1538/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1538/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πρώτη των προαναφερομένων ανακοπών, δηλαδή εκείνη από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1538 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1538/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φασούλα Ζήση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6009/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321,322,324, 325 αριθμ. 1, 330, 331,632 και 933 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν με τίτλο διαταγή πληρωμής άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, με επίδοση επιταγής προς πληρωμή, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας παράλληλα, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφενός μεν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.1, ή το άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ, αφ' ετέρου δε ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ.
Με την πρώτη των προαναφερομένων ανακοπών, δηλαδή εκείνη από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης.
Δοθέντος όμως ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά τα προαναφερόμενα άρθρα 632 και 633 ανακοπή του οφειλέτη, αντικείμενο έχει τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο αυτής ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη του χρόνου της έκδοσης της διαταγής απόσβεση της απαίτησης, αφού εξ ορισμού, οι επιγενόμενοι αυτοί λόγοι δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής Η τυχόν απόσβεση της απαίτησης μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής μπορεί να προταθεί με ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται βάση τη διαταγή πληρωμής.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 634 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (παρ.1),αν δε ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή (παρ.2) Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι η μεν επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, και έκτοτε αρχίζει νέα, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 270 ΑΚ, είναι η ίδια, όπως η αρχική που διακόπηκε, δηλαδή εκείνη που ο νόμος προβλέπει για την αξίωση.
Επομένως αν η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική εις βάρος του αποδέκτη αυτής, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την κατά το άρθρο 70 παρ.1 του ν. 5325/1932 τριετή παραγραφή, από της χρονολογίας της λήξεως της συναλλαγματικής Μόνη όμως η επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν συνεπάγεται και αναστολή της παραπάνω τριετούς παραγραφής.
Την αναστολή της παραγραφής συνεπάγεται μόνο η άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 και 633 ΚΠολΔ, το ανασταλτικό δε αυτό αποτέλεσμα, που αποκλείει την παραγραφή εν επιδικία, διαρκεί μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της ανακοπής με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Μέχρι την 15.3.2000 που άρχισε η ισχύς του νόμου 2819/2000, με το άρθρο 8 παρ. 6 του οποίου προστέθηκε άρθρο 630Α στον ΚΠολΔ, δεν υπήρχε διάταξη στον ΚΠολΔ με την οποία επιβάλλονταν υποχρέωση στον δανειστή να επιδώσει, μέσα σε ορισμένη προθεσμία τη διαταγή πληρωμής στον οφειλέτη.
Με το άρθρο όμως 630Α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με την προαναφερόμενη διάταξη, και άρχισε να ισχύει από 15.3.2000 ορίζεται ότι "η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών, η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει".
Με το άρθρο 23 παρ.2 του επακολουθήσαντος ν. 2915/01, που άρχισε να ισχύει από 29.5.2001,προστέθηκαν εδάφια γ' και δ' στο παραπάνω άρθρο 630Α ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι μέσα στην παραπάνω δίμηνη προθεσμία από την έκδοση της διαταγής πληρωμής ο δικαστικός επιμελητής που έκανε την επίδοση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη με εντολή του δανειστή, οφείλει να καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής αντίγραφο της έκθεσης επίδοσης, ο δε γραμματέας να καταχωρίσει τη χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων".
Τόσο ο νόμος 2819/2000, όσο και ο νόμος 2915/2001 δεν περιέλαβαν μεταβατικές διατάξεις για διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί πριν την 15.3.200. Επομένως σύμφωνα με την αρχή του άρθρου 24 ΕίσΝ.ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται κατά το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί πριν την 15.3.2000 εξακολουθούσαν να διέπονται από τις ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν την χρονολογία αυτή και κατ' ακολουθίαν δεν απέβαλαν την ισχύ τους αν δεν είχαν επιδοθεί εντός διμήνου από την έναρξη ισχύος του άρθρου 630Α (15.3.2000), μπορούν δε να επιδοθούν οποτεδήποτε και συνεπώς από την επίδοση τους άρχιζε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ καθώς και η διακοπή της παραγραφής με την επίδοση τους και η αναστολή αυτής, με την άσκηση της ιδίας ανακοπής.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη καθευατή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Στην έννοια όμως του δημοσίου εκτελεστού εγγράφου της εν λόγω διάταξης δεν περιλαμβάνεται και η διαταγή πληρωμής, μολονότι αποτελεί τίτλο εκτελεστό σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ, διότι με τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να κλητευθεί και να ακουσθεί ο οφειλέτης, διατάσσεται με συνοπτική διαδικασία στην πληρωμή της χρηματικής απαίτησης, παρέχεται δε η δυνατότητα στον οφειλέτη να αμφισβητήσει την απαίτηση με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής μετά πρώτη και δεύτερη επίδοση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η επιμήκυνση της βραχυχρόνιας εκ του τίτλου (προκειμένου για διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική τριετία από τη λήξη της) παραγραφής σε εικοσαετή επέρχεται από της τελεσιδικίας της διαταγής, η οποία τελεσιδικία υπάρχει και όταν μετά δεύτερη επίδοση της διαταγής δεν ασκήθηκε από τον οφειλέτη ανακοπή εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών (ΑΠ 576/1994).
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Και τούτο διότι, κατά το άρθρο 272 Α.Κ., που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με τη συμπλήρωση της ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστού για άρνηση της παροχής προς αυτόν.
Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει την μη συμπλήρωση της αρχικής, συντομότερης, παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του Α.Κ., εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 Α.Κ.), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση την έννοια υπό την οποία λαμβάνει την "διακοπή" της παραγραφής ήτοι της παύσεως της διαδρομής αυτής πριν από τη συμπλήρωση του κατά τον νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του διαδραμόντος χρόνου μέχρι το γεγονός της διακοπής (ΟλΑΠ 24/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα εξής: Ότι με βάση την από ..... συναλλαγματική, εκδόσεως του ήδη αναιρεσείοντος και αποδοχής του αναιρεσιβλήτου, ποσού 5.600.000 δραχμών και λήξεως 28.2.1995, εκδόθηκε μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος η ..... διαταγή πληρωμής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία διατάχθηκε ο ήδη αναιρεσίβλητος να πληρώσει στον αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό, νομιμοτόκως από της λήξεως της συναλλαγματικής.
Ότι ο δανειστής επέδωσε το πρώτο την διαταγή πληρωμής στον οφειλέτη με εντολή προς εκτέλεση την 27.7.1995 και ο οφειλέτης, χωρίς να ασκήσει ανακοπή κατά το άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, άσκησε ανακοπή κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ.44/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου.
Ότι στη συνέχεια και ειδικότερα την 25.4.2001 ο αναιρεσείων επέδωσε στον αναιρεσίβλητο οφειλέτη την διαταγή πληρωμής για δεύτερη φορά με επιταγή προς αναγκαστική εκτέλεση χωρίς και πάλι ο οφειλέτης να ασκήσει ανακοπή κατά το άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ. Ότι ο επισπεύδων δανειστής, προς ικανοποίηση της απαίτησης του, με την .....
κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Σύρου ...... κατέσχε αναγκαστικώς ακίνητο του οφειλέτη του και επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό με την ...... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή. Ότι ο καθού οφειλέτης άσκησε κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης την από 13.7.2001 ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ζήτησε την ακύρωση των παραπάνω πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, προβάλλοντας ως λόγο ανακοπής και ότι η απαίτηση προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδονταν αναγκαστική εκτέλεση είχε υποκύψει στην κατά το άρθρο 70 του ν. 5325/1932 τριετή παραγραφή ,λόγω παρελεύσεως τριετίας από της 27.7.1995, οπότε επιδόθηκε το πρώτο η διαταγή πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, μέχρι την ....., οπότε η ίδια αυτή διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον οφειλέτη με επιταγή προς εκτέλεση, για δεύτερη φορά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, δέχτηκε ότι, αφού κατά την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής, ήτοι μετά παρέλευση δέκα εργασίμων ημερών από την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη, είχε συμπληρωθεί η βραχυχρόνια τριετής εκ συναλλαγματικής παραγραφή, δεν επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, σύμφωνα με το άρθρο 268 ΑΚ, και κατόπιν αυτού, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε τις παραπάνω πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 70 του ν. 5325/1932, 632 παρ.1, 633παρ.2, 634, 933 παρ.1, 934 παρ. 1,2 ΚΠολΔ και 268 ΑΚ και επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, κατ'επίκληση παραβιάσεων από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1,14, 16 και 19 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο τις πλημμέλειες ότι με το να δεχθεί την ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου α) εσφαλμένα εφάρμοσε τις προ-αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 70 ν.5325/32 και 268 ΑΚ, β) ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο αυτό ανακοπής και την ανακοπή γ) παρά το νόμο δέχτηκε ότι με την μη άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής μετά τη δεύτερη επίδοση και την τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής παράγεται δεδικασμένο ως προς την ένσταση της παραγραφής και δ) δέχτηκε το λόγο αυτό ανακοπής με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 33/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ