Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds regarding witness statements and lease contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court improperly considered a witness's sworn statement and failed to address claims of legal invalidity, while the respondent contended the court correctly interpreted the lease terms. The court rejected these arguments, ruling that the lower court's assessment of evidence and contract ambiguity was final and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 8, 11, 19 KPolD; The Supreme Court holds that appellate review is limited to legal errors and does not permit re-evaluation of factual findings or the lower court's determination of whether a contract term is ambiguous or void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1537 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1537/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Αναγνωστάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Κουρτζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2966/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4538/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/11/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 2/10/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 4538/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 λόγο.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος αυτού από το άρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ειδικώτερα την από 12-8-2004 υπεύθυνη δήλωση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως μάρτυρα, ΑΑ.
Εκ των διαλαμβανομένων στην αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι "η από 12-8-04 υπεύθυνη δήλωση του ΑΑ δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, ούτε προς έμμεση απόδειξη (προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων).
Επομένως, ο πρώτος κατά το ως άνω μέρος αυτού λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο, (πρώτο) κατά το άλλο μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, εκ του ότι το δικάσασν Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό - ένσταση περί μη νομιμότητας και περί του ακύρου και απαραδέκτου αποδεικτικών στοιχείων και ειδικότερα της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δοθείσας κατάθεσης του μάρτυρα Ιορδ.
Ιορδανίδη β) έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη νόμιμο (την εν λόγω κατάθεση), και γ) δεν έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο δημόσια έγγραφα, που προσκομίσθηκαν, με επίκληση από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο-νυν αναιρεσείοντα.
Επίσης, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 και 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια α) της μη λήψης υπόψη του αναφερομένου στο αναιρετήριο εγγράφου (εξώδικης δήλωσης), β) της λήψης υπόψη των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων, παρότι αυτά προσκομίσθηκαν από την νυν αναιρεσίβλητο-ενάγουσα χωρίς επίκληση και γ) της μη λήψης υπόψη του επαναφερθέντος με λόγο έφεσης ουσιώδη ισχυρισμού του εναγομένου -νυν αναιρεσείοντα - εκμισθωτή, περί μη ύπαρξης ευθύνης αυτού για τα ελάττωμα του μισθίου και την εξαιτίας αυτού προκληθείσα την ενάγουσα-νυν αναιρεσίβλητο-μισθώτρια ζημία, την αποκατάσταση της οποίας ζητά με την υπό κρίσης αγωγή.
Ο πρώτος, κατά το ως άνω υπό στοιχ. α' λόγος (μη λήψη υπόψη ισχυρισμού περί μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου) είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες σχετικά με το λόγο αυτό αιτιάσεις δεν θεμελιώνουν λόγο μη νομιμότητας της κατάθεσης του μάρτυρα (ΑΑ), αλλά συνιστούν απλώς και μόνο αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα και συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, η παράλειψη απάντησης του Εφετείου επί του ως άνω ισχυρισμού δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ομοίως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος (πρώτος) κατά το υπό στοιχ. β' λόγος (λήψη υπόψη μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου, δηλαδή της ιδίας ως άνω κατάθεσης του μάρτυρα ΑΑ), αφού όπως προαναφέρθηκε, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την αξιολόγηση του περιεχομένου της κατάθεσης του μάρτυρα.
Ο δεύτερος, υπό στοιχ. γ, επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω προβληθέντα από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο - αντεκκαλούντα ισχυρισμό και τον απέρριψε.
Επίσης οι πρώτος κατά το ως άνω υπό στοιχ. γ και δεύτερος υπό στοιχ. α λόγοι (μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων - εγγράφων), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικάσαν Εφετείο "έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, έστω και εάν δεν γίνεται ειδική μνεία αυτών.
Κατά τα λοιπά ο δεύτερος υπό στοιχ. α λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο σχετικά με το λόγο αυτό, αιτιάσεις αναφέρονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση του δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσης του μάρτυρα ΑΑ και ως προς το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης του νυν αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, ο δεύτερος, υπό στοιχ. β' λόγος (λήψη υπόψη προσκομισθέντων, χωρίς επίκληση εγγράφων) είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι καθόσον αφορά τα υπό στοιχεία β' και στ' αυτά δεν αναφέρονται έγγραφα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως έγγραφα, αφού αφορούν διαμαρτυρία της αδερφής του αναιρεσείοντος και γενόμενη στις 30-8-2004 αυτοψία της Α υποδιεύθυνσης Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., καθόσον δε αφορά τα άλλα τέσσερα έγγραφα, από τα παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως διαδικαστικά έγγραφα, ελεγχόμενα δικόγραφα των προτάσεων των διαδίκων μερών, των κατατεθεισών ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι όλα τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, των οποίων γίνεται ειδική μνεία στο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, είχαν προσκομισθεί με επίκληση, το υπό στοιχείο κ' (εξώδικη δήλωση ...
του αναιρεσείοντος) από την αναιρεσίβλητη και τα άλλα και από τους δύο διαδίκους, με προσαγωγή και επίκληση της από 5-8-2004 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος στην οποία αναφέρονται τα έγγραφα αυτά και το ουσιώδες περιεχόμενό τους.
ΙΙ. Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγο, προβάλλεται αιτίαση, για παραμόρφωση του περιεχομένου των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων, από το δικάσαν Εφετείο. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα, στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, υπό του δικάσαντος Εφετείου, και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα αυτού, όπως απαιτείται για να ιδρύεται ο από την ως άνω διάταξη λόγος, ενώ, εξ άλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εμόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά συνεκτίμησε αυτά, μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576, 577, 578 Α.Κ., προκύπτει ότι, εάν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, ο μισθωτής έχει δικαίωμα αντί της μείωσης ή της μη καταβολής του μισθώματος (άρθ. 576) να απαιτήσει αποζημίωση (άρθ. 577), το ίδιο δε δικαίωμα έχει ο μισθωτής και εάν, από υπαιτιότητα του εκμισθωτή, εμφανίσθηκε το ελάττωμα, μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης. Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, προϋπόθεση της ευθύνης του εκμισθωτή είναι η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ελαττώματος και της ζημίας του μισθωτή. Το δικαίωμα αποζημίωσης, του τελευταίου παρέχεται σε τρεις περιπτώσει: α) εάν το ελάττωμα υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης και ο εκμισθωτής το εγνώριζε ή όφειλε να το γνωρίζει - αρθ. 577-αναξαρτήτως εάν το ελάττωμα προκλήθηκε ή όχι υπαιτιότητα του εκμισθωτή (ΑΠ 879/2006), β) εάν το ελάττωμα εμφανίσθηκε μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης, από υπαιτιότητα του εκμισθωτή - αρθ. 578 - και γ) σε κάθε άλλη περίπτωση, που το μίσθιο δεν παραδόθηκε στο μισθωτή ή παρεμποδίσθηκε η χρήση του μισθίου.
Περαιτέρω, σε περίπτωση ύπαρξης ελαττώματος του μισθίου, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, μπορεί να υπάρχει και συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, στην αξίωση του μισθωτή για την αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας αυτού, εάν τον εκμισθωτή βαρύνει και υπαιτιότητα για την ύπαρξη του ελαττώματος ή εάν αυτός (εκμισθωτής), παρότι γνωρίζει το ελάττωμα, παραλείπει να ενημερώσει εκείνον (μισθωτή), για τις επικίνδυνες ιδιότητες του ελαττώματος.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, κατά το ένα μέρος αυτού, από αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 574, 577 και 914 ΑΚ και κατά το άλλο μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ένεκα αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ή μη ευθύνης του εναγομένου-εκμισθωτού προς αποζημίωση της ενάγουσας-μισθώτριας, για τη ζημία της, που προκλήθηκε από το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου ακινήτου.
Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ως άνω ζήτημα δέχθηκε τα εξής: Ενώ λειτουργούσε το κομμωτήριο στο μίσθιο, το οποίο ο εναγόμενος - εκμισθωτής (νυν αναιρεσείων) είχε εκμισθώσει στην ενάγουσα-μισθώτρια (νυν αναιρεσίβλητη) με το από 12-2-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, για το διάστημα από 1-3-1999 έως 28-2-2008, διαπιστώθηκε πρόβλημα διαρροής από το κοινόχρηστο αποχετευτικό δίκτυο, λόγω βλάβης στο αποχετευτικό φρεάτιο της πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα να εμφανισθεί εισροή λυμάτων στο δάπεδο και να παρουσιασθούν υγρασίες στους τοίχους.
Κατά τον Ιούλιο 2004 το πρόβλημα, που είχε εκδηλωθεί, επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα μεγάλη ποσότητα λυμάτων να εισέρχεται στο μίσθιο. Τούτο έγινε διότι ο αποχετευτικός αγωγός, που είχε προ σαράντα ετών κατασκευασθεί με πηλοσωλήνες και διέρχεται ένα μέτρο περίπου πάνω από το δάπεδο του μισθίου καταστράφηκε, λόγω του επικλινούς του εδάφους.
Τα λύματα από αυτόν εισέρχονται στο μίσθιο και σε όλη την έκτασή του, με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν υγρασίες, φουσκώματα στις τοιχοποιίες και στον εξοπλισμό του μισθίου. Η παραπάνω σύνδεση του μισθίου με το αποχετευτικό δίκτυο της οικοδομής έγινε κατά το έτος 1998 από τον εναγόμενο, ο οποίος ενδιαφερόταν να προκαλέσει τη σύνδεση αυτή ώστε να αξιοποιηθεί το ισόγειο διαμέρισμά του.
Περί αυτού καταθέτει με σαφήνεια ο ΒΒ που είναι πολιτικός μηχανικός, ο οποίος καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος θέλησε να φτιάξει w.c. και προς τούτο έκανε μία τομή διαγώνια στο διπλανό κατάστημα και μάλιστα ότι είχε δόλο προς τούτο. Επειδή διαμαρτυρήθηκαν οι λοιποί συνιδιοκτήτες της οικοδομής ο εναγόμενος, που είναι και ο ίδιος υδραυλικός τους υποσχόταν ότι θα αποκαταστήσει το πρόβλημα, που εξαιτίας του δημιουργήθηκε, πράγμα όμως που δεν έκανε και μάλιστα έδιωχνε τους υδραυλικούς που έφερναν οι λοιποί ιδιοκτήτες, όπως τούτο αναφέρεται και στην από 10-11-2004 εξώδικη δήλωση της αδελφής του εναγομένου, ΓΓ.
Για την γενόμενη κατά το έτος 1998 ως άνω παράνομη σύνδεση, διαμαρτυρήθηκε τότε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας ... η αδελφή του εναγομένου ΓΓ για τον κίνδυνο που υπήρχε από την διάβρωση των θεμελίων της οικοδομής και την από τότε ύπαρξη διαρροής στο κοινόχρηστο αποχετευτικό δίκτυο. Μάλιστα με τη ... έκθεση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., χαρακτηρίσθηκε επικίνδυνη η οικοδομή, λόγω του ότι διαπιστώθηκαν ρωγμές και υγρασίες και έταξε προθεσμία αποκαταστάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ΓΟΚ 1985.
Η ως άνω απόφαση της πολεοδομίας κοινοποιήθηκε και στο Αστυνομικό Τμήμα ... για τις δικές του ενέργειες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της Π.Δ. της 23-4-1999 και του άρθρου 1 παρ. 2 της απόφασης με αριθμό 65220/1986/ΦΕΚ 203/28-3-1996 "περί επικίνδυνων κατασκευών". Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τον μήνα Ιούλιο 2004, λόγω της συνεχιζόμενης φθοράς των πηλοσωλήνων του αποχετευτικού αγωγού και το ΑΤ ..., λόγω αναφοράς της μισθώτριας, απέστειλε προς την Πολεοδομία της ...
το με αριθμ. Πρωτ. ... έγγραφό του για το επικίνδυνο της ανωτέρω οικοδομής και η πολεοδομία με το ... έγγραφό της ζήτησε λόγω του κατεπείγοντος, την άρση του επικινδύνου της οικοδομής από όλους τους συνιδιοκτήτες, δηλαδή και από τον εναγόμενο. Επίσης, επελήφθηκαν η διεύθυνση υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., που πραγματοποίησε αυτοψία στις 30-8-2004 και διαπιστώθηκαν πράγματι ίχνη υγρασίας στους εσωτερικούς τοίχους του κομμωτηρίου, αγνώστου προελεύσεως και λόγω υπάρξεως υγειονομικών παραβάσεων ζητήθηκε άμεση εξασφάλιση των προβλεπομένων από την ενάγουσα.
Ο εναγόμενος στις από 5-8-2004 εξώδικες δηλώσεις του προς ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, δέχεται ότι υπάρχουν λύματα στο κομμωτήριο, που δημιουργούν δυσοσμία και κίνδυνο "από γλίστρημα" όπως επανειλλημένα του διαμαρτύρετο η μισθώτρια και μάλιστα συμφωνεί να γίνει αντικατάσταση του κοινοχρήστου αποχετευτικού δικτύου με δαπάνες όλων, αλλά και του ιδίου.
Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων αποδεικνύεται ότι τα λύματα προέρχονται από τον αγωγό και όχι από διαρροή του θερμοσίφωνα, όπως με τις προτάσεις, της παρούσας συζήτησης, ισχυρίζεται ο εναγόμενος και ως εκ τούτου η ένσταση συνυπαιτιότητας εξ οικείου πταίσματος που παραδεκτά προτείνεται κατ' άρθρ. 527 παρ. 2,3 Κ.Πολ.Δ., και 300 ΑΚ είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η ενάγουσα όχλησε τον εναγόμενο πολλές φορές προφορικά για την αποκατάσταση του προβλήματος, πλην όμως ο εναγόμενος δεν μερίμνησε γι αυτό, ισχυριζόμενος ότι τη βλάβη υποχρεούται να αποκαταστήσουν οι συνιδιοκτήτες των αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτητών (διαμερισμάτων) της πολυκατοικίας. Το πραγματικό αυτό ελάττωμα ήταν γνωστό στον εκμισθωτή κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως όπως τούτο προκύπτει και από την ανωτέρω εξώδικη δήλωση αυτού.
Από το ελάττωμα αυτό εμποδίζεται μερικά η χρήση του μισθίου, αφού αναγκάζεται η ενάγουσα κάθε μέρα να σφουγκαρίζει, να μαζεύει τα νερά και να χρησιμοποιεί απορρυπαντικά κατά της δυσοσμίας, κατάσταση που δεν συνάδει με την χρήση του μισθίου, ως κομμωτηρίου. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι συνέτρεχε περίπτωση ευθύνης του εναγομένου-εκμισθωτή, για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας-μισθώτριας, η οποία συνίσταται στη δαπάνη αποκατάστασης των πραγμάτων αυτής (που βρίσκονταν εντός του μισθίου) και στην κατάσταση που αυτά ήταν, κατά το χρόνο που υπέστησαν τη φθορά και η οποία (ζημία) προκλήθηκε εξ αιτίας του ελαττώματος του μισθίου, το οποίο υπήρχε κατά το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης και έκανε δεκτή, εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμη την υπό κρίση αγωγή.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις και δεν παρεβίασε αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των διατάξεων που εφήρμοσε, δηλαδή ύπαρξη ελαττώματος και γνώση αυτού, από τον εκμισθωτή, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας (για τη θεμελίωση της συμβατικής αξίωσης της ενάγουσας) και επί πλέον υπαιτιότητα (δόλος) του ενάγοντος (για τη θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας - 914 Α.Κ. - αξίωσης αυτής).
Η αιτίαση για αντιφάσεις των αιτιολογιών, που επικαλείται ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναίρεσης, ως προς το εάν η εισδοχή των αποχετευτικών λυμμάτων στο μίσθιο προκλήθηκε από την αυθαίρετη σύνδεση αυτού με το αποχετευτικό δίκτυο της πολυκατοικίας, την οποία ενήργησε ο αναιρεσείων-εκμισθωτής ή από τη διαρροή των λυμμάτων, εξαιτίας της παλαιότητας της αποχετευτικής εγκατάστασης της οικοδομής δεν είναι βάσιμη, διότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η εισδοχή των λυμμάτων στο μίσθιο κατάστημα οφείλεται στη διαρροή των λυμμάτων λόγω της παλαιότητας των πηλοσωλήνων του αποχετευτικού αγωγού της οικοδομής και στη σύνδεση αυτού με το μίσθιο κατάστημα, που ο αναιρεσείων (υδραυλικός ο ίδιος) πραγματοποίησε για την κατασκευή W.C. στο μίσθιο, με διαγώνια τομή στον αγωγό του διπλανού καταστήματος, το έτος 1998, δηλαδή πριν από την, κατά την 12-2-1999, κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβαση. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙV. Παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσφεύγει σε εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 35/1997) ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βούλησης των μερών είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1456/1997), καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία και προσφεύγει στους εν λόγω κανόνες, πλην όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 416/1993) και τέλος, όταν δεν αιτιολογείται στην απόφαση η έλλειψη αμφιβολίας ή δεν αναφέρεται ποίες είναι οι δηλώσεις των μερών (εκ πλαγίου παραβίαση- ΑΠ 130/1997).
Δεν απαιτείται η εξειδίκευση στην απόφαση των αρχών της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1229/1996), υπόκειται όμως σε έλεγχο η ορθότητα της δοθείσας ερμηνείας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής ή εάν υπάρχουν κενά και ασάφεια στη δικαιοπρακτική βούληση, ώστε να χρήζουν εφαρμογής τα αρθ. 173 § 200 ΑΚ, συνιστά ανέλεγκτη κρίση, μη υπαγόμενη στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 311/1993).
Με τον τελευταίο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., (όχι και τον αριθμό 10 που επικαλείται ο αναιρεσείων) λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές διατάξεις των αρθ. 173§ 200 Α.Κ., καθόσον, παρότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, η βούληση των συμβαλλομένων μερών προέκυπτε σαφώς, από τη γραμματική διατύπωση του με αριθμό 6 όρου του υπογραφέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, περί του ζητήματος του αποκλεισμού της υποχρέωσης του εκμισθωτή, προς επισκευή ζημίων και φθοράς του μισθίου, εξ οιασδήποτε αφορμής προκαλούμενες και επομένως και εκ τυχόν πραγματικών ελαττωμάτων, εν τούτοις το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε ασάφεια και κενό, ως προς το εάν στον ως άνω συμβατικό όρο περιλαμβάνονται μόνον οι συνήθεις ζημίες, από τη χρήση του μισθίου ή και οι προκαλούμενες από πραγματικό ελάττωμα του μισθίου και εφαρμόζοντας τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθ. 173 §200 Α.Κ.) κατέληξε ότι η αληθής βούληση των μερών ήταν ο αποκλεισμός της υποχρέωσης του εκμισθωτή προς επισκευή των ζημιών που προέρχονται από τη χρήση αυτού, για την οποία και μισθώθηκε και όχι αυτών, που προκύπτουν από πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, άλλως, διότι εσφαλμένα εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις, καθώς και διότι περιέχει ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα, καθόσον δεν αναλύει ποίοι είναι οι κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τους οποίους έλαβε υπόψη, κατά την εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών διατάξεων.
Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ως άνω ζήτημα, δέχθηκε τα εξής: "Στο ως, άνω συμφωνητικό περιλαμβάνεται ο υπ αριθμ. 6 όρος, κατά τον οποίο συμφωνήθηκε ότι, για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, ο εκμισθωτής δεν έχει καμία υποχρέωση συντήρησης ή επισκευής ζημιών και βλαβών του μισθίου, για την αποκατάσταση των οποίων αποκλειστική υποχρέωση έχει ο μισθωτής.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε συμβατικός αποκλεισμός της ευθύνης του, πλην όμως, υφιστάμενης εν προκειμένω ασάφειας και κενού, εάν δηλαδή περιλαμβάνονται οι συνήθεις ζημιές από τη χρήση ή και το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, πρέπει κατά τις αρχές τις καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (αρθ. 173, 200 ΑΚ) να ερμηνευθεί ότι η αληθής βούληση των συμβληθέντων ήτο να αποκλείεται υποχρέωση επισκευής των ζημιών του μισθίου, που προέρχονται από τη χρήση αυτού, για την οποία και μισθώθηκε και όχι αυτών που προκύπτουν, λόγω των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου.
Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου ήτο απορριπτέος και αυτός είναι υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας". Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 § 200 ΑΚ και απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο λόγος, κατά το μέρος αυτού, που αναφέρεται στην εσφαλμένη εφαρμογή αυτών, αφού, με τη δοθείσα ερμηνεία δεν παραβιάσθηκαν οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, ο λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τόσο κατά τις από το αρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις, αφού η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια είναι ανέλεγκτη, όσο και κατά τις από το αρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις, αφού η παράλειψη της αναφοράς των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που έλαβε υπόψη του, δεν ιδρύει το λόγο αυτό.
V. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4538/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ