1537/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1537/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1537 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1537 /2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Δ. και 2) Δ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιανναράκο.
Της αναιρεσίβλητης: Π. συζύγου Γ. Κ., το γένος Μ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Αδαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας.
Εκδόθηκε η απόφαση 131/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) ... 3) ... 4) ... 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι άλλοι, και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από εκείνον που έκανε αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος, το οποίο από την αιτία αυτήν αποκόμισε και συνίσταται, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, μισθωτική αξία της μερίδας των άλλων κοινωνών, η οποία αποτελεί και την κατά τις πιο πάνω διατάξεις αποδοτέα ωφέλεια (ΑΠ 2348/2009, 1646/2007).
Κατά συνέπεια, για να δικαιούνται οι κοινωνοί να αξιώσουν από τον έτερο κοινωνό το όφελος που αυτός αποκόμισε, ανάλογο με τη μερίδα τους, τίθεται ως προϋπόθεση η εκ μέρους του τελευταίου αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, γιατί σε διαφορετική περίπτωση η αξίωση αυτή δεν γεννιέται. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ... χρησιμοποιούσε πριν από την κατακύρωση και εξακολούθησε να χρησιμοποιεί κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ...
και μετά την απόκτηση των ποσοστών τους από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) και οπωσδήποτε μέσα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα που αφορά η μερίδα των ένδικων ωφελημάτων, η ίδια το ακίνητο και τα κτίσματα που περιέχει, έχοντας στεγάσει σ’ αυτό τη βιοτεχνία υποδημάτων που διατηρεί, κατοικεί δε σε όμορο ακίνητο. ...
Πράγματι ο σύζυγος της εναγομένης διατηρούσε εργαστήριο υποδημάτων και κατάστημα στο επίδικο ακίνητο, τα οποία όμως έπαυσαν να λειτουργούν από 31-5-2006. ... Η χρήση δε του επιδίκου από τους ενάγοντες ουδέποτε παρεμποδίστηκε από την εναγομένη, η οποία δεν χρησιμοποιεί αυτό και δεν αποκομίζει ουδέν όφελος σε βάρος τους από αυτό. ...
Ουδέποτε οι ενάγοντες ζήτησαν κλειδιά του επιδίκου αλλά και ούτε απαίτησαν από αυτήν να απομακρύνει αντικείμενα και εργαλεία της επιχείρησης του συζύγου της για να έχουν ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτό. Η εναγομένη και η οικογένειά της εξάλλου διαμένουν σε όμορο του επιδίκου ακίνητο, ιδιοκτησίας της μητέρας της. ...
Κατά συνέπεια, θεμελιώδες στοιχείο για τη βασιμότητα της ενδίκου αξιώσεως αποτελεί η αποκλειστική χρήση ή έστω η σύγχρηση. Τα ανωτέρω όμως, ως απεδείχθη, δεν υφίστανται εν προκειμένω". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Ειρηνοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων τόσο κατά την κυρία βάση, όσο και κατά την επικουρική του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον, όπως δέχθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται πλουτισμός της εναγομένης.
Κρίνοντας έτσι το Ειρηνοδικείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της αποκλειστικής χρήσεως του επίκοινου ακινήτου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 962 και 1113 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη δεν κάνει χρήση του επικοίνου, αφότου έπαυσε να λειτουργεί σ’ αυτό η βιοτεχνία και το κατάστημα πωλήσεως υποδημάτων, που διατηρούσε ο σύζυγός της, και ότι ουδέποτε παρεμπόδισε τους ενάγοντες να το χρησιμοποιήσουν, ούτε οι τελευταίοι της ζήτησαν να απομακρύνει αντικείμενα και εργαλεία της επιχειρήσεως, ώστε να έχουν πρόσβαση στο επίκοινο ακίνητο, από το οποίο αυτή ουδέν όφελος αποκομίζει.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, και σε κάθε περίπτωση έχει ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αξίωση αποζημιώσεως λόγω αποκλειστικής χρήσεως το να είχαν ζητήσει προηγουμένως οι αναιρεσείοντες τη σύγχρηση του επικοίνου, ωστόσο το Ειρηνοδικείο απέρριψε την αγωγή, με το αιτιολογικό ότι δεν είχαν ζητήσει από την αναιρεσίβλητη να απομακρύνει τα αντικείμενα που υπήρχαν στο ακίνητο και να τους παραδώσει τα κλειδιά, και περαιτέρω ότι, σε κάθε περίπτωση, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ίδια δεν έκανε χρήση του επίκοινου ακινήτου, εκ του γεγονότος ότι το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ότι έχει αυτή τα κλειδιά και εντός αυτού διατηρεί δικά της πράγματα, αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι δεν είχε αυτή την αποκλειστική χρήση του επικοίνου.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, γιατί το Ειρηνοδικείο δεν απέρριψε την αγωγή επειδή οι αναιρεσείοντες δεν ζήτησαν να τους παραδώσει τα κλειδιά και να απομακρύνει τα αντικείμενα που υπήρχαν σ’ αυτό, αλλά επειδή δέχθηκε ότι από το 2006 η αναιρεσίβλητη έπαυσε να κάνει χρήση του επικοίνου και ουδέν όφελος αποκόμισε από αυτό.
Εξάλλου, η παραδοχή αυτή για μη αποκλειστική χρήση του επικοίνου εκ μέρους της δεν αντιφάσκει με την έμμεση παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη κατέχει τα κλειδιά του ακινήτου και διατηρεί σ’ αυτό αντικείμενα και μηχανήματα του συζύγου της, εφόσον μόνη η κατοχή των κλειδιών δεν συνδέθηκε με την άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως εκ μέρους της ενδεικτικής της χρήσεως, ενώ ρητά το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ότι τα εργαλεία και αντικείμενα που βρίσκονται στο επίκοινο ανήκουν στο σύζυγό της.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Ειρηνοδικείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους ότι και πριν την άσκηση της αγωγής είχαν ζητήσει με εξώδικη δήλωσή τους αποζημίωση για την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου, άλλως τη σύγχρηση αυτού, είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.
Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι σε κάθε περίπτωση είχαν προβάλει αξίωση συγχρήσεως στο επίκοινο ακίνητο δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια, αφού, όπως εκτέθηκε και κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αξίωση συγχρήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εκ μέρους του κοινωνού που κάνει αποκλειστική χρήση του επικοίνου αποζημίωση των λοιπών κοινωνών.
Σε κάθε όμως περίπτωση οι παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη από το 2006 έπαυσε να κάνει χρήση του επικοίνου και ουδέν όφελος αποκόμισε από αυτό, καθώς και ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε ζήτησαν κλειδιά του επιδίκου αλλά και ούτε απαίτησαν από αυτήν να απομακρύνει αντικείμενα και εργαλεία της επιχείρησης του συζύγου της, καταδεικνύει ότι το Ειρηνοδικείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αυτό, πλην όμως τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2016 αίτηση των 1) Α. Μ. και 2) Δ. Μ. για αναίρεση της 131/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ