Legislator Case Law & Legislation
1537/2006 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding interest on wages but dismisses arguments on payment dates and procedural defects.

Case Number 1537/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellants sought to overturn the judgment, while the respondent, KTEL, argued for dismissal due to vague claims and procedural violations. The court rejected the respondent's procedural objections as they were sufficiently detailed in the appeal and supported by evidence, but upheld the finding that interest on wages was due.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 655, 341, 345 of the Civil Code; Article 269 of the Code of Civil Procedure: Wages include payments for work on holidays and leave, creating a statutory deadline for payment where interest accrues upon delay; procedural objections raised for the first time at the appellate level must be specific and supported by evidence to be admissible.

Keywords

AI generated
labor dispute wages and salaries interest on debt procedural admissibility appeal review statutory deadline court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 655, 341 paragraph 1, 345 section a of the Civil Code
Article 269 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 39-40/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1537 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1537/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .....και 2) .... Παραστάθηκαν με τον δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σαρρή, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες παραιτούνται από το β' σκέλος του Β' λόγου του δικογράφου της αναιρέσεως (σελ. 12-15). Του αναιρεσίβλητου: Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) νομού Ευρυτανίας, που εδρεύει στο Καρπενήσι, διατηρεί γραφεία στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεανώ Σταθοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 1996 αγωγή του ....., ο οποίος δεν παρίσταται στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 453/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 3936/1999 του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 7668/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Μαρτίου 2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 1-2-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου (Α' και Γ' σκέλη) και δευτέρου ( Α' σκέλος) και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, μετά την γενόμενη νομότυπα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, παραίτηση αυτών από το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο λόγος αυτός πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς σκέλος αυτό (άρθρ. 295, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ.).

2. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 655, 341 παρ. 1, 345 εδ. α΄ Α.Κ., 1 της 95 Δ.Σ.Ε. (Κυρ. με Ν. 3248/1955) και 10 της Υ.Α. 19040/1981, συνάγεται ότι μισθό αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του, επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, καθώς και για τα επιδόματα εορτών και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, και ότι για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το νόμο( άρθρο 655 εδ.

α΄ Α.Κ., 1 παρ. 2 Ν. 1082/1980 και 10 της Υ.Α.19040/1981, 3 παρ. 8 ΑΝ 539/1945) δήλη ημέρα καταβολής τους, με την πάροδο της οποίας καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας(Ολ.ΑΠ 39-40/2002). Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 3936/1999 απόφαση, όπως διορθώθηκε με την 7668/2001 απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων ...., τον οποίο, αποβιώσαντα στις 16-2-2000 κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου οι ήδη αναιρεσείοντες (σύζυγος και τέκνο), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου απασχολήθηκε ως εκδότης εισιτηρίων στο εις Αθήνα (Λιοσίων αριθ. 260) εκδοτήριο εισιτηρίων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου (ΚΤΕΛ), από 8-5-1959 συνεχώς μέχρι 30-9-1996 που αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεώς του από το ΙΚΑ.

Την 1-7-1989 ο ενάγων, λόγω συμπληρώσεως υπερδεκαετούς υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό του εκδότη εισιτηρίων, εξομοιώθηκε με ταμία, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 4 και 7, 22 παρ. 2 εδάφ. β' του Π.Δ. 257/1989 «περί του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων» - που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 21 και του άρθρου 29 του Ν.

Δ. 102/1973 και έχει ισχύ νόμου - και του άρθρου 21 παρ. 2 του Π.Δ. 133/1991, με το οποίο θεσπίστηκε νέος Κανονισμός με έναρξη ισχύος από 15-4-1991. Από τότε (1-7-1989) είχε αξίωση να τον αμείβει το αναιρεσίβλητο με τις αποδοχές που προβλέπουν γι' αυτό το βαθμό οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για το προσωπικό διοικήσεως και διαχειρίσεως υπεραστικών λεωφορείων ΚΤΕΛ όλης της χώρας και οι όμοιας ισχύος αποφάσεις του Δ.Σ..

Ακολούθως το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή στην ουσία εν μέρει για ποσό 3.591.935 δραχμών, νομιμοτόκως από δήλης ημέρας κατά το αίτημά της, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη αυτήν εν μέρει για το ποσό των 819.664 δραχμών και μετά την γενόμενη με την 7668/2001 απόφασή του διόρθωση, για το ποσό των 1.443.416 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής για τις εις αυτή αιτίες (ήτοι για διαφορές αποδοχών, αμοιβή εργασίας Κυριακών και νομίμων αργιών, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας).

Το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τόκοι του επιδικασθέντος ποσού οφείλονται από της επιδόσεως της αγωγής και όχι από δήλης ημέρας για όλα τα ως άνω αγωγικά κονδύλια, όπως ζητούσε με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων, παραβίασε τους ανωτέρω στη μείζονα σκέψη αναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο πρώτος (Γ΄ σκέλος), από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 342 Α.Κ. ο οφειλέτης δεν καθίσταται υπερήμερος εάν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, όπως το κατ' άρθρ. 330-334 Α.Κ. μη δυνάμενο να καταλογισθεί σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) αυτού, των νομίμων αντιπροσώπων του και των βοηθών εκπληρώσεως, το γεγονός αυτό δε απόκειται στον ίδιο, επικαλούμενο την εκ των συνεπειών της υπερημερίας απαλλαγή του, να ισχυρισθεί και να αποδείξει.

Εξ άλλου, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Με τον πρώτο (Α΄ σκέλος), από το ως άνω άρθρο και αριθμό, λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μηδέποτε προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο, ήτοι ότι δεν οφείλει τόκους από δήλης ημέρας λόγω έλλειψης υπερημερίας εξ ευλόγου αμφιβολίας του περί την ύπαρξη του υπολοίπου της οφειλής (άρθρο 342 Α.Κ.).

Ο εξεταζόμενος λόγος κατά το μέρος του αυτό, είναι βάσιμος, αφού από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (ήτοι εφέσεως και προτάσεων του αναιρεσίβλητου), που παραδεκτώς ελέγχει ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από μέρους του τελευταίου τέτοιος ισχυρισμός. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παρέλειψε να δεχθεί ότι από την πρωτόδικη απόφαση υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με την τοκογονία των επιδικαζομένων μισθολογικών διαφορών από της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου επί μέρους κονδυλίου, αφού δεν είχε προβληθεί στο δεύτερο βαθμό αντίθετη αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την παραδοχή της εφέσεως εξαφανίστηκαν οι έννομες συνέπειες της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της εφέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο της απαιτήσεως που αφορούσε ο δεκτός γενόμενος λόγος, καθώς και εκείνο των τόκων που ως παρεπόμενο κεφάλαιο αναγκαστικά συνέχεται με αυτό.

4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην των κατά τα άρθρα 115-120 απαιτουμένων στοιχείων, και τους λόγους της εφέσεως, οι οποίοι συνίστανται εις αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος είτε εις νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστή, και οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, καθοριζομένων μετά πληρότητος των αποδιδομένων εις την εκκαλούμενη απόφαση αιτιάσεων, ώστε να δύναται ο δικαστής να κρίνει περί του νομίμου και βασίμου αυτών.

Στην περίπτωση όμως που οι πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως συνίστανται σε πραγματικά σφάλματα του δικαστή, στα οποία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος εφέσεως επαρκώς προσδιορίζεται από την μνεία στο εφετήριο ότι συνεπεία της εσφαλμένης εκτιμήσεως των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 23-7-1998 εφέσεως του αναιρεσίβλητου, το τελευταίο παραπονέθηκε καταρχήν γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά του και τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, ενώ δεν εκτίμησε ορθά και την κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου, με συνέπεια να δεχθεί την αγωγή του στο σύνολό της, στη συνέχεια δε, αφού εξέθεσε το κατά τις απόψεις του ιστορικό της απασχολήσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και πρότεινε και ειδικότερα παράπονα με τους λόγους της εφέσεώς του, μεταξύ των οποίων και ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε εκτιμήθηκαν σωστά οι μαρτυρικές καταθέσεις, ζήτησε να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

Από το παραπάνω περιεχόμενο της εφέσεως προκύπτει σαφώς ότι το αναιρεσίβλητο παραπονέθηκε με αυτή για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σε όλα τα κεφάλαια της εκκαλούμενης αποφάσεως και συνεπώς το Εφετείο που ερεύνησε το αμφισβητούμενο ύψος των αποδοχών του ενάγοντος, με βάση τον ανωτέρω γενικό λόγο της εφέσεως και όχι μόνο τον αναφερόμενο στην ανάλυση του μισθού του από τον λογιστή, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον σχετικό λόγο της εφέσεως και αβάσιμα υποστηρίζουν το αντίθετο οι αναιρεσείοντες με τον σχετικό δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ..

Αβάσιμος επίσης, για τον ίδιο βασικά λόγο, είναι και ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 16 του Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι εξέτασε την απασχόληση του ενάγοντος κατά τις Κυριακές, χωρίς να προταθεί σχετικός λόγος εφέσεως και παραβίασε έτσι και το δεδικασμένο της πρωτόδικης αποφάσεως που δεν είχε προσβληθεί στο σημείο αυτό με την έφεση.

Διότι, όπως εκτέθηκε, και το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης αποφάσεως είχε προσβληθεί με τον προαναφερόμενο γενικό λόγο της εφέσεως και συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε είχε καταστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό τελεσίδικη. Επομένως οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. 5.

Επειδή, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1991 έως 30-9-1996), το εκδοτήριο εισιτηρίων του αναιρεσίβλητου της οδού Λιοσίων 260 λειτουργούσε με δύο υπαλλήλους, τον ενάγοντα και τον ....., από της 06.30 έως τις 18.00 ώρας κάθε ημέρας και όλες τις ημέρες της εβδομάδας, δηλαδή επί 11,50 ώρες καθημερινά συμπεριλαμβανομένων και των Κυριακών – αργιών και επομένως ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά επί 5,75 ώρες (11,50 :2).

Έκρινε δε, βάσει αυτών, ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε κατά το παραπάνω επίδικο χρονικό διάστημα καμία ώρα υπερωρικής εργασίας και συνακόλουθα απέρριψε ως αβάσιμα τα σχετικά κονδύλια της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο ζήτημα του χρόνου παροχής της εργασίας του ενάγοντος, αφού δέχθηκε εμμέσως, πλην σαφώς, ότι οι παραπάνω μισθωτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους καθημερινά σε διαδοχικές χρονικές περιόδους (βάρδιες) επί 5,75 ώρες ο καθένας (11,50 : 2).

Επομένως, ο τέταρτος (Α σκέλος περ. α΄ ) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται αν κατά τις ώρες που λειτουργούσε (06.30 – 18.00) καθημερινά το εκδοτήριο εισιτηρίων του αναιρεσίβλητου οι ως άνω δύο υπάλληλοι εργάζονταν σε διαδοχικές ή επάλληλες χρονικές περιόδους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προασβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 12 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από το ΚΤΕΛ, δηλαδή ότι η καθημερινή εργασία άρχιζε στις 6.30΄ π.μ. αντί 06.00 που πρότεινε το ΚΤΕΛ και παραβλέποντας την αυξημένη ισχύ της ομολογίας του ΚΤΕΛ για καθημερινό ωράριο 6 ωρών, διαμόρφωσε το ωράριο αυτό σε 5,75 ώρες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Διότι, πέραν του ότι οι ώρες ενάρξεως και λήξεως της εργασίας του μισθωτού προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν απαιτείται να προταθούν από τους διαδίκους, στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσίβλητο δεν προέβαλε τους παραπάνω ισχυρισμούς με τις προτάσεις του στο Εφετείο. Στις προτάσεις αυτές μάλιστα είχε ενσωματώσει και τις πρωτόδικες προτάσεις του, από την προσθήκη των οποίων προκύπτει ότι ισχυρίστηκε πως τα εκδοτήρια λειτουργούν καθημερινά 11,50 ώρες και ότι οι ώρες απασχολήσεως των δύο υπαλλήλων που εργάζονταν σ' αυτά ήταν 5,75 ώρες για τον καθένα.

Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται το Εφετείο γιατί με την κρίση του ότι ο ενάγων δεν παρείχε υπερωριακή εργασία, άφησε ουσιαστικά αδίκαστο το άιτημα της αγωγής για επιδίκαση σ' αυτόν διαφορών αμοιβής και αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, που προέκυπταν από την πληρωμή μέρους της αμοιβής αυτής από το αναιρεσίβλητο.

Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού με την κρίση του Εφετείου ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία απορρίφθηκε και δεν έμεινε αδίκαστο το αίτημα αυτού για επιδίκαση υπερωριακής αμοιβής ή διαφοράς τέτοιας αμοιβής.

6. Επειδή, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., προβαλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε παρα το νόμο την ένσταση μερικής εξοφλήσεως που πρότεινε το αναιρεσίβλητο με λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει τον λόγο αυτό και την ένσταση, ως απαράδεκτους λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονταν οι μισθολογικές διαφορές για τις οποίες έγινε η μερική εξόφληση και επί πλέον γιατί η ένσταση αυτή προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Από την έφεση του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ προκύπτει πράγματι ότι με τον πέμπτο λόγο αυτής πρότεινε τούτο την μερική εξόφληση ορισμένων από τις ζητούμενες με την αγωγή διαφορές μηνιαίων αποδοχών και αμοιβών Κυριακών των ετών 1991 ΄έως 1996, προσδιορίζοντας λεπτομερώς τα ποσά που καταβλήθηκαν για διαφορές μηνιαίων αποδοχών και διαφορές Κυριακών ορισμένων μηνών κάθε έτους.

Ο λόγος αυτός της εφέσεως και η προτεινόμενη με αυτόν ένσταση εξοφλήσεως ήταν επαρκώς ορισμένοι και το Εφετείο που την έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, παρά τους ισχυρισμούς περι αοριστίας αυτής που πρότεινε με τις προτάσεις του ο τότε εφεσίβλητος δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

που του αποδίδεται. Εξ άλλου, αναφέρεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση οτι η εν λόγω ένσταση προτείνεται παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο, ως αποδεικνυόμενη παραχρήμα εγγράφως από τις προσκομιζόμενες σε φωτοαντίγραφα αποδείξεις πληρωμής, που φέρουν την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ενάγοντος, ο οποίος, σημειωτέον, όταν ήλεγξε τις αποδείξεις δεν έφερε καμιά αντίρρηση για την βασιμότητα αυτών, με την προσθήκη των προτάσεών του, ούτε ισχυρίστηκε ότι δεν τις είχε υπογράψει ο ίδιος.

Ο αυτός ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες καταλόγισε τα ποσά που αναφέροναν στην ένσταση μερικής εξοφλήσεως, στις διαφορές που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και για τις αιτίες που δέχθηκε ότι αφορούσαν.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών και όσων εκτέθηκαν για την βασιμότητα του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων τόκους των επιδικασθέντων ποσών από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ.).

Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3936/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 7668/2001 απόφαση του ίδιου Εφετείου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ