Supreme Court allows appeal against appellate court for taking into account evidence not legally submitted by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Appeal's decision, which had taken into account documents and sworn statements not legally submitted by the parties. The appellate court erred by considering evidence outside the legal record, violating procedural rules regarding the admissibility of proof. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial before a different judge, and the losing party was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must strictly adhere to the evidence submitted by the parties and cannot take into account documents or sworn statements not legally presented, otherwise it commits a procedural error warranting the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1536/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. ... εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Π. Κ. του Δ., κατοίκου ...ς, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Πέτρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καπτανή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2021 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-4-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11-4-2022 και με αριθμό κατ. 4/12-4-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 38/11-10-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από: 21-8-2019 και με αριθ. καταθ. 64/26-8-2019 έφεσης και των από 18-2-2021 με αριθ.
κατάθ. 4/18-2-2021 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 101/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η από 8-9-2016 και με αριθ.
καταθ.146/2016 αγωγή, ως προς την επικουρική ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, το συνολικό ποσό των 35.289,68 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωση απόλυσης, αμοιβή για εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, αποδοχές αδείας, επιδοματα εορτών και αδείας, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2011 έως 10-3-2016, που εργαστηκε ως σερβιτόρα (υπάλληλος), στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια-εστιατόριο), που διατηρούσε στη πόλη της ...ς αρχικά ως ατομική επιχείρηση η δεύτερη εναγομένη και εν συνεχεία η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η δεύτερη εναγομένη.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε τυπικά ο δεύτερος πρόσθετος λόγος έφεσης, έγιναν τυπικά δεκτοί και απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν η έφεση και ο πρώτος πρόσθετος λόγος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 982/2021, ΑΠ 1599/2018, ΑΠ 1597/2018).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης.(ΑΠ 218/2020).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Ως προσβληθέν "κεφάλαιο" κατά την έννοια της διάταξης αυτής (ως και εκείνης του άρθρου 523 παρ.1 του ΚΠολΔ), νοείται η οριστική διάταξη της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτό αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, ως και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (ΑΠ 189/2016, ΑΠ 978/2014, ΑΠ 1359/2011).
Ως αναγκαία δε συνεχόμενα κεφάλαια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015, ΑΠ 238/2001).
Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΑΠ 322/2022, ΑΠ 76/2015), τέτοια δε ένσταση που προτείνεται και με πρόσθετο λόγο έφεσης, συνιστά και η ένσταση αοριστίας (ΑΠ 982/2021, ΑΠ 1599/2018, ΑΠ 1597/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ως απαράδεκτο τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης περί αοριστίας της επικουρικής ερειδόμενης στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, βάσης της αγωγής, επειδή ο λόγος αυτός δεν αφορά τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την έφεση ούτε αυτά που συνέχονται αναγκαίως με αυτά.
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του κυρίως δικογράφου της από: 21-8-2019 και με αριθ. καταθ. 64/26-8-2019 έφεσης των τότε εκκαλουσών -εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι αυτές με το δεύτερο λόγο της έφεσης παραπονούντο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε ως συνέπεια την εσφαλμένη επιδίκαση με αυτήν των αναφερομένων σ'αυτή ποσών, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, Επομένως, στο πλαίσιο του εκκληθέντος κεφαλαίου που αφορούσε παράπονο για την επιδίκαση με την πρωτοβάθμια απόφαση στην ενάγουσα και τότε εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] ποσών βάσει της επικουρικής βάσης της αγωγής (αδικαιολόγητο πλουτισμό) και του σχετικού αιτήματος, το οποίο ως αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας περιλαμβάνει και τις κατ` αυτού ενστάσεις, ήταν παραδεκτή η προβολή της ένστασης αοριστίας της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής με πρόσθετο λόγο έφεσης, που περιήχεται στο από 18-2-2021 με αριθ.
κατάθ. 4/18-2-2021 ίδιο δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως απαράδεκτο το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης με τον οποίο προβαλλόταν η ένσταση αοριστίας της ως άνω επικουρικής βάσης, ως μη συνεχόμενο με τα εκκληθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ έπρεπε να τον ερευνήσει, σύμφωνα και με τις σχετικές προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, υπέπεσε, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια επίσης από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, και ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Ολ ΑΠ 23/2008, 9/2000, 14/2005, ΑΠ 179/2019).
Ο άνω λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1090/2020, ΑΠ 179/2019). .
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, προβάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφο, τα οποία η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει αλλά δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως στις προτάσεις της, που κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τις υπ' αριθμ. .../12-10-2017, .../12-10-2017 και .../12-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις των Μ.
Λ. του Δ., Ε. Σ. του Ν. και Ι. Σ. (I. S.) του Ν. (D.) αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη ...ς, την υπ' αριθμ. 318/17-10-2017 ένορκη βεβαίωση της Μ. Θ. του Γ., η οποία ελήφθη ενώπιον της Ειρηνοδίκη ...ς με επιμέλεια της ενάγουσας. Από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, προκύπτει, εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι αυτή δεν επικαλέσθηκε πράγματι τα άνω έγγραφα, αλλά στις προτάσεις της αναφέρει: "Επειδή προς απόδειξη των ισχυρισμών μου προσάγω και επικαλούμαι: 1)τις από 13-10-2017 υποβληθείσες Προτάσεις μου, μετά της από 17-10-2017 Προσθήκης - Αντίκρουσης, τις οποίες νομίμως υπέβαλα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 2)τις από 02-03-2021 εξουσιοδότηση - δικαστική πληρεξουσιότητα, μεθ' ηλεκτρονικής επικυρώσεως του γνησίου της υπογραφής,, 3)την υπ' αριθμ. 60/2020 απόφαση Εφετείου Δωδεκανήσου, 4)την υπ' αριθμ. 1317/2015 απόφαση Αρειου Πάγου, 5)την υπ'αριθμ. 1420/2015 απόφαση Αρείου Πάγου,6)την υπ' αριθμ. 32/2013 απόφαση Αρείου Πάγου, 7)την υπ' αριθμ. 175/2013 απόφαση Αρείου Πάγου".
Ουδέν άλλο έγγραφο επικαλέστηκε, αλλά ούτε και οι αναιρεσείουσες είχαν επικαλεσθεί τα εν λόγω έγγραφα. Από την προσβαλλόμενη δε απόφαση προκύπτει ότι προς συναγωγή του δικαστικού πορίσματος για απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου και επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
έλαβε υπόψη του τα ως άνω επίμαχα έγγραφα, εκτός από την ένορκη βεβαίωση της Μ. Θ. την οποία δεν έλαβε υπόψη, ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και ειδικότερα εξαίρει περισσότερο την ένορκη βεβαίωση της Μ. Λ., που κατέθεσε σχετικά με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας της ενάγουσας (είδος εργασίας, χρόνος απασχόλησης, ωράριο, αμοιβή), στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι επιδικασθείσες αξιώσεις της ενάγουσας.
Συνεπώς το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, που δεν επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα. Επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πιο πάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών αναιρετικών, λόγων ήτοι του τρίτου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, του τέταρτου λόγου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, του πέμπτου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, του έκτου λόγου από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, του έβδομου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, του όγδοου λόγου από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, του ένατου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, του δέκατου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, του ενδέκατου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ και του δωδέκατου λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δέκατου τρίτου λόγου που γίνεται δεκτός, καθόσον αφορούν τα επι μέρους επιδικασθέντα κονδύλια, που αποτελούν μέρος του αποδεικτικού πορίσματος, για τη συναγωγή του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα επίμαχα έγγραφα.
Λόγω δε της παραδοχής των πρώτου και δέκατου τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 38/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ