Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and lack of cited substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a Third Instance Court decision regarding a will's validity. The appellants argued the lower court erred in fact-finding and substantive law application but failed to specify the violated legal rule or provide sufficient reasoning. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were vague and did not cite the specific substantive law provision alleged to be violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague, lack the specific substantive law provision violated, and fail to identify the factual basis for the alleged error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1537 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1537/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 3) Τ. Β., χήρας Α. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ε. Ν. του Π., κατοίκου ..., 5) Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 6) Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2014 αγωγή τη ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1872/2022, ΑΠ 548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Δ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που ορίστηκε και σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 134 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του Κανονισμού 1748/2020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που ισχύει από 1-7-2022) στην αναιρεσίβλητη, κάτοικο Βουλγαρίας. Η τελευταία, όμως, δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατατέθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο δήλωση περί μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 864/2021, ΑΠ 533/2018), προκύπτει ότι εάν κάποιος από τους αναιρεσείοντες απουσιάζει, καίτοι κλητευθείς, και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 12-5-2021 αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (3-5-2023), έλαβε χώρα με την επιμέλεια των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από τις πιο κάτω αναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης, που προσκομίζουν οι τελευταίοι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών Κωνσταντίνου Παπασπύρου, δικηγόρου Αθηνών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η αίτηση αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι` αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, οι τέταρτη, πέμπτη και έκτος των αναιρεσειόντων.
Όπως δε προκύπτει από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Έδεσσας Η. Κ. και από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Π., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο, που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην τέταρτη και στην πέμπτη των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα.
Επίσης, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Δ., που επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αυτήν ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 134 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του Κανονισμού 1748/2020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον έκτο των αναιρεσειόντων, κάτοικο ...
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, που έδωσε την παραγγελία για τις πιο πάνω επιδόσεις και επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 12-5-2021 αίτησης αναίρεσης, είχε πληρεξουσιότητα να ασκήσει την αίτηση αναίρεσης και να επισπεύσει τη συζήτησή της και από τους παραπάνω απολειπομένους τέταρτη, πέμπτη και έκτο των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζονται τα σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια των εν λόγω διαδίκων προς τον πιο πάνω δικηγόρο.
Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη από 12-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 10/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των πέντε πρώτων αναιρεσειόντων, καθώς και η έφεση του έκτου των αναιρεσειόντων κατά της 52/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 9-10-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και κατά του Δ. Μ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή. Με την αγωγή της αυτή η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι στις ... απεβίωσε στο ... ο Χ. Ν., με τον οποίο είχε τελέσει νόμιμο πολιτικό γάμο στις 9-7-1999.
Ότι με την από 10-11-2001 ιδιόγραφη διαθήκη του, ο σύζυγό της αφενός μεν κατέλειπε όλη την αναφερόμενη στην αγωγή περιουσία του στους εναγομένους, αφετέρου δε απέκλεισε την ίδια από την περιουσία του αυτή. Ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή, καθώς δεν συντάχθηκε, ούτε υπογράφηκε από το σύζυγό της, αλλά από τους εναγομένους.
Με αυτά τα δεδομένα, ζήτησε με την αγωγή της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με πρωτοβουλία των εναγομένων και να αναγνωρισθεί η ίδια ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του, καθώς και ως κληρονόμος του εξαιρέτου, της οικοσκευής και του αυτοκινήτου του.
Επικουρικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί νόμιμη μεριδούχος του θανόντος συζύγου της σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας. Με την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά τη σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας, καθώς δεν είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκονταν τα ακίνητα της κληρονομίας, έγινε δε δεκτή κατά τα λοιπά και αναγνωρίστηκε ως άκυρη η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ "Το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί αποκλείονται, αν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του". Κατά τη διάταξη αυτή, ως λόγος διαζυγίου νοείται το προβλεπόμενο από τα άρθρα 1439 και 1440 του ΑΚ διαπλαστικό δικαίωμα του ενός των συζύγων κατά του άλλου να επιφέρει τη λύση του γάμου τους με δικαστική απόφαση, ύστερα από άσκηση αγωγής, εκδικαζομένης κατά την αμφισβητουμένη διαδικασία, ανεξάρτητα από τη βούληση του εναγομένου.
Συνεπώς, η εκ μέρους των συζύγων υποβολή κοινής αίτησης για λύση του γάου τους κατά το άρθρο 1441 ΑΚ δεν πληροί το πραγματικό της προαναφερόμενης διάταξης, αφενός μεν γιατί δεν πρόκειται περί αγωγής, εκδικαζομένης κατά την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, αλλά περί αίτησης που υπάγεται στην εκούσια δικαιοδοσία, αφετέρου δε γιατί η αίτηση αυτή δεν θεμελιώνεται σε δικαίωμα δικαστικής διάπλασης, δηλαδή σε λόγο διαζυγίου, αλλά σε απλά πραγματικά περιστατικά. Η αναλογική εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου 1822 ΑΚ και στην περίπτωση του συναινετικού διαζυγίου προϋποθέτει ότι έχει δημιουργηθεί στην εκούσια δικαιοδοσία, με βάση την υποβληθείσα κοινή αίτηση, δικονομική κατάσταση εξομοιούμενη με έγερση αγωγής διαζυγίου, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή το διαζύγιο, θα επέλθει, εφόσον υπάρχει βάσιμος λόγος, ανεξάρτητα από τη βούληση του εναγομένου. Τέτοια, όμως, δικονομική κατάσταση δημιουργείται σε περίπτωση κοινής αίτησης για έκδοση συναινετικού διαζυγίου μόνο μετά και τη δεύτερη ενώπιον του δικαστηρίου δήλωση της συναίνεσης των συζύγων προς έκδοση διαζυγίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 4055/2012, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια.
Συνεπώς, μόνο αν ο θάνατος του ενός εξ αυτών επέλθει μετά τη δεύτερη αυτή δήλωση μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής το άρθρο 1822 ΑΚ και να αποκλείσει βάσει αυτού το κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συζύγου (ΟλΑΠ 3/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 1095/2017), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε τέλος τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό, αλλά και με την έφεσή τους ότι επήλθε αποκλεισμός της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) από το κληρονομικό της δικαίωμα κατά το άρθρο 1822 ΑΚ, διότι πριν από το θάνατο του συζύγου της και συγγενούς τους Χ.
Ν., είχε ήδη κατατεθεί στις 11-10-2000 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κοινή αίτηση αυτής και του συζύγου της για συναινετική λύση του γάμου τους, η συζήτηση της οποίας κατά την αρχική δικάσιμο της 18-10-2000, αναβλήθηκε για τελική εκδίκαση σε δεύτερη συζήτηση μετά από έξι μήνες. Ότι με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα, εφόσον δεν έχει κανένα κληρονομικό δικαίωμα, δεν έχει έννομο συμφέρον για να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης.
Ότι το Εφετείο, για την ένστασή τους αυτή από το άρθρο 1822 ΑΚ, διέλαβε στην απόφασή του ότι "οι εναγόμενοι επιχείρησαν να θεμελιώσουν ένσταση εκ του άρθρου 1822 ΑΚ για το λόγο ότι οι σύζυγοι είχαν καταθέσει κοινή αίτηση συναινετικού διαζυγίου πριν από το θάνατο του Χ. Ν., η οποία (ένσταση) ωστόσο, βάλλει κατά του απορριφθέντος με την εκκαλουμένη, ως απαραδέκτου, αιτήματος αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας, το οποίο (αίτημα) οι εναγόμενοι, στερούμενοι εννόμου συμφέροντος, δεν προσέβαλλαν με έφεση και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέτασή του".
Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο αρνήθηκε ρητά να εξετάσει την πιο πάνω ένστασή τους από το άρθρο 1822 ΑΚ, δηλαδή δεν έλαβε καθόλου υπόψη τον αναφερόμενο στην κατάλυση του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας προς έγερση της αγωγής της και κατά το πρώτο αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 10-11-2001 επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης πιο πάνω ισχυρισμό τους, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι, μετά την πρώτη συζήτηση της κοινής αίτησης της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της για συναινετική λύση του γάμου τους κατά τη δικάσιμο της 18-10-2000, επακολούθησε και δεύτερη συζήτηση αυτής, σύμφωνα με το τότε ισχύον άρθρο 1441 ΑΚ, πριν δηλαδή την αντικατάστασή του από το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής το άρθρο 1822 ΑΚ και να αποκλειστεί με βάση το άρθρο αυτό το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, η ανωτέρω ένσταση των αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 1822 ΑΚ είναι μη νόμιμη και ως τέτοια δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται εν προκειμένω η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, από το γεγονός ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στην ένσταση αυτή.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, καθώς αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 151/2016).
Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να διεκδικήσει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένστασή τους για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Από την επισκόπηση των από 22-9-2015 προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της από 18-5-2018 έφεσής τους, προκύπτει ότι οι τελευταίοι προέβαλαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν με λόγο της έφεσης την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία στηριζόταν στα ακόλουθα περιστατικά: "Ότι η έγγαμη συμβίωση της ενάγουσας με το Χ.
Ν. δεν υπήρξε αρμονική, δέκα πέντε δε μήνες μετά την τέλεση του γάμου τους, και μάλιστα στις 11-10-2000, κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κοινή αίτηση των συζύγων για συναινετική λύση του γάμου τους. Ότι η εκδίκαση της αίτησης αυτής ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-10-2000, οπότε αναβλήθηκε η εκδίκασή της για δεύτερη δικάσιμο μετά από έξι μήνες.
Ότι από την αρχή του γάμου τους ζούσαν χωριστά, η ενάγουσα στη Βουλγαρία και ο Χ. Ν. στην Ελλάδα με πρωτοβουλία της πρώτης, η οποία για να γυρίσει στην Ελλάδα του έθεσε κάποιους όρους και συγκεκριμένα να μη συνεχίσει να κάνει παρέα με κάποια πρόσωπα που εκείνη δεν θεωρούσε σωστά. Ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κανένα λόγο να σκεφτεί ότι ο σύζυγός της πέθανε, γιατί της είχε πει ότι πήγε στο γιατρό και ήταν εντάξει και ότι πληροφορήθηκε το θάνατό του πολύ αργότερα.
Ότι, όμως, η ίδια αναφέρει ότι λίγες ημέρες μετά την ταφή του συζύγου της επισκέφθηκε την οικία τους στο Ηράκλειο και κατόπιν τη γενέτειρά του στη ... Ότι ο σύζυγός της, της είχε πει ότι δεν πρόκειται να της αφήσει τίποτα με διαθήκη. Ότι με την 6479/2006 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου η ενάγουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών, επειδή παραβίασε την κλειδαριά του διαμερίσματος ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εξ αυτών (εναγομένων), από όπου αφαίρεσε και απέκρυψε τα συμβόλαια που αφορούσαν τα ακίνητα ιδιοκτησίας του θείου τους και πρώην συζύγου της Χ.
Ν. με τα αντίστοιχα πιστοποιητικά μεταγραφής, δύο βιβλιάρια καταθέσεων της Εθνικής και Εμπορικής Τράπεζας και άγνωστο αριθμό (πιθανόν δύο) ασφαλιστηρίων ζωής, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα των ανωτέρω εγκαλούντων, με σκοπό να βλάψει τους τελευταίους". Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.
Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή, η οποία επαναφέρθηκε ενώπιόν του με λόγο έφεσης, ως μη νόμιμη. Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της.
Και τούτο διότι, υπό τα ως άνω προβληθέντα από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες περιστατικά για τη στήριξη της ένστασής τους, η άσκηση της ένδικης αγωγής από την αναιρεσίβλητη για τη διεκδίκηση του κληρονομικού της δικαιώματος επί της περιουσίας του θανόντος συζύγου της και η προσβολή της ιδιόγραφης διαθήκης αυτού ως πλαστής για τη κατοχύρωση του δικαιώματός της αυτού, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, αν ληφθεί υπόψη ότι τέτοια περιστατικά, όπως αυτά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, είναι συνήθη μεταξύ συζύγων που αποφασίζουν, λόγω των διαφορών τους, να λύσουν το γάμο τους και να υποβάλλουν κοινή αίτηση για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 77/2006).
Περαιτέρω, για το ορισμένο του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υφίσταται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 287/2018, ΑΠ 148/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνονται ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι "το χειρόγραφο κείμενο της από 10-11-2001 επίμαχης διαθήκης του αποβιώσαντος Χ. Ν. δεν εγράφη κατά το περιεχόμενό του, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε ιδιοχείρως από αυτόν, αλλά από άλλο πρόσωπο με απομίμηση του γραφικού τύπου του φερόμενου ως διαθέτη και ως εκ τούτου η διαθήκη αυτή είναι άκυρη", ύστερα από εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στους αναφερόμενους στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ότι σε κάθε περίπτωση οι αιτιολογίες με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση του ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, ενέχουν ασάφειες, ανεπάρκειες και αντιφάσεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, και κατά τα δύο σκέλη του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ενώ δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, πλην της πιο πάνω μεμονωμένης παραδοχής, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση και από τις οποίες προκύπτει η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ασάφεια, η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης.
Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους τέταρτη, πέμπτη και έκτο των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-5-2021 αίτησης για αναίρεση της 10/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 12-5-2021 αίτηση των Σ. Ν., Γ. Ν. και Τ. Β. για αναίρεση της 10/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου