1538/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1538/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ/τος 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν/Δ/τος 264/1973, "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως εκ του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1538 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1538/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 510/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2656/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/2/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απορριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την αριθμ. 525/7-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο: α)της από 11-2-2009 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και β)της από 22-7-2010 πράξεως ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα και αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ/τος 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν/Δ/τος 264/1973, "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως εκ του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
επιπλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολήν, β) Εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.
Δια την ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται προσαυξημένον κατά 75%. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας (Ολ.Α.Π. 1772/1981).
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση η υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασίας, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.) εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερήσιου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.
Και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας του φύσεως όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής; Απασχόλησης, ποιοί από τους μισθωτούς του θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.
Εξάλλου η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. ανήκει αποκλειστικώς στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήρια (ΟλΑΠ 1772/1981).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχθηκε τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων απασχολήθηκε επί 1742 ώρες κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-200 έως 30-11-2003 υπερωριακά. Για την απασχόληση αυτή χορηγήθηκε σχετική άδεια, δυνάμει των 3216/29-1-2000, 2995/28-6-2001, 3185/26-010-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 3057/21-3-2003 και 3759/8-10-2003 αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, οι οποίες ισχύουν στα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, έχουν εκδοθεί μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, αναφέρουν την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και την επειγούσης φύσεως εργασία αυτής απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή, τον αριθμό εργαζομένων της εναγομένης, στην κατηγορία του αναιρεσείοντος και τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως.
Δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατέστη νόμιμη, στα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως της συνδρομής επειγούσης φύσεως εργασίας που επιβάλλεται απολύτως και επιδέχεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο.
Με βάση αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε πρωτοδίκως γενομένη δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη:
του άρθρου 8 παρ. 4 ν.δ. 515/1970. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη, διότι: α) δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν όροι περί ειδικού βιβλίου υπερωριών σε τύπο ημερολογίου και έγγραφη αναγγελία της υπερωριακής εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, β) οι εγκρίσεις που δόθηκαν από τον Υπουργό Εργασίας εζητούντο και παρέχονταν με καθυστέρηση και κάλυπταν μέρος μόνο των πραγματοποιούμενων υπερωριών, ενώ για το έτος 2000 και το Α' εξάμηνο του 2001 δεν είχε δοθεί καμία έγκριση και γ) οι υπερωρίες δεν πραγματοποιούνταν για λόγους επείγοντος, αλλά για την κάλυψη πάγιων αναγκών της αναιρεσίβλητης, 1) ως προς μεν την στοιχ.
α' αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι κατά τη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ΝΔ 515/1970 δεν απαιτείτο η τήρηση βιβλίου υπερωριών ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας, ώστε τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στην νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, 2)ως προς δε τις υπό στοιχ.
β' και γ' αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2009 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της 2656/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ