Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding appeal against default judgment and substantive review of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, which had upheld a partial award of damages for a ship defect. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory and misinterpreted expert reports, but the court found these claims unproven. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1)(a), 554, 531(1), 559(19), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment is admissible only if the first instance judgment cannot be challenged by a notice of default or an appeal, and the Supreme Court reviews only legal errors, not factual distortions of expert opinions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1537 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1537/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στεφανάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ιωσηφέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-1999 αγωγή και με την από 5-4-2000 αγωγή των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6073/2002 του ίδιου Δικαστηρίου 2933/2004 του Εφετείου Αθηνών που παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς λόγω αρμοδιότητας, 159/2005 και μετ' ανακοπή 332/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-3-2007 αίτησή του και τους από 3-4-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη κυρίων και προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά το άρθρο 554 του ίδιου ως άνω Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε (ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία), η αναίρεσης απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 16 παρ. 6 του ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατ' άρθρο 22 του ως άνω νόμου, εφόσον η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης είχε προσδιοριστεί να γίνει πριν από την 1-1-2002, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. 'Ετσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.
ΑΠ 16/1990, ΑΠ 1502/2005, 157/2002). Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρεφόμενη κατά της 332/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 159/2005 απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, ως και κατά της ανωτέρω 159/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά με την οποία απορρίφθηκε λόγω της ερημοδικίας του η έφεση που άσκησε κατά της 6073/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια και αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό έκθεσης.
Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την αυτή προθεσμία στον αναιρεσίβλητο. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με αυτές των άρθρων 111 παρ. παρ. 1 και 2, 568 παρ. παρ. 2, 3 και 4 και 570 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, για το παραδεκτό όμως αυτών απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών πριν από την ίδια προθεσμία.
Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης πριν από την πιο πάνω προθεσμία ή της επίδοσης αυτού πριν από την ίδια προθεσμία σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και για το λόγο αυτό την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως (Ολ.
ΑΠ 143/1984). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με το από 3-4-2008 δικόγραφό του, εφόσον αυτός δεν αποδεικνύει επίδοση του δικογράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Α. ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ 332/2006 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Επειδή, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (Ολ ΑΠ 29/1992, ΑΠ 3/1995 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 118 έως 120 του ΚΠολΔ και τους λόγους της ανακοπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 του ΚΠολΔ, δηλαδή τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή μη εμπρόθεσμη κλήτευση ή τη συνδρομή λόγου ανώτερης βίας για τη μη εμφάνιση του ανακόπτοντος στην ερήμην αυτού συζήτηση της υπόθεσης, επί της οποίας η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση (ΑΠ 363/2004, ΑΠ 3/1995, 429/1995).
Σε περίπτωση συνδρομής ανώτερης βίας, ως λόγου ανακοπής, αν η ανώτερη βία συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του δικηγόρου στο δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να τον εμποδίσει να παραστεί στο δικαστήριο και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλον δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (Ολ.
ΑΠ 18/69, ΑΠ 42/2004, ΑΠ 381/1980, ΑΠ 411/1976).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ανακοπής ερημοδικίας, που ο αναιρεσείων άσκησε κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. 159/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, αυτός εζήτησε την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης, επικαλούμενος την συνδρομή ανώτερης βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου του δικηγόρου, Περικλή Μανιατόπουλου, που τον εμπόδισε να εμφανιστεί ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 3-2-2005, κατά την οποία και συζητήθηκε ερήμην αυτού η υπόθεση του, επί της οποίας η ανακοπτόμενη απόφαση, της ανώτερης βίας συνιστάμενης στο ότι κατά τις πρωινές ώρες της 3-02-2005 (ημέρας της δικασίμου) αισθάνθηκε αυτός έντονη αδιαθεσία, ένεκα της οποίας, ήταν απολύτως και ανθρωπίνως αδύνατο να παρασταθεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο.
Έτσι διατυπούμενος ο λόγος ανακοπής, εφόσον δεν αναφέρεται το είδος της ασθένειας, μη αρκούντος του αναφερομένου "έντονη αδιαθεσία", το οποίο δεν δύναται να αξιολογηθεί, ο χρόνος που εκδηλώθηκε και η διάρκεια της, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κρίνει αν απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα, εξαιτίας του οποίου εμποδίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του να ενεργήσει ο ίδιος αυτοπροσώπως ή με άλλο δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του, είναι αόριστος.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 332/2006 απόφαση του απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μόνου λόγου αυτής, ορθά κήρυξε απαράδεκτο αυτής και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1565/2005).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 159/2005, ερήμην αυτού εκδοθείσας, απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, χωρίς να λάβει υπόψη τα νομίμως επικληθέντα εκ μέρους του και προσκομισθέντα, αναφερόμενα δε στο αναιρετήριο, έγγραφα, είναι απαράδεκτος.
Β. ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ 159/2005 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκειται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση Πρωτοδικείου, Πολυμελούς ή Μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου και απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του Μονομελούς.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κατ' άρθρο 51 παρ. 3Βα του ν. 2172/1993, κρίνει εσφαλμένως ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ ΑΠ 30/1995, Ολ ΑΠ 3/1991, ΑΠ 1628/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατά της εκκαλουμένης 6073/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη, παρά το νόμο, δέχτηκε πως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της με αρ.
κατ. 38437/5814/1999 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, που αφορούσε διαφορά από την πώληση προς αυτόν φουσκωτού σκάφους κατασκευής του (αναιρεσείοντος), ήτοι διαφορά από την πώληση πλοίου με επαχθή αιτία που κατ' άρθρο 51 παρ. 3Βα του ν. 2172/1993 υπάγεται στην αποκλειστική καθ' ύλην αρμοδιότητα του ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά, στο οποίο και όφειλε να την παραπέμψει.
Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν προεκτεθεί, το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε από άλλο αριθμό αυτού του άρθρου και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η παραπάνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ. του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, ερήμην του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απόφαση, στην οποία ενσωματώθηκε η 6073/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί υπάρξεως ελαττωμάτων στο πωληθέν επίδικο σκάφος, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, μεταξύ δε αυτών και την υπ' αριθμ. 611/2000 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΤΙΟΝΑL UΝΙΟΝ Α.Ε.", της οποίας γίνεται ρητή μνεία και σχολιασμός και συνεπώς και την αναφερόμένη σ' αυτή εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, ότι οι βλάβες προήλθαν λόγω των αντίξοων συνθηκών πλεύσης του σκάφους, τα οποία και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης στην οποία ενσωματώθηκε η 6073/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής : Ο Χ (ήδη αναιρεσείων) ασχολείται επαγγελματικά με την κατασκευή φουσκωτών σκαφών ενώ ο Ψ (αναιρεσίβλητος) διατηρεί σχολή καταδύσεων στην ..., με διακριτικό τίτλο αυτής "EURODIVERS".
Ο τελευταίος για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του αναγκών σε σκάφη, αρχές Μαΐου 1998 απευθύνθηκε στον πρώτο και συμφώνησαν στην κατασκευή και πώληση ενός φουσκωτού σκάφους, τύπου "EAGLE 6.50" με πολυεστερική γάστρα μήκους 6,5 μ. με κινητήρα Johnson 175 HP, παραδοτέο αρχές Ιουνίου 1998 αντί συνολικού τιμήματος 2.599.000 δραχμών.
Το εν λόγω σκάφος, με το όνομα "EAGLE", παραδόθηκε στον Ψ την 5-6-1998 για να το χρησιμοποιήσει άμεσα στην εργασία του, με την ειδικότερη συμφωνία, μετά το τέλος του καλοκαιριού, να το μεταφέρει ο τελευταίος στον κατασκευαστή, προκειμένου να αποκατασταθούν κάποιες μικρολεπτομέρειες και τα φινιρίσματα αυτού, τα οποία δεν είχαν ολοκληρωθεί.
Η κατασκευή του σκάφους έγινε με προδιαγραφές προκειμένου να ταξιδεύει με ασφάλεια ακόμη και σε μακρυνά ταξίδια και σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, εδόθη δε από τον κατασκευαστή και διετής εγγύηση καλής λειτουργίας και ασφαλούς πλεύσης αυτού. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι την 9-1-1999 και περί ώρα 20.00, ενώ ο ανωτέρω Ψ ταξίδευε με το ανωτέρω σκάφος από την παραλία της ...
προς την ... της ..., με συνεπιβάτη τον υπάλληλό του και δύτη Α, και ενώ έπλεαν άνεμοι 5-6 μποφώρ, κινούνταν δε με ταχύτητα περίπου 30 μιλίων, το σκάφος πέρασε κάθετα από κύμα - απόνερα που είχε δημιουργήσει διερχόμενο επιβατηγό πλοίο της γραμμής, ύψους περίπου 4-5 μέτρων και εκτινάχθηκε στο θαλάσσιο αύλακα που είχε δημιουργήσει το εν λόγω κύμα.
Ότι εξαιτίας της πτώσης αυτής από ύψος υπέστη ζημίες κυρίως στη γάστρα και ειδικότερα ....... . Ότι ο διαπιστώσας τις ανωτέρω ζημίες τεχνικός σύμβουλος - πραγματογνώμονας ... της εταιρίας πραγματογνωμόνων με την επωνυμία "Haven Marine Services Ltd" στην οποία ο ενάγων Ψ είχε αναθέσει την εκτίμηση των ζημιών του σκάφους του, διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω ζημίες που υπέστη το σκάφος οφείλονταν σε πλημμελή κατασκευή αυτού και συγκεκριμένα α) οι εγκάρσιοι ενισχυτικοί δοκοί ήσαν κενοί στο εσωτερικό τους και πλημμελώς συνδεδεμένοι με τη γάστρα β) οι διαμήκεις ενισχυτικοί δοκοί είχαν κατασκευαστεί από πλαστική τετράγωνη υδρορροή ενισχυμένη μόνο με δύο στρώσεις υαλοβάμβακα και γ) οι εγκάρσιοι μπουλμέδες ήταν ελλειπώς συνδεδεμένοι με την γάστρα και όχι με ενδεδειγμένο τρόπο.
Ότι τ' ανωτέρω συνιστούν ουσιώδεις ελλείψεις του σκάφους, οι οποίες μειώνουν ουσιαστικά την αντοχή του και, συνεπώς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια για τη χρήση που προορίζονταν από τον αγοραστή. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι ο πωλητής - κατασκευαστής δεν αρνείται ειδικώς τις ζημίες, δεν αναφέρει ότι το συγκεκριμένο σκάφος είχε κατασκευαστεί κατά τον πλέον κατάλληλο και άριστο τρόπο αναφορικά με την τεχνογνωσία και τους κανόνες της επιστήμης του, ούτε άλλωστε αναφέρεται στις τεχνικές προδιαγραφές κατασκευής αυτού, ως είχε υποχρέωση, προκειμένου να αποδείξει ότι πώλησε σκάφος που πληρούσε όλες τις τεχνικές προδιαγραφές και ήταν αξιόπλοο σε συνθήκες όπως αυτές που αναφέρει στα διαφημιστικά του φυλλάδια και γνωρίζουν οι τρίτοι και ως εκ τούτου εμμέσως συνομολογεί τα πραγματικά ελαττώματα που αναφέρονται στην αγωγή ότι δηλαδή υπήρξαν οι συγκεκριμένες ατέλειες και πλημμέλειες στην κατασκευή από υπαιτιότητά του.
Ότι ενισχυτικό των ανωτέρω αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο κατασκευαστής είχε επιφέρει, μετά την πώληση στον ενάγοντα, αλλαγές στο σκάφος αυτού του τύπου, από τον Ιούλιο 1999, όπως αναφέρεται στο διαφημιστικό φυλλάδιο που προσκομίζει ο ίδιος "για τη βελτίωση της συμπεριφοράς του σκάφους στη θάλασσα", ομολογώντας εμμέσως την ανάγκη βελτιώσεως κάποιων ατελειών της κατασκευής του.
Ότι ο ισχυρισμός του πωλητή ότι ο αγοραστής έκανε κακή χρήση του σκάφους και ότι την ημέρα που εμφανίστηκαν τα ελαττώματα της κατασκευής οι συνθήκες πλεύσης ήταν ιδιαίτερα αντίξοες, ότι δηλαδή είχε απαγορευτεί ο απόπλους εκ του λιμεναρχείου λόγω δυνατών ανέμων στην περιοχή, δεν αποδείχθηκε. Τέλος δέχεται το Εφετείο ότι ο αγοραστής προς αποκατάσταση των ζημιών δαπάνησε συνολικά 2.816.546 δραχμές ή 8.266 ευρώ (λεπτομερώς αναφέρονται τα σχετικά κονδύλια), ενώ δεν αποδεικνύεται το κονδύλιο περί διαφυγόντων κερδών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί ο πρώτος να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 8.266 ευρώ. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού, όπως από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι ζημίες που προκλήθηκαν στο σκάφος του αναιρεσιβλήτου, κατά την πτώση του σε θαλάσσιο αύλακα, οφείλονταν στην πλημμελή κατασκευή αυτού και ότι ο αναιρεσείων κατασκευαστής κατά τον χρόνον της μεταβίβασης του σκάφους στον αναιρεσίβλητο, γνώριζε ότι υπήρχαν οι συγκεκριμένες ατέλειες και πλημμέλειες στην κατασκευή του από υπαιτιότητά του.
Συνεπώς, ο τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αιτία που προκάλεσε τις ζημίες στο επίδικο σκάφος και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της γνώσης του πωλητή αναφορικά με την ύπαρξη των ελαττωμάτων, αποδίδει σε αυτήν πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Οι γνωμοδοτήσεις, όμως, των πραγματογνωμόνων δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, ώστε ενδεχόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου τους να θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 26-5-1999 έκθεσης της εταιρίας πραγματογνωμόνων με την επωνυμία "Haven Marine Services", με θέμα "m/b "EURODIVERS" Βάρη. Διαπίστωση ζημίας εν πλω, ανοικτά της νήσου ..., επιστρέφοντας στο λιμάνι", είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν, υπό την επίκληση του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου εγγράφων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση των με αριθμούς 332/2006 και 159/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ