθρο 599 αρ.13 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, την διαφορετική ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων ( δεν αναφέρεται συγκεκριμένα από το πιο πάνω άρθρο λόγος, πλην την παράθεση της διάταξης).

ΙΙΙ. Το ότι, η απόφαση που προσβάλλεται αξιολογεί το πραγματικό υλικό κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη, ως θεωρούν οι αναιρεσείοντες τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους "εθιμοτυπικούς κανόνες" (μη διευκρινιζόμενες), ώστε να οδηγηθεί σε διαφορετική ουσιαστική κρίση, δεν αποτελεί αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 10 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα: 1) Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ή για την υπαγωγή σ'αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 24/2005, ΑΠ 914/2004).

Σύμφωνα, όμως, με το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης, δεν προκύπτει συναφής πλημμέλεια, ούτε οι αναιρεσείοντες προβάλλουν και σχετικά, 2) Η εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων δεν καθιερώνει λόγο αναίρεσης, εκτός αν τούτο οδηγεί σε κάποιον από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 231/2004), 3) η εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνει, πρόδηλα, τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. 'Αλλωστε, δεν εκτίθεται, συγκεκριμένα, γιατί το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα και ποια, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.

Οι αναιρεσείοντες απλά, επανεκθέσαν, την κατ'αυτούς πορεία τα υπόθεσης αξιολογούν τις ενέργειες των διαδίκων κατά τις απόψεις τους και καταλήγουν, στο κατ'αυτής αποδεικτικό συμπέρασμα, το οποίο, σύμφωνα με τις δικές της προσεγγίσεις, θα έπρεπε να δεχθεί το δικαστήριο. Κατά ταύτα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 10 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες είναι αβάσιμος.

V. Σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της. Δεν αποτελεί, δε έλλειψη αιτιολογίας, το ότι, κατά την κρίση των αναιρεσειόντων: 1) το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, έρχεται σε αντίφαση με το "πλήθος των αποδεικτικών εγγράφων" που προσκόμισαν, 2) η απόφαση για κάθε αποδεικτική της κρίση δεν αναφέρεται "σε έγγραφα που να αποδεικνύουν" συγκεκριμένα γεγονότα, 3) το Εφετείο δεν προχώρησε "σε ενδελεχή έλεγχο", των αποδεικτικών στοιχείων, που αναφέρονται στο αναιρετήριο (μαρτυρικές καταθέσεις περιλαμβανόμενες στην 34/2003 εισηγητική έκθεση, μαρτυρική κατάθεση Θ.

Σ., με αριθμό 4065/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατάθεση μάρτυρος Θ. Μ.). Και τούτο διότι, ως ήδη αναφέρθηκε, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και η, συναφής, διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, εφ'όσον τούτο είναι σαφές και πλήρες, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). 'Αρα και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει (χωρίς ειδικότερες διευκρινήσεις, ως προς τις επί μέρους παραβάσεις), τις από το άρθρο 559 αρ.8, 10, 11, 12, και 19 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και στον πέμπτο λόγο της αναίρεσης γίνεται ως προς άλλο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, μνεία ότι: 1) τα όσα δέχτηκε, ως προς το ποσό που απέσπασαν οι αναιρεσείοντες από την αναιρεσίβλητη, εξαπατώντας την, δεν "βασίζεται σε κανένα προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο", 2) "έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πραγματικό της αποθετικής ζημίας που υπέστη..." η αναιρεσίβλητη.

Με σειρά ουσιαστικών συλλογισμών και επανεκτιμήσεων των αποδείξεων, οι αναιρεσείοντες, εκθέτουν ότι: α) η αναιρεσίβλητη ουδόλως είχε σκοπό να καταθέσει τα χρήματά της σε τραπεζικό λογαριασμό 2) ότι επιθυμούσε, επιχειρηματικές κινήσεις "υψηλού ρίσκου", 3) το Εφετείο "παρέβλεψε και ...αγνόησε.." τα παραπάνω, τα οποία βασίζονται..." σε πλήθος προσκομιζομένων αποδεικτικών εγγράφων...".

Επιπρόσθετα δε εκθέτουν στοιχεία για την, κατ'αυτούς, αφερεγγυότητα της αναιρεσίβλητης, υπέρ της δικής τους φερεγγυότητας, προβάλλουν "δόλια συμπεριφορά και πλεκτάνη" της αναιρεσίβλητης, εκθέτουν παρελκυστική δικονομική της συμπεριφορά, ότι η συμπεριφορά της αντιδίκου τους, είναι αντιδεοντολογική και ότι δεν πρόκειται για απάτη, αλλά για εμπορική δραστηριότητα, η οποία, εν τέλει, δεν είχε επιτυχή κατάληξη.

Όμως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν όλα τα παραπάνω, δεν συνιστούν έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά έκθεση των επιχειρημάτων, ουσιαστικών ισχυρισμών και τοποθετήσεων των αναιρεσειόντων και εκ νέου εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων. Συνακόλουθα, εφ'όσον πρόκειται, για παράπονο κατά της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την Εφετειακή απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, είναι, επίσης, αβάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 180, 186 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2010 αίτηση των Ι. Μ., Δ. Μ. και Π. Μ. προς αναίρεση της με αριθμό 727/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και, Επιβάλλει την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ, σε βάρος των αναιρεσειόντων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ