Legislator Case Law & Legislation
1536/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer's lack of power of attorney and evidentiary burden allocation.

Case Number 1536/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's decision. The appellant argued the respondent failed to prove a specific communication and admission, claiming the court misallocated the burden of proof. The court rejected this, noting the respondent successfully proved the claim through the appellant's own written admission, which constituted sufficient evidence without needing to prove the appellant's specific allegations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 105, 524, 559, 824 of the Code of Civil Procedure; The court must verify the power of attorney of the lawyer at the hearing, and the burden of proof lies with the party claiming a fact, requiring the court to reject the claim if the evidence is insufficient.

Keywords

AI generated
power of attorney burden of proof procedural defect evidentiary weight civil procedure appeal dismissal legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 105 of the Code of Civil Procedure
Article 524 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 386/2020
Supreme Court Case 1556/2018
Supreme Court Case 112/2016
Supreme Court Case 609/2014
Supreme Court Case 1601/2017
Supreme Court Case 1695/2017
Supreme Court Case 1540/2017
Supreme Court Case 82/2021
Supreme Court Case 542/2021
Supreme Court Case 765/2021
Supreme Court Case 155/2021
Supreme Court Case 1092/2021
Supreme Court Case 515/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1536 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Γ. - Β. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βραχά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πανοτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 609/2014). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε η πληρεξουσιότητα να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 104, 105 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το Δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 1540/2017), οπότε αν η έλλειψη αφορά στον εκκαλούντα απορρίπτεται η έφεση (ΑΠ 82/2021, ΑΠ 542/2021).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Ολ ΑΠ 13/2008, ΑΠ 1601/2017), αφού η έλλειψη της πληρεξουσιότητας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση και άνευ ετέρου, την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συνδρομή της (ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 211/2018).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104 ΚΠολΔ, 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, ήτοι και στον επόμενο βαθμό, με το διορισμό του ίδιου ή άλλου δικηγόρου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο, οπότε θεραπεύονται και οι άκυρες διαδικαστικές πράξεις του προηγούμενου βαθμού κρίσης (ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 835/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έκανε δεκτή την προβληθείσα με την προσθήκη - αντίκρουση, που κατέθεσε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση έλλειψης δικαστικής πληρεξουσιότητας του παρασταθέντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικηγόρου Λάμπρου Φράγκου, και δεν θεώρησε τον αναιρεσίβλητο, ως εκκαλούντα, δικονομικά απόντα, και, στη συνέχεια, λόγω της ερημοδικίας του, δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη.

Ωστόσο, από το με αριθμ. .../20-1-2022 ειδικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Βόλου Παναγιώτη Λαζάκη, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος διόρισε τον Δημήτριο Πανοτόπουλο, δικηγόρο Δ.Σ.Α, ως αντίκλητο, αντιπρόσωπο και ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο, να παρασταθεί στο παρόν Δικαστήριο και να τον αντιπροσωπεύσει προς αντίκρουση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης με αριθμ. 139/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ενεργώντας ο,τιδήποτε αναγκαίο προς τούτο, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, παρασταθείς κατά την παρούσα δικάσιμο δια του ανωτέρω δικαστικού πληρεξουσίου δικηγόρου του, ενέκρινε σιωπηρώς την εκπροσώπησή του στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκκαλούντος, από τον παρασταθέντα ενώπιον αυτού, ως δικαστικό πληρεξούσιο του, δικηγόρο Λάμπρο Φράγκου, και η έγκριση αυτή, κατά τη μείζονα σκέψη, ανατρέχει αναδρομικώς στο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καθιστά έγκυρη και την προηγηθείσα ενώπιον του Εφετείου διαδικαστική πράξη.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1484 ΑΚ σε περίπτωση αναγνώρισης, εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους.

Η πλήρης εξομοίωση του χωρίς γάμο των γονέων του τέκνο με το γεννημένο σε γάμο, από το αμετάκλητο της απόφασης, σημαίνει ότι ανάμεσα στο αναγνωρισμένο τέκνο και τον πατέρα του γεννιούνται, μεταξύ άλλων, και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχέση γονέα - τέκνου, και, μεταξύ άλλων, η από το άρθρο 1507 ΑΚ αμοιβαία υποχρέωση για βοήθεια, στοργή και σεβασμό.

Πρόκειται για ηθική υποχρέωση των γονέων και τέκνων για βοήθεια, στοργή και σεβασμό, η οποία πηγάζει από τη φύση και τον προορισμό της οικογένειας και μεταβάλλεται σε νομική υποχρέωση, έχει, όμως, την έννοια ηθικού παραγγέλματος, επιτελεί παιδαγωγική λειτουργία και δεν μπορεί να εξαναγκαστεί δικαστικά.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 660/2021).

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προκύπτει ότι ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας αποτελεί και η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας, με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής υπόστασης του προσβαλλόμενου (ΑΠ 432/2020, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 1216/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 251, 914, 932 και 937 Α.Κ., που εφαρμόζονται και επί αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της προσωπικότητας (άρθρ. 57, 59, 932 ΑΚ), προκύπτει ότι, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ α' του Α.Κ.

πενταετής παραγραφή, κατ' απόκλιση από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 251 Α.Κ., δεν αρχίζει αφότου γεννήθηκε η αξίωση, αλλά από τότε που ο δικαιούχος της αποζημίωσης έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, εφόσον, όμως, ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη. Έτσι, η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, τελεσθείσα με πράξη ή παράλειψη γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημίωσης εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανόμενης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη, από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης.

Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (Ολ. ΑΠ 40/1996). Τα ίδια ισχύουν, αν η εξακολουθητική πρόκληση ζημιών οφείλεται σε διαρκή παράλειψη του ζημιώσαντος να άρει ορισμένη παράνομη κατάσταση, που ο ίδιος δημιούργησε, αφού η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση δεν εμποδίζεται όσο διαρκεί η παράλειψη, ούτε αρχίζει αφότου ο ζημιώσας, είτε έπαυσε την παράνομη προσβολή, είτε προέβη στην οφειλόμενη ενέργεια άρσης της, ώστε να μάθει ο ζημιωθείς την έκταση της ζημίας του (ΑΠ 1796/2017, ΑΠ 122/2011, ΑΠ 1209/2010).

Περαιτέρω, θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης γνωρίζει τον υπόχρεο, όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1910/2014, ΑΠ 737/2012). Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου, σε συνδυασμό με τη διάταξη του όρθρου 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το βάρος απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξίωσης, δηλαδή ο εναγόμενος, και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής (ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1209/2010, ΑΠ 141/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 34/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, με την αγωγή της, που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, εξέθεσε τα εξής: α) ότι η ίδια τυγχάνει τέκνο, που γεννήθηκε, εκτός γάμου της μητέρας της, Ε. Γ. του Μ., την ..., και ότι τον Ιανουάριο του 2001 πληροφορήθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος είναι βιολογικός πατέρας της, αλλά ο τελευταίος, εν γνώσει τελών ότι είναι βιολογικός πατέρας της, αρνήθηκε την πατρότητα, δηλώνοντας στην δικηγόρο της ότι δεν έχει πρόθεση να την αναγνωρίσει ως γνήσιο τέκνο του, β) ότι, ακολούθως, άσκησε κατ' αυτού την από 13-6-2001 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι είναι γνήσιο τέκνο του αναιρεσίβλητου, και η οποία, μετά την άσκηση από τον αναιρεσίβλητο όλων των ένδικων μέσων, κατέστη αμετάκλητη με την 575/2010 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, γ) ότι από τη γέννησή της, ο αναιρεσίβλητος, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι η ίδια είναι γνήσιο τέκνο αυτού και της μητέρας της, με την οποία διατηρούσε ερωτική σχέση και σαρκική επαφή, παρέλειψε να προβεί σε εκούσια αναγνώριση αυτής ως γνήσιου τέκνου του και ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για αυτήν, με αποτέλεσμα την παράνομη, λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του, και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, στην έκφανση της ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής της υπόστασης, που περιγράφεται στην αγωγή, κατά την παιδική, εφηβική, μετεφηβική της ηλικία αλλά και μετέπειτα, και δ) ότι κατά τη διάρκεια της αντιδικίας τους, ο αναιρεσίβλητος τέλεσε, στις 31-10-2006, σε βάρος της την άδικη πράξη της ηθικής αυτουργίας στη με αριθμ. 831/2006 ψευδή ένορκη βεβαίωση της συζύγου του, Π.

Χ.. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα ζήτησε, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της, να της καταβάλει το ποσό των 100.000,00 €, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 106/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος και αντέφεση η αναιρεσείουσα και το Εφετείο εξέδωσε επ' αυτών την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η ενάγουσα με βάση τα ιστορούμενα από την ίδια στην από 26.2.2013 και με αριθ.

κατάθ. 104/26-2-2013 αγωγή της κατά του εναγόμενου, τοποθετεί χρονικά την πληροφόρησή της, μετά από δικές της έρευνες αλλά και του συζύγου της, ότι ο εναγόμενος είναι ο πραγματικός, βιολογικός της πατέρας κατά το χρονικό διάστημα Ιανουάριου - Φεβρουάριου του 2001, επισημαίνοντας μάλιστα, ότι η δικηγόρος της επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του προκειμένου να συζητήσει την υπόθεση, ισχυριζόμενη έτι περαιτέρω, ότι αυτός καταρχήν δεν αρνήθηκε την πατρότητά του, δήλωσε όμως ότι δεν έχει πρόθεση να προβεί σε εκούσια αναγνώριση, συνεπεία δε της αρνήσεώς του να προβεί στην εκούσια αναγνώριση αυτής ως γνησίου τέκνου του, ασκήθηκε στη συνέχεια σε βάρος του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου η με αριθ.

κατάθ. 270/13.6.2001 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 4/2007 οριστική απόφαση, δυνάμει της οποίας αυτή αναγνωρίσθηκε ότι τυγχάνει γνήσιο τέκνο του εναγόμενου, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε δυνάμει της με αριθμ. 142/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της με αριθμ. 575/2010 αμετάκλητης απόφασης του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ...

Συνακόλουθα, η γνώση της ενάγουσας περί του προσώπου του υπόχρεου προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της επικαλούμενης παράνομης προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας της και δη ως προς την ειδικότερη έκφανση της συγγένειας και των απορρεουσών από αυτήν υποχρεώσεων συμπαράστασης και εν γένει φροντίδας του, με την ιδιότητα του πατέρα έναντι του τέκνου του, ανάγεται κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα Ιανουάριου - Φεβρουάριου 2001, όταν αυτή βεβαία ούσα για το γεγονός ότι ο εναγόμενος είναι ο πραγματικός, βιολογικός της πατέρας, αποφασίζει να κινηθεί δικαστικά εναντίον του, ασκώντας τη με αριθμ.

κατάθ. 270/13-6-2001 αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας αυτού, ήτοι όταν αυτή πλέον γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών εγείρει αγωγή εναντίον του με πιθανότητα επιτυχίας,.... Η έκδοση της με αριθμ. 575/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 19.5.2008 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου κατά της με αριθμ. 142/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λάρισας, ..., δεν μπορεί να "μεταθέσει" το χρονικό σημείο της γνώσης της ενάγουσας ως προς τον υπόχρεο σε αποζημίωση έναντι αυτής για την ανωτέρω αιτία, η οποία χρονικά ανάγεται στην έναρξη αυτής (αντιδικίας) με την έγερση της σχετικής αγωγής.

Κρίσιμη ως προς το ανωτέρω ζήτημα αποτελεί και η παραδοχή της προμνησθείσας με αριθμ. 142/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αντιδικίας των ήδη διαδίκων σχετικά με την αναγνώριση της πατρότητας του εναγόμενου - εκκαλούντος, όπου με σαφήνεια αναφέρεται (σελ. 11) ότι "η ενάγουσα (....) πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο βιολογικός πατέρας της είναι ο εναγόμενος (....) στις 13.1.2001".

Από το ανωτέρω χρονικό σημείο της γνώσης από την ενάγουσα της ζημίας και του προσώπου του υπόχρεου προς αποζημίωση έναντι αυτής εναγόμενου, φυσικού της πατέρα, ήτοι από το χρονικό διάστημα Ιανουάριος - Φεβρουάριος του 2001 μέχρι την άσκηση της από 26.2.2013 και με αριθμ. κατάθ. 104/26-2- 2013 αγωγής επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμ. 106/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας και συνακόλουθα η σχετική με την αγωγή αυτή αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του, απέρριψε την κατά τρόπο ορισμένο προβληθείσα ένσταση παραγραφής του εναγόμενου, που τοποθετούσε τη γνώση της ενάγουσας ότι αυτός είναι ο πραγματικός, βιολογικός πατέρας της, τον Ιανουάριο του 2001, με το αιτιολογικό ότι μόλις την 30-3-2010, όταν και δημοσιεύθηκε η με αριθμ. 575/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας, καθόσον τότε κρίθηκε αμετάκλητα ότι ο εναγόμενος είναι ο πραγματικός, βιολογικός πατέρας της, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον η γνώση είναι ζήτημα πραγματικό και υποκειμενικό, εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, πολλώ δε μάλλον στην επίδικη περίπτωση, όπου η ίδια η ενάγουσα με αναμφισβήτητο τρόπο διατυπώνει τη γνώση της ήδη από την αρχή του 2001 (Ιανουάριος - Φεβρουάριος), χωρίς μάλιστα στη διατύπωση του κειμένου της αγωγής να χρησιμοποιεί όρους από τους οποίους να φαίνεται η ύπαρξη σε αυτήν έστω μίας ελάχιστης αμφιβολίας για το εάν ο εναγόμενος είναι ο αληθινός της πατέρας.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, πρέπει ο σχετικός με το ανωτέρω ζήτημα της παραγραφής, λόγος της... έφεσης να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος,...".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής αυτού, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 247, 251, 914, 937 παρ. 1α του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του αναιρεσιβλήτου, ως υπόχρεου προσώπου, και των επιζήμιων συνεπειών (εξακολουθητικής ηθικής βλάβης) της φερόμενης ως τελεσθείσας από αυτόν προσβολής της προσωπικότητάς της και, συνακόλουθα, της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, λόγω της άρνησής του να την αναγνωρίσει εκουσίως ως γνήσιο τέκνο του, τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2001, και επίσης (κατά τη νοηματική εκτίμηση της απόφασης) έλαβε γνώση της τελεσθείσας από τον αναιρεσίβλητο αδικοπραξίας, συνισταμένης στην άδικη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος που τελέστηκε με την αναφερόμενη 831/30-10-2006 ένορκη βεβαίωση, καθώς και των επιζήμιων συνεπειών αυτής, στις 31-10-2006, και έκτοτε, και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 26-2-2013, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει οποιοδήποτε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και, ως εκ τούτου, ορθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 εδ.

α' του ΑΚ, και ακολούθως απέρριψε, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου, την εναντίον αυτού αγωγή της. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα αυτό, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε επαρκή αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ περιστατικά, ως προς το ζήτημα της παραγραφής των εκ της αδικοπραξίας αξιώσεων της αναιρεσείουσας.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις του άρθρου 247 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή μία παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται, του άρθρου 251 ΑΚ, κατά τις οποίες η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και του άρθρου 272 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή, προκύπτει ότι αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της ένστασης παραγραφής, και άρα καλυπτόμενα από το δεδικασμένο της απόφασης, που δέχεται την ένσταση και απορρίπτει την αγωγή, είναι μόνον η δήλωση του ενιστάμενου ότι προτείνει την παραγραφή και η διαδρομή του χρόνου αυτής, και όχι και η ύπαρξη της σχετικής αξίωσης, έστω και αν το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξή της, αφού πρόκειται τότε για πλεοναστική κρίση, δηλαδή κρίση που δεν στηρίζει αναγκαίως, ως προδικαστικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1459/2000), αφού στην ίδια απορριπτική κρίση θα κατέληγε το δικαστήριο είτε εξέταζε είτε όχι την ύπαρξη της αξίωσης (ΑΠ 41/2012, ΑΠ 1459/2000 πρβλ ΑΠ 2111/2014).

Επομένως, ο έκτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι διαλαμβάνει συλλογιστικό άλμα, διότι, χωρίς να διαλάβει αιτιολογία ως προς την ουσιαστική ύπαρξη της ένδικης απαίτησης, διέγνωσε την παραγραφή αυτής, είναι απαράδεκτος, αφού η κατάφαση της παραγραφής δεν προϋποθέτει αναγκαίως και παραδοχή για την ουσιαστική βασιμότητας της αξίωσης (ΑΠ 1329/2001).

Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία στοιχεία για την θεμελίωση της ένστασης παραγραφής είναι μόνον η δήλωση του ενιστάμενου ότι προτείνει την παραγραφή και η διαδρομή του χρόνου αυτής, και όχι και η ύπαρξη της σχετικής αξίωσης, ενώ και σε περίπτωση που το δικαστήριο δεχόταν ύπαρξή της, θα επρόκειτο για πλεοναστική κρίση, που δεν θα στήριζε αναγκαίως, ως προδικαστικό ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, το διατακτικό της απόφασης, αφού στην ίδια απορριπτική κρίση θα κατέληγε το δικαστήριο είτε εξέταζε είτε όχι την ύπαρξη της αξίωσης.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1112/2021, ΑΠ 842/2021, ΑΠ 752/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι το Εφετείο, με το να κρίνει κατά την εκτίμηση της ένδικης αγωγής, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του αναιρεσιβλήτου ως υπόχρεου προς χρηματική της ικανοποίηση, με πληροφόρηση δια τηλεφώνου από την τότε δικηγόρο της, ότι ο τελευταίος είναι ο βιολογικός της πατέρας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία απαιτούν για την καθίδρυση συγγενικής σχέσης γονέως και τέκνου να διαγνωστεί η βιοτική - βιολογική σχέση γονέα τέκνου με εξέταση του γενετικού υλικού, την οποία αρνήθηκε ο αναιρεσίβλητος, και να αναγνωριστεί αμετάκλητα ότι είναι γνήσιο τέκνο του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι γίνεται επίκληση παράβασης διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση της συναχθείσας από την ένδικη αγωγή δικαστικής ομολογίας της αναιρεσείουσας, ως αποδεικτικού μέσου, για την απόδειξη της προταθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ήτοι για εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, από τον αναιρετικό έλεγχο.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (ΑΠ 1402/2013, ΑΠ 583/2007), και συνεπώς, η συναγωγή ή μη ομολογίας δεν συνιστά "πράγμα" και δεν ιδρύει τον από το αρθ. 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στο χρόνο γνώσης του υπόχρεου προς χρηματική ικανοποίηση αυτής, λόγω ηθικής βλάβης, με πιθανότητα επιτυχίας και όχι απλές εικασίες ή υποψίες, και που προτάθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής:

ότι ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε να υποβληθεί σε ιατρική πραγματογνωμοσύνη εξέτασης γενετικού υλικού, ότι αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε ειδικώς την αγωγή αναγνώρισης αυτής ως γνήσιου τέκνου του, σε όλα τα δικόγραφά του, ότι η χρησιμοποιηθείσα από τον αναιρεσίβλητο από το έτος 1999 επιστολή, για να αποσβέσει το δικαίωμα της άνω δικαστικής αναγνώρισής της, κρίθηκε πλαστή από τη με αριθμ. 220/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία αναγνωρίστηκε γνήσιο τέκνο αυτού, ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε όλα τα ένδικα μέσα προκειμένου να μην αναγνωριστεί η αναιρεσείουσα ότι είναι γνήσιο τέκνο αυτού, ότι τέλεσε, στις 31-10-2006, σε βάρος της το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος και ότι ο αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας, αμετάκλητα, με την 942/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, αφού η επίκληση των ανωτέρω επιχειρημάτων και αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα η συναγωγή ομολογίας δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτή και έχουν ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης και δη ότι με την ένδικη αγωγή της εξέθετε, σχετικά με τη φερόμενη προσβολή της προσωπικότητάς της, με την τέλεση από τον αναιρεσίβλητο, στις 31-10-2006, της άδικης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία της ενόρκως βεβαιούσας Π.

Χ., ότι προηγουμένως είχε ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου την επιδοθείσα σ' αυτόν με αριθμ. έκθ. κατ. 161/13- 4-2011 όμοια αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, ασκώντας στη συνέχεια την ένδικη αγωγή, και ότι κατά το χρόνο άσκησης της προγενέστερης ως άνω αγωγής της η αξίωσή της δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που καθ' υποφορά η αναιρεσείουσα υπονοεί ότι υπέβαλε με την αγωγή της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον σχετικό ισχυρισμό προέβαλε στο Εφετείο, καθώς και τον τρόπο προβολής αυτού στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε απ' αυτήν τέτοιος ισχυρισμός, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Ανεξαρτήτως αυτών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, αλλά και των προτάσεων που κατέθεσε ως εφεσίβλητη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε το αναγκαίο στοιχείο του χρόνου επίδοσης της προγενέστερης αγωγής στον αναιρεσίβλητο, για την ολοκλήρωση της άσκησης αυτής, προκειμένου να αποτελέσει διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, δεδομένου ότι ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ.

α' του ΑΚ διακοπή της παραγραφής, νοείται, κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ολοκλήρωση της άσκησης αυτής με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στον αναιρεσίβλητο, ως εναγόμενο οφειλέτη (ΑΠ 524/2021, ΑΠ 541/2021, ΑΠ 720/2019). Επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, παραπάνω ισχυρισμό, και συνεπώς ο ανωτέρω, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 352 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, η οποία γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος (ΑΠ 675/2021, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 584/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" με την έννοια που προαναφέρθηκε στον αμέσως παραπάνω λόγο αναίρεσης, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 1597/2018).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία ή παρά τη ρητή άρνηση θεώρησε ότι συνάγεται έμμεση ομολογία, ή έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι αυτή έλαβε γνώση του αναιρεσιβλήτου ως υπόχρεου προς χρηματική της ικανοποίηση τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2001, οπότε και άρχισε η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξίωσης, χωρίς, ωστόσο, ο αναιρεσίβλητος να αποδείξει το αναφερόμενο ως άνω γεγονός της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με το δικηγόρο της, το οποίο μάλιστα αρνείται ρητά.

Όμως, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η προταθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση της πενταετούς παραγραφής αποδείχθηκε από τη συναγόμενη από το δικόγραφο της αγωγής δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας, με αναγνώριση του επιβλαβούς για αυτήν γεγονότος, ότι έλαβε γνώση ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ο βιολογικός πατέρα της και άρα υπόχρεος να της καταβάλει, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της, χρηματική ικανοποίηση, κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2001, και, σε κάθε περίπτωση, στις 13-6-2001, οπότε κατέθεσε κατ' αυτού την αγωγή δικαστικής αναγνώρισης (άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον το Εφετείο στη σχετική παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου (δικαστικής ομολογίας της αναιρεσείουσας), δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επίσης, με το τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένως συνήγαγε ομολογία της από το δικόγραφο της αγωγής, διότι ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε ειδικώς το γεγονός ότι είναι βιολογικός πατέρας της αναιρεσείουσας, και μέχρι σήμερα την ύπαρξη οιουδήποτε συγγενικού δεσμού.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτήν διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: "όπως αναφέρεται και στο περιεχόμενο της αγωγής μου αναγνώρισης της πατρότητας, δεν γνώριζα μέχρι τον Ιανουάριο 2001, ποιος είναι ο πατέρας μου...Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2001 συνέχιζα τις έρευνες μου για να πληροφορηθώ σχετικά με το πρόσωπο του πατέρα μου, συνεπικουρούμενη από το έτος 1993 από τον τότε σύζυγο μου,...

Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2001, πληροφορήθηκε την ύπαρξη μίας φίλης της μητέρας μου....Όταν την συνάντησα στις 13-1-2001, ... μου ανέφερε και κάποια περιστατικά από τα οποία προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας μου, ... έμαθα ότι ο εναγόμενος ήταν συνταξιούχος και κατοικούσε τότε στην …...

η δικηγόρος μου, η οποία κατά τύχη γνώριζε τον εναγόμενο και το τηλέφωνο του στην …, στις 8-5-2001, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του εξέθεσε την υπόθεση, ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε την εξ αυτού καταγωγή μου, δήλωσε όμως ότι "η ιστορία αυτή είναι εδώ και 30 χρόνια" και δεν έχει πρόθεση να με αναγνωρίσει"...στράφηκα εναντίον του δικαστικά, ασκώντας την με αριθ.

κατ. 270/13-6-2001 αγωγή αναγνωρίσεως προς το Πολυμελές ...". Από την ως άνω περικοπή της ένδικης αγωγής, που κατά το κύριο μέρος περιλαμβάνεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα διαλαμβάνει στο δικόγραφο της αγωγής της άμεση δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι πληροφορήθηκε ότι βιολογικός πατέρας της και υπόχρεος της φερόμενης απαίτησής της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης είναι ο αναιρεσίβλητος τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2001, και σε κάθε περίπτωση την 13-6-2001, οπότε άσκησε την αγωγή δικαστικής αναγνώρισής της, ως γνήσιου τέκνου αυτού, και τα περιστατικά αυτά αποτελούσαν την κατά νόμο ένσταση παραγραφής, την οποία προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, ως εναγόμενος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκκαλών, με σχετικό λόγο έφεσης, επικαλούμενος προς απόδειξη του ισχυρισμού του την περιεχόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ομολογία της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για το ανωτέρω κρίσιμο γεγονός ανύπαρκτη άμεση δικαστική ομολογία και ο από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί απόδειξης απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 765/2021, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 1092/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος με κανένα τρόπο δεν απέδειξε το γεγονός ότι έλαβε χώρα επικοινωνία της δικηγόρου της αναιρεσείουσας με τον αναιρεσίβλητο και ότι ο ίδιος ομολόγησε ότι είναι βιολογικός πατέρας του, γεγονός που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της ένστασης παραγραφής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικώς με το χρόνο, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του υποχρέου και της ζημίας της, αποκλειστικώς στην περιεχόμενη στην αγωγή δικαστική ομολογία της, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον της (πρβλ. ΑΠ 515/2007), ήτοι το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσιβλήτου, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις, τις οποίες αυτός προσεκόμισε, ως βαρυνόμενος με το σχετικό αποδεικτικό βάρος και όχι γιατί δεν αποδείχθηκαν οι αντίθετοι (αρνητικοί) της ένστασης ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας αναιρεσείοντος, και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης.

Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της συγγενικής σχέσης (τέκνου και γονέως) των διαδίκων (άρθρ. 183, 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-1-2020 αίτηση της Β. Γ. - Β. για αναίρεση της 139/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ