Legislator Case Law & Legislation
1536/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor accident judgment for violating safety regulations regarding machinery maintenance.

Case Number 1536/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final labor accident judgment rendered by the Single Judge of the Court of Appeal of Evia. The lower court failed to verify if the appellant could have safely performed maintenance work with the machine stopped, instead ruling on safety measures taken while the machine was running. Consequently, the court found the lower court violated mandatory safety regulations and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 2.19 of Annex I to Article 9 of Presidential Decree 395/1994: A labor accident judgment is void if the court fails to examine whether the injured worker could have safely performed necessary maintenance with the machine stopped, thereby violating mandatory safety protocols.

Keywords

AI generated
labor accident compensation machinery safety regulations mandatory maintenance stop judicial review of safety remand for retrial presidential decree 395 single judge error

Cited Legislation

AI generated
Article 1 and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 2.19 of Annex I to Article 9 of Presidential Decree 395/1994
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1536 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ε. Μ. του Β., κατοίκου ... Βοιωτίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σέργιο Σερμπέτη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΧΡΩΜΟΧΗΜΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.», που εδρεύει στο δήμο ... Βοιωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ... Βοιωτίας, και

3) Ν. Τ. του Ι., κατοίκου ... Βοιωτίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γεωργούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.05.2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2018 του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.01.2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την από 03.01.2019 και αριθμ. κατάθεσης 1/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 196/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Η έκδοση της απόφασης αυτής έλαβε χώρα κατά την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή:

Με την από 28.05.2015 (αριθμ. καταθ. 306/2015) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας λόγω εργατικού ατυχήματος:

1. (α) εφάπαξ καταβολή ποσού 37.110,87€ για τις ιατρικές και λοιπές δαπάνες που είχε υποβληθεί, (β) 269.325€ για δαπάνες για την αποκατάσταση του απωλεσθέντος μέλους του σώματός του λόγω του ακρωτηριασμού του αριστερού χεριού του και (γ) περιοδικώς, καθ’ έκαστο μήνα για το διάστημα από 01.06.2015 έως 31.05.2018 το ποσό των 2.615 ΕΥΡΩ για δαπάνες φροντίδας της υγείας του και αντιμετώπισης των ειδικών συνθηκών διαβίωσής του λόγω του ακρωτηριασμού του καθώς και για την αποκατάσταση της διαφοράς ανάμεσα στις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εξακολουθούσε να εργάζεται κανονικά και στην παροχή που καταβάλλει ο φορέας κοινωνικής του ασφάλισης σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων,

2. Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο 350.000€ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ του άνω ατυχήματος.

Με την υπ’ αριθμ. 249/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας (Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ως προς την πρώτη και τον τρίτο εναγόμενο, αφού απορρίφθηκε δε το αίτημά του για αποζημίωση της θετικής και αποθετικής του ζημίας, έγινε μερικά δεκτό, το αίτημα του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής του βλάβης, υποχρεώθηκε δε η πρώτη και ο τρίτος των εναγομένων να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο το ποσό των 80.000 ΕΥΡΩ.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης υπ’ αριθμ. 249/2016 του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η πρώτη και ο τρίτος των εναγομένων άσκησαν την από 19.05.2017 (αριθ. καταθ. 181/2017) έφεσή τους.

Κατά της ίδιας ως άνω, απόφασης άσκησε και ο ενάγων την από11.08.2017 (αριθ. καταθ. 253/2017) έφεσή του κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε το αίτημα της αγωγής του για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας καθώς και κατά το μέρος της που δεν έκανε δεκτό στο σύνολό του το αίτημά του για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.

Με την υπ’ αριθμ. 196/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας που εκδόθηκε επί των άνω εφέσεων των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών απορρίφθηκε, κατ’ ουσίαν η από 11.08.2017 (αριθ. καταθ. 253/2017) έφεση του ενάγοντα, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η από 19.05.2017 (αριθ. καταθ. 181/2017) έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η υπ’ αριθμ. 249/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και απορρίφθηκε η από 28.05.2015 αγωγή του.

Κατά της άνω απόφασης ασκήθηκε η ένδικη αναίρεση που είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Με τη διάταξη του άρθρου 662 του ΑΚ ορίζεται ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίσει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργασία. Έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου.

Με τη διάταξη του άρθρου 32 περ. Α στοιχ. α του Ν. 1568/1985 «Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων» (ΦΕΚ Α’ 177) ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί ν’ απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα και με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.1, 5 και 6 του Π.Δ/τος 17/1996 (ΦΕΚ Α 11), με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις των με αριθ. 89/291 και 91/383 Οδηγιών, ορίζεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων (παρ. 1), ότι στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων (παρ. 5) και ότι ο εργοδότης υποχρεούται α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, β) ..., γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, δ) ..., ε) ..., στ) ..., ζ) να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 1568/1985 και τα άρθρα 6 και 12 του παρόντος διατάγματος (παρ. 6).

Με τις ανωτέρω διατάξεις καθορίζεται ένα γενικό πλέγμα ρυθμίσεων για τη λήψη μέτρων από τον εργοδότη προς προστασία της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας του εργαζομένου, ο οποίος παρέχει την εργασία του στη σφαίρα εξουσίας και επιρροής του εργοδότη, υποκείμενος σε δυνητικές καταστάσεις κινδύνου που δεν είναι σε θέση να επηρεάσει.

Οι επί μέρους ειδικότερες υποχρεώσεις του εργοδότη που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές είναι δυνατόν να συγκεκριμενοποιούνται λεπτομερώς, βάσει υπάρχουσας ειδικής προς τούτο νομοθεσίας, που αφορά συγκεκριμένους τομείς απασχόλησης. Η εκ μέρους του εργοδότη παραβίαση της πιο πάνω γενικής υποχρέωσης πρόνοιας για την προστασία της υγείας και ασφάλειας του εργαζομένου, ως προς τις συνθήκες παροχής της εργασίας του ή η παραβίαση των υποχρεώσεων αυτού που απορρέουν από την ειδική νομοθεσία, εφόσον αυτή υφίσταται, η οποία (παραβίαση) είχε ως συνέπεια την πρόκληση βλάβης του σώματος (περιλαμβανομένου και του θανάτου) ή της υγείας των εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία, εφόσον η παραβίαση των ως άνω διατάξεων οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων και συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα.

Στην ως άνω βλάβη της υγείας περιλαμβάνεται και η εξ αιτίας της αδικοπραξίας προκληθείσα, εκδηλωθείσα ή επιδεινωθείσα ψυχική ή πνευματική διαταραχή του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή, ο παθών εργαζόμενος, ανεξάρτητα αν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 551/1915, δικαιούται μόνο της ειδικής αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 551/1915 για τα εργατικά ατυχήματα (όπου η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, ανεξάρτητη της τυχόν υπαιτιότητάς του, και περιορισμένη ως προς το ύψος της) ή της αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ (όπου απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας και η αποζημίωση είναι πλήρης, καλύπτουσα κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ κάθε θετική ή αποθετική ζημία), δικαιούται σε κάθε περίπτωση κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης (ή οι συγγενείς του προς αποκατάσταση της ψυχικής των οδύνης σε περίπτωση θανάτου του εργαζομένου) – (ΑΠ 1235/2003).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» προκύπτει ότι εάν ο παθών από ατύχημα που προκλήθηκε εξαιτίας βίαιου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του (εργατικό ατύχημα) υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το όρθρο τρίτο του Ν. 1305/1982), ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το όρθρο 34 παρ.2 του Α.Ν. 1846/1951 διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο.

Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά όμως και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο παθών υπέστη από το ατύχημα (ή, σε περίπτωση θανάτου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων), όταν το ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (ΟλΑΠ 1117/1986).

Επομένως στην περίπτωση αυτή, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του όρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 (ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008).

Από δε τις διατάξεις των όρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία, πέραν του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Ο ειδικότερος δε προσδιορισμός των μέτρων που όφειλε να λάβει ο υπαίτιος, με αντικειμενικά κριτήρια, ώστε να ισχύουν αορίστως σε περισσότερες όμοιες περιπτώσεις, αποτελεί εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της παράνομης συμπεριφοράς, ως όρου της αδικοπραξίας, στην οποία θα πρέπει να μπορούν να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά της ατομικής περίπτωσης, προς θεμελίωση του ανωτέρω στοιχείου της αδικοπρακτικής ευθύνης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Π.Δ. 395/1994 («ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ»), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επιπλέον των γενικών διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια της εργασίας που ισχύουν κάθε φορά, σε όλες τις επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσονται (αρθρ. 1 παρ. 1 εδ.

β' και 2), ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας (δηλαδή κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία άρθρ. 2 αριθ. 1) που τίθεται στη διάθεση του εργαζομένου μέσα στην επιχείρηση ή/και εγκατάσταση, (α) να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτόν για να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του και συγκεκριμένα ο εξοπλισμός εργασίας που δημιουργεί κινδύνους από πτώση ή εκτόξευση αντικειμένων, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με κατάλληλες διατάξεις ασφάλειας που αντιστοιχούν στους κινδύνους αυτούς, εάν δεν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες (ή με συστήματα) που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες και που δεν πρέπει να μπορούν να παρακαμφθούν ή να αρχηστευθούν εύκολα άρθρο 4 παρ. 1, άρθρο 9 παράρτημα Ι παρ.2.13, 2.14, 2.14.3, β) με την κατάλληλη συντήρηση να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες καθοριζόμενες στο ως άνω ΠΔ προδιαγραφές (άρθρ. 3 παρ. 1, 4 παρ. 1).

Περαιτέρω στο παράρτημα Ι της άνω διάταξη του άρθρου 9 του Π.Δ. 395/1994 στην περίπτωση 2.19 αυτού προβλέπεται η δυνατότητα πραγματοποίησης εργασιών συντήρησης, ενώ ο εξοπλισμός εργασίας βρίσκεται σε λειτουργία αρκεί να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση των εργασιών συντήρησης ή οι εργασίες αυτές πρέπει να μπορούν να γίνονται έξω από τις επικίνδυνες ζώνες και μόνο βέβαια αν δεν είναι δυνατό οι άνω εργασίες να εκτελεστούν ενόσω πρωτίστης έχει διακοπεί η λειτουργία του εξοπλισμού εργασίας.

Αιτιώδης τέλος συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 614/2017, ΑΠ 888/2015, ΑΠ 81/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετικές από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίο το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώμενα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, που παραδεκτά επισκοπούνται με την παρούσα:

«| Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας, τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, δραστηριοποιείται από ετών στην παροχή υπηρεσιών χημικοτεχνικής επεξεργασίας (βαφή - φινίρισμα) υφαντών υφασμάτων και διατηρεί προς τούτο εγκαταστάσεις στην ... Ν. Βοιωτίας. Στις 25.09.2013 η πρώτη εναγόμενη, ενεργώντας δια του δεύτερου εναγομένου, προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου ο τελευταίος να εργαστεί ως εργατοτεχνίτης - συντηρητής του μηχανολογικού εξοπλισμού της καθόσον ο ενάγων διέθετε άδεια πρακτικού μηχανικού - συντηρητή απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων γ’ τάξης καθώς επίσης και σχετική εμπειρία αφού από το έτος 1994 έως το έτος 2001 είχε εργαστεί στην εταιρία «...

Α.Ε.» και στη συνέχεια στην εταιρία «... Ε.Π.Ε.». Μεταξύ των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον ενάγοντα στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης εργασίας ήταν και η συντήρηση ενός φινιριστικού μηχανήματος μάρκας «CIBITEX», έτους κατασκευής 2006, που αποτελείται από πολλά τμήματα, το πρώτο από τα οποία είναι η είσοδος αυτού όπου το ύφασμα κεντράρεται στη μηχανή, το δεύτερο περιλαμβάνει τον ατμιστικό κύλινδρο ο οποίος είναι υπερυψωμένος και δεν έρχεται σε επαφή με τον χειριστή του μηχανήματος ή το υπόλοιπο εργατικό προσωπικό, το τρίτο είναι ο ρυθμιστής του πλάτους των υφασμάτων ενώ στη συνέχεια βρίσκεται το κυρίως μηχάνημα όπου γίνεται η συρρίκνωση των υφασμάτων και όπου τα υφάσματα βρέχονται και για το λόγο αυτό ακολουθεί στεγνωτικός κύλινδρος (palmer) μετά από τον οποίο υπάρχουν κύλινδροι ψύξης των υφασμάτων και η έξοδος του μηχανήματος κατά την οποία το ύφασμα τυλίγεται σε άξονες.

Ο καθαρισμός του στεγνωτικού κυλίνδρου αναγόταν στα ως άνω καθήκοντα του ενάγοντος και ο τρόπος καθαρισμού αυτού είχε υποδειχθεί σ' αυτόν από τον τρίτο εναγόμενο στον οποίο η πρώτη εναγόμενη είχε αναθέσει καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας. Ειδικότερα, με βάση τις σχετικές υποδείξεις του τρίτου εναγομένου, ο ανωτέρω καθαρισμός θα έπρεπε να πραγματοποιείται ενώ ο κύλινδρος βρισκόταν σε λειτουργία με χαμηλές στροφές, με τη χρήση ενός αυτοσχέδιου εργαλείου που αποτελούνταν από ένα κομμάτι ξύλο, μήκους 36 εκατοστών και πάχους 10 εκατοστών περίπου, στη μία πλευρά του οποίου υπήρχε χειρολαβή ώστε να μπορεί να το πιάνει ο χρήστης ενώ η απέναντι πλευρά της είχε διαμορφωθεί σε σχήμα καμπύλο ώστε να ταυτίζεται ακριβώς με τον κύλινδρο όταν εφαπτόταν επ’ αυτού και πάνω στην καμπύλη αυτή επιφάνεια στερεωνόταν σμυριδόχαρτο που χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό του κυλίνδρου.

Ο χειριστής του παραπάνω αυτοσχέδιου εργαλείου έπρεπε να κρατά αυτό σε επαφή με τον εν κινήσει ευρισκόμενο κύλινδρο κατά την πλευρά του που είχε τοποθετηθεί το σμυριδόχαρτο και να μετακινεί αυτό δεξιά ή αριστερά στα σημεία όπου υπήρχαν βρωμιές ή σκουριές οι οποίες και αφαιρούνταν δια της τριβής τους στο σμυριδόχαρτο του ανωτέρω εργαλείου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προπεριγραφείσα εργασία καθαρισμού του κυλίνδρου δεν απαιτούσε εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις αλλά σχετική μυϊκή δύναμη του χειριστή ο οποίος θα έπρεπε να κρατά το ως άνω αυτοσχέδιο εργαλείο σε συνεχή επαφή με τον κύλινδρο (και να μετακινεί αυτό στα σημεία όπου ήταν απαραίτητο) που περιστρεφόταν και με τον τρόπο αυτό κατ’ ουσίαν επιτυγχανόταν ο καθαρισμός του κυλίνδρου με τη χρήση της δικής του μηχανικής δύναμης ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κατασκευάστρια του παραπάνω μηχανήματος εταιρία δεν διέθετε ειδικό εξοπλισμό (λειαντής, αλοιφαδόρος) καθαρισμού του κυλίνδρου ούτε και υπήρχε στην αγορά αντίστοιχος εξοπλισμός (βλ.

την από 02.07.2015 βεβαίωση της εταιρίας «Δ. Γ. Ε.Π.Ε.» που ετύγχανε αποκλειστική αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρίας «CIBITEX SRL» στην Ελλάδα) προφανώς επειδή η σχετική διαδικασία ήταν απλή. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά μήκος του προπεριγραφέντος κυλίνδρου και σε μικρή απόσταση από αυτόν υπήρχε μηχανισμός επείγουσας διακοπής της λειτουργίας του μηχανήματος αποτελούμενος από ένα σύρμα (σχοινοδιακόπτης), το τράβηγμα του οποίου διέκοπτε αμέσως τη λειτουργία του μηχανήματος και σταματούσε την περιστροφή του κυλίνδρου πλην όμως, δεν ήταν αναγκαία η αφαίρεση του ως άνω μηχανισμού ασφαλείας προκειμένου να εκτελεστεί η προπεριγραφεισα εργασία καθαρισμού του κυλίνδρου αφού το πάχος του ως άνω αυτοσχέδιου εργαλείου καθαρισμού ήταν τέτοιο ώστε μπορούσε να τοποθετηθεί μεταξύ του κυλίνδρου και του μηχανισμού αυτόματης διακοπής λειτουργίας χωρίς να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός αυτόματης διακοπής λειτουργίας του μηχανήματος παρά μόνον στην περίπτωση που ο εκτελών την εργασία του καθαρισμού από εσφαλμένη κίνηση του ενεργοποιούσε τον ως άνω μηχανισμό.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 02.05.2014 και περί ώρα 08:30 π.μ. περίπου ο ενάγων έλαβε εντολή από τον προϊστάμενο παραγωγής της επιχείρησης να προβεί σε καθαρισμό του ανωτέρω κυλίνδρου του προαναφερόμενου μηχανήματος, εργασία την οποία είχε ήδη εκτελέσει άλλες δύο - τρεις φορές μετά την πρόσληψη του από την πρώτη εναγόμενη και έχοντας προηγουμένως εκπαιδευτεί στην εκτέλεση της από τον Ε.

Κ., εξωτερικό συνεργάτη της πρώτης εναγομένης (βλ. ένορκη κατάθεση του Ε. Κ. στην υπ’ αριθμό .../20-9-2016 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Αγγελικής Παπαϊωάννου - Σαρρή). Για τον παραπάνω σκοπό ο ενάγων πήρε το ως άνω αυτοσχέδιο ξύλινο εργαλείο καθαρισμού, αφαίρεσε τον μηχανισμό αυτόματης διακοπής της λειτουργίας του μηχανήματος και αφού έθεσε σε λειτουργία αυτό και ο κύλινδρος άρχισε να περιστρέφεται, ξεκίνησε την προπεριγραφείσα διαδικασία καθαρισμού κρατώντας το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού με το δεξί χέρι του πλην όμως, ενώ βρισκόταν πλησίον του αριστερού άκρου του κυλίνδρου το σμυριδόχαρτο που ήταν τοποθετημένοστο αυτοσχέδιο εργαλείο συνάντησε μεγάλη αντίσταση στον περιστρεφόμενο κύλινδρο προφανώς λόγω της υφιστάμενης επ' αυτού σκουριάς, με συνέπεια ο ενάγων να αδυνατεί να κρατήσει σταθερό το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού το οποίο άρχισε, εξαιτίας της περιστροφής του κυλίνδρου, να κινείται προς τα κάτω με κίνδυνο να σχίσει την τσόχα που υπήρχε εκεί και τότε ο ενάγων, ενεργώντας αντανακλαστικά, χρησιμοποίησε το αριστερό χέρι του για να αποτρέψει την πτώση του αυτοσχέδιου εργαλείου και να ακινητοποιήσει αυτό αλλά στην προσπάθεια του αυτή το αριστερό μανίκι της μπλούζας του σύρθηκε προς τα κάτω κατά τη φορά περιστροφής του κυλίνδρου και παρέσυρε το αριστερό χέρι του ανάμεσα στον κύλινδρο και το υφιστάμενο στην αριστερή πλευρά του ράουλο όπου και το εγκλώβισε με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί ατελή και μη βιώσιμο ακρωτηριασμό αριστερού άνω άκρου στο ύψος του εγγύς τμήματος του αριστερού βραχιονίου και ανοικτό κάταγμα κερκίδας (βλ.

την από 12.06.2014 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής «ΚΑΤ»), γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σ’ αυτόν μόνιμης αναπηρίας κατά ποσοστό 70% λόγω ακρωτηριασμού του αριστερού βραχιονίου στο ύψος της μεσότητας αυτού και μεγάλου βαθμού δυσκαμψία αριστερού ώμου (βλ. το από 21.01.2015 έγγραφο γνωστοποίησης αποτελέσματος αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας & Ιατρικής της Εργασίας του «Ε.Φ.Κ.Α.»).

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα και ο συνακόλουθος τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται σε αμέλεια του ίδιου του ενάγοντος ο οποίος λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει κατά την εκτέλεση της προαναφερόμενης εργασίας, αφενός μεν αφαίρεσε τον υφιστάμενο μηχανισμό αυτόματης διακοπής της λειτουργίας του ως άνω μηχανήματος αφετέρου δε χρησιμοποίησε ανεπίτρεπτα το αριστερό χέρι του προκειμένου να ακινητοποιήσει το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού που κρατούσε με το δεξί του χέρι όταν αυτό, λόγω της αδυναμίας του ενάγοντος να το κρατήσει σταθερό, άρχισε να κινείται προς τα κάτω εξαιτίας της περιστροφής του κυλίνδρου.

Πιο συγκεκριμένα, η αφαίρεση του μηχανισμού αυτόματης διακοπής λειτουργίας του μηχανήματος πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα προκειμένου να διευκολυνθεί στον καθαρισμό του επειδή, όπως ο ίδιος ανέφερε, είχε ρυθμίσει την ευαισθησία του ως άνω μηχανισμού σε υψηλό επίπεδο (απόσταση ενός χιλιοστού) με συνέπεια το μηχάνημα να σταματά διαρκώς όταν θα εφάρμοζε επί του περιστρεφόμενου κυλίνδρου το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού (βλ.

την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) πλην όμως, η ενέργεια αυτή του στέρησε τη δυνατότητα να διακόψει άμεσα τη λειτουργία του μηχανήματος σταματώντας την περιστροφή του κυλίνδρου όταν το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού που κρατούσε με το δεξί του χέρι άρχισε να γλιστράει προς τα κάτω και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να αποφύγει το ατύχημα.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί του ότι η αφαίρεση του μηχανισμού αυτόματης διακοπής λειτουργίας του μηχανήματος ήταν απαραίτητη προκειμένου να εκτελεστεί η εργασία καθαρισμού του κυλίνδρου, καταρρίπτεται τόσο από το γεγονός ότι ο μηχανισμός αυτόματης διακοπής λειτουργίας βρισκόταν τοποθετημένος σε υψηλό σημείο κατά μήκος του κυλίνδρου και ως εκ τούτου το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού, ενόψει και των προαναφερόμενων διαστάσεων του, μπορούσε αλλά και έπρεπε να εφαρμοστεί σε χαμηλότερη θέση από τον ως άνω μηχανισμό χωρίς έτσι, να παρεμποδίζεται η εκτελούμενη εργασία και χωρίς να υπάρχει ενδεχόμενο ενεργοποίησης του ως άνω μηχανισμού, όσο και από το ότι υπήρχε ικανή απόσταση μεταξύ του ανωτέρω μηχανισμού και του κυλίνδρου εντός του χώρου της οποίας μπορούσε ευχερώς να περάσει το αυτοσχέδιο ξύλινο εργαλείο ώστε αυτό να εφαρμοστεί στον κύλινδρο και να γίνει η διαδικασία καθαρισμού χωρίς και πάλι να υφίσταται ενδεχόμενο ενεργοποίησης του μηχανισμού αυτόματης διακοπής λειτουργίας παρά μόνον από τυχόν σφάλμα του εκτελούντος την ως άνω εργασία ο οποίος, εάν δεν κρατούσε σταθερά και με τη δέουσα δύναμη το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού θα μπορούσε να αγγίξει μ' αυτό τον ανωτέρω μηχανισμό και να διακόψει ακούσια τη λειτουργία του μηχανήματος, γεγονός που θα καθυστερούσε μεν την εκτέλεση της εργασίας καθαρισμού αλλά σε κάθε περίπτωση θα απέτρεπε το ατύχημα.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η αφαίρεση του μηχανισμού αυτόματης διακοπής λειτουργίας του είχε υποδειχθεί από τον τρίτο εναγόμενο ως τεχνικό ασφαλείας ελέγχεται ως αβάσιμος επειδή:

(α) Δεν επιβεβαιώνεται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αλλά, αντίθετα, η σχετική εκπαίδευση του ενάγοντος στην εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας είχε πραγματοποιηθεί ενώ ο διακόπτης αυτόματης διακοπής λειτουργίας βρισκόταν στη θέση του (βλ. ένορκη κατάθεση του Ε. Κ. στην υπ’ αριθμό .../20-9-2016 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Αγγελικής Παπαϊωάννου - Σαρρή).

(β) Δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει τέτοια υπόδειξη αφού, όπως προεκτέθηκε, η διαδικασία καθαρισμού του κυλίνδρου μπορούσε ευχερώς αλλά και με ασφάλεια να πραγματοποιηθεί χωρίς την αφαίρεση του παραπάνω μηχανισμού, ο οποίος αφαιρέθηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το προαναφερόμενο αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού ήταν ακατάλληλο για την πραγματοποίηση της ως άνω εργασίας και ότι αυτή θα έπρεπε να γίνεται είτε χειροκίνητα με σμυριδόχαρτο είτε με τη χρήση ηλεκτρικού λειαντήρα και χωρίς ο κύλινδρος να περιστρέφεται σύμφωνα και με τη σχετική υπόδειξη του τεχνικού επιθεωρητή που συνέταξε την υπ’ αριθμό ... 19/08/2014 έκθεση αυτοψίας καθώς επίσης και ότι ο ίδιος (ενάγων) είχε ζητήσει κατ’ επανάληψη από τους εναγόμενους να τον εφοδιάσουν με τα κατάλληλα εργαλεία για την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας.

Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει κατ’ ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος επειδή:

(α) Η χρήση του ως άνω αυτοσχέδιου εργαλείου αποτελεί κοινά αποδεκτή μέθοδο καθαρισμού του κυλίνδρου (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Κ. ενώπιον του ακροατηρίου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Κ. στην υπ’ αριθμό .../20-9-2016 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Αγγελικής Παπαϊωάννου - Σαρρή και την με ημερομηνία 23.11.2015 τεχνική έκθεση του ηλεκτρολόγου - μηχανικού Κ. Χ.), σε συνδυασμό με το προεκτεθέν γεγονός ότι η κατασκευάστρια του μηχανήματος εταιρία δεν διέθετε ειδικό εξοπλισμό για τον παραπάνω καθαρισμό ούτε διετίθετο τέτοιος εξοπλισμός στην αγορά,

(β) Δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ζήτησε και μάλιστα επανειλημμένα από τους υπεύθυνους της πρώτης εναγομένης να τον εφοδιάσουν με τα κατάλληλα εργαλεία για την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας αφού στο ημερολόγιο εργασιών που συμπλήρωνε ο ίδιος σχετικά με τις εργασίες συντήρησης που πραγματοποιούσε στα μηχανήματα της πρώτης εναγομένης δεν γίνεται καμία αναφορά σχετικά με το παραπάνω ζήτημα ούτε και υφίσταται κάποια υπόδειξη ως προς τον τύπο του εργαλείου που θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για την ως άνω εργασία καθαρισμού και το οποίο θα ήταν σκόπιμο να αποκτηθεί από την πρώτη εναγόμενη η οποία δαπανούσε σημαντικό χρηματικά ποσά για την αγορά εργαλείων και εξαρτημάτων μηχανολογικού εξοπλισμού και ως εκ τούτου θα ήταν μάλλον απίθανο να αρνηθεί την αγορά ενός ηλεκτρικού λειαντήρα, το κόστος αγοράς του οποίου ήταν μηδαμινό σε σχέση με τα ποσά που δαπανούσε για την παραπάνω αιτία,

(γ) Ο τυχόν καθαρισμός με τη χρήση σμυριδόχαρτου και χωρίς περιστροφή του κυλίνδρου, πέραν του ότι καθιστά χρονοβόρα και ιδιαίτερα δυσχερή την εκτέλεση της εργασίας αφού αυτή βασίζεται εξ ολοκλήρου στη μυϊκή δύναμη του εκτελούντος αυτήν, θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ανομοιογενών περιοχών στην επιφάνεια του κυλίνδρου η οποία σε άλλα σημεία της θα ήταν περισσότερο και σε άλλα λιγότερο καθαρή και λεία με αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα των υφασμάτων που διέρχονται από τον κύλινδρο και με τελική συνέπεια ο κύλινδρος να καταστεί άχρηστος για το σκοπό που προοριζόταν,

(δ) Ο τυχόν καθαρισμός με τη χρήση ηλεκτρικού λειαντήρα χωρίς περιστροφή του κυλίνδρου θα είχε ως αποτέλεσμα, εκτός της δημιουργίας της προαναφερόμενης ανομοιογένειας στην επιφάνεια του κυλίνδρου, την πρόκληση κινδύνου ηλεκτροπληξίας αφού το περιβάλλον είναι υγρό και υφίσταται μάλλινη τσόχα κάτω από τον κύλινδρο και ο ηλεκτρικός λειαντήρας παράγει σπινθήρες κατά την τριβή του επάνω στον κύλινδρο, γεγονός που επιπλέον θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή του χειριστή του λειαντήρα από την εργασία του με περαιτέρω συνέπεια τη δημιουργία συνθηκών επέλευσης ατυχήματος (βλ. την από 23-11-2015 τεχνική έκθεση του ηλεκτρολόγου - μηχανικού Κ. Χ.).

(ε) Η εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας καθαρισμού ενώ το μηχάνημα βρισκόταν σε λειτουργία και ο κύλινδρος περιστρεφόταν, δεν αντίκειται στις διατάξεις του Π.Δ. 395/1994 αφού στο Παράρτημα I της διάταξης του άρθρου 9 αυτού και, πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση 2.19 αυτού προβλέπεται η δυνατότητα πραγματοποίησης εργασιών συντήρησης ενώ ο εξοπλισμός εργασίας βρίσκεται σε λειτουργία αρκεί να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση των εργασιών συντήρησης, γεγονός που συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση αφού το προαναφερόμενο αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού, με το μέγεθος το σχήμα και τον τρόπο κατασκευής του, ήταν προορισμένο να προστατεύει το χέρι του χειριστή του αποτρέποντας το ενδεχόμενο της τυχόν επαφής του με τον περιστρεφόμενο κύλινδρο ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος.

Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι ο ενάγων δεν χρησιμοποιούσε το ως άνω αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού για την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας αλλά απλώς ένα σμυριδόχαρτο, κρίνεται κατ’ ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον η σχετική προς τούτο ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν.

Μ. (στην υπ' αριθμό .../20-9-2016 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Αγγελικής Παπαϊωάννου - Σαρρή) δεν κρίνεται ιδιαίτερα πειστική αλλά και επειδή θα ήταν απίθανο και θα υποδήλωνε αυτοκτονικές τάσεις του ενάγοντος εάν ο τελευταίος προσπαθούσε να προβεί στην πιο πάνω εργασία με τη χρήση απλώς ενός σμυριδόχαρτου ενώ ο κύλινδρος βρισκόταν σε περιστροφή και αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει τον διακόπτη αυτόματης διακοπής λειτουργίας του μηχανήματος, γεγονός που αύξανε τον κίνδυνο ατυχήματος όπως πολύ καλό γνώριζε ο ενάγων λόγω της πολύχρονης εμπειρίας του.

Τέλος, στοιχείο που θεμελιώνει την αμελή συμπεριφορά του ενάγοντος αναφορικά με την επέλευση του τραυματισμού του αποτελεί και το προεκτεθέν γεγονός ότι αυτός χρησιμοποίησε το αριστερό χέρι του προκειμένου να ακινητοποιήσει το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού που κρατούσε με το δεξί του χέρι όταν αυτό άρχισε να κινείται προς τα κάτω λόγω της περιστροφής του κυλίνδρου και εξαιτίας της αδυναμίας του να το κρατήσει σταθερό με το δεξί του χέρι ώστε να συνεχίσει την εκτελούμενη εργασία.

Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τα όσα ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε κατά την ανωμοτί εξέταση του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όπου παραδέχθηκε ότι η κίνηση του να χρησιμοποιήσει το αριστερό του χέρι ήταν εσφαλμένη χαρακτηρίζοντας αυτή ως «αντανακλαστική» και «ασυναίσθητη» και ενώ γνώριζε, λόγω και της μακροχρόνιας εμπορίας του, ότι δεν έπρεπε να ακουμπήσει το χέρι του στον περιστρεφόμενο κύλινδρο αλλά, αντίθετα, θα έπρεπε να τραβήξει το αυτοσχέδιο εργαλείο καθαρισμού ή έστω να το αφήσει να πέσει κάτω.

Πράγματι, η ως άνω ενέργεια που περιέγραψε ο ενάγων ήταν η ενδεδειγμένη στη δεδομένη περίπτωση αφού εάν δεν προσπαθούσε να πιάσει ή να σταθεροποιήσει το αυτοσχέδιο εργαλείο που γλιστρούσε αλλά απλώς άφηνε αυτό να πέσει, το ατύχημα δεν θα είχε συμβεί ενώ, εάν επιθυμούσε να αποτρέψει το ενδεχόμενο πτώσης του αυτοσχέδιου εργαλείου καθαρισμού σε περίπτωση που δεν το κρατούσε με τη δέουσα σταθερότητα, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει με το αριστερό χέρι του τον διακόπτη αυτόματης διακοπής λειτουργίας του μηχανήματος εάν προηγουμένως δεν είχε προβεί στην ανεπίτρεπτη αφαίρεση του.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμελή συμπεριφορά του ίδιου του ενάγοντος κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας χωρίς να προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν έστω και συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά των εναγομένων και πολύ περισσότερο ενδεχόμενο δόλο τους κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι:

(α) Μερίμνησαν για την κατασκευή και προμήθεια του προαναφερόμενου αυτοσχέδιου εργαλείου καθαρισμού του κυλίνδρου το οποίο, όπως προεκτέθηκε και λόγω της ανυπαρξίας ειδικότερου εξοπλισμού καθαρισμού, αποτελούσε ασφαλές και κατάλληλο μέσο για την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας αφού απέτρεπε την επαφή των χεριών του εκτελούντος την εργασία καθαρισμού με τον κύλινδρο,

(β) Εκπαίδευσαν τον ενάγοντα (σύμφωνα με τις υποδείξεις του τεχνικού ασφαλείας αλλά και του εξωτερικού συνεργάτη της πρώτης εναγομένης Ε. Κ.) στη χρήση του ως άνω εργαλείου και στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας καθαρισμού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο που αποτελούσε κοινώς αποδεκτή μέθοδο διενέργειας αυτής,

(γ) Διέθεταν μηχάνημα που ήταν εφοδιασμένο με μηχανισμό αυτόματης διακοπής της λειτουργίας του σε περίπτωση ανάγκης και υπέδειξαν στον ενάγοντα ότι ο σχετικός διακόπτης δεν θα έπρεπε να αφαιρείται κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας. Με τις ως άνω ενέργειες τους οι εναγόμενοι συμμορφώθηκαν στις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 2, 6 παρ. 1, 7 του Π.Δ. 395/1994 και των περιπτώσεων 2.6, 2.7, 2.8, 2.1.4.6, 2.19 του Παραρτήματος I αυτού, του άρθρου 23 παρ. 4 του Ν. 1568/1985, των άρθρων 7 παρ. 1, 12 παρ. 1, 2 του Π.Δ. 17/1996 και του άρθρου 662 ΑΚ με τις οποίες προβλέπεται η ύπαρξη του κατάλληλου εξοπλισμού εργασίας λαμβανομένων υπόψη των ειδικών κάθε φορά συνθηκών εργασίας, η ενημέρωση του εργαζομένου σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας και η εκπαίδευση αυτού του στη χρήση του, ο εφοδιασμός των μηχανημάτων με διατάξεις γενικής και επείγουσας διακοπής της λειτουργίας τους και, γενικότερα, η λήψη των απαιτούμενων μέτρων για την ασφάλεια και προστασία του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ωστόσο, παρά τη λήψη των παραπάνω μέτρων οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν αλλά ούτε και όφειλαν να προβλέψουν τις προαναφερόμενες ενέργειες του ενάγοντος που οφείλονταν σε δική του αμελή συμπεριφορά με συνέπεια ο τελευταίος να καθίσταται αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και, κατ’ επέκταση, του ως άνω τραυματισμού.

Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε αντίθετη κρίση δεχόμενο ότι το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικό σε αμελή συμπεριφορά των πρώτης και τρίτου των εναγομένων, έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και, επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης και, συνακόλουθα, η έφεση αυτή στο σύνολο της απορριπτομένης παράλληλα της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης εφόσον ο αναγόμενος σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων λόγος αυτής τυγχάνει κατ’ ουσίαν αβάσιμος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ενώ, κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση του αναγόμενου σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου λόγου αυτής|».

[IV] Κατόπιν αυτών εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία απέρριψε στο σύνολό της.

Με την κρίση του αυτή, και μάλιστα με το να κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο παθών ενάγων - αναιρεσείων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως την διάταξη της παραγράφου 2.19 του Παραρτήματος Ι του άρθρου 9 του Π.Δ. 395/1994 «ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους, σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ» και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή ή μη περίπτωσης παραβάσεως των προϋποθέσεων που θέτει η άνω διάταξη για την ασφαλή παροχή εργασίας και υγείας κατά την χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας σε επιχειρήσεις για τη θεμελίωση αξιώσεων εργατικού ατυχήματος υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τούτο γιατί από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης και δη ότι η εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας καθαρισμού ενώ το μηχάνημα βρισκόταν σε λειτουργία και ο κύλινδρος περιστρεφόταν δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του Π.Δ. 395/1994 χωρίς όμως προηγουμένως να εξετάσει εάν και για ποιο λόγο κατά τρόπο σαφή μάλιστα, δεν ήταν δυνατή στην προκειμένη περίπτωση η εκπλήρωση της αρχικής προϋπόθεσης εκτέλεσης εργασιών συντήρησης του μηχανήματος των εναγομένων - αναιρεσειόντων με διακοπή λειτουργίας αυτού, που θα εξασφάλιζε ως ασφαλέστερος τρόπος εκτέλεσής της, την ασφάλεια της υγείας και σωματικής ακεραιότητας του ενάγοντα.

Παραγνωρίζοντας την προϋπόθεση αυτή εξέτασε περαιτέρω αν τηρήθηκαν οι όροι ασφάλειας των εργασιών συντήρησης με το μηχάνημα σε λειτουργία και μάλιστα χωρίς την χρήση σμυριδόχαρτου ή ηλεκτρικού λειαντήρα και μερική διακοπή της λειτουργίας του, αλλά με το ξύλινο εργαλείο που στη μία άκρη του είχε προσαρμοσμένο σμυριδόχαρτο καθ' απόδειξη των εργοδοτών του, προς το σκοπό ταχύτερης εκτέλεσης της εργασίας χωρίς να εκθέτει κατά τρόπο πλήρη και σαφή αν αυτός ήταν εξίσου ασφαλής τρόπος εργασίας συντήρησης.

Έτσι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη της παραγράφου 2.19 του παραρτήματος Ι του άρθρου 9 του άνω ΠΔ σύμφωνα με την οποία οι εργασίες συντήρησης των μηχανημάτων πρέπει να εκτελούνται ενόσω έχει διακοπεί η λειτουργία του εξοπλισμού εργασίας και μόνο αν αυτό δεν είναι δυνατόν πρέπει αν μπορούν, να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση των εργασιών αυτών (με τη μηχανή σε λειτουργία) ή αυτές πρέπει να γίνονται έξω από τις επικίνδυνες ζώνες και με τη χρήση προφυλακτήρων (άρθρ. 9 παράρτ. Ι παρ. 2.13 Π.Δ. 395/1994).

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης του άρθρου 2.19 του παραρτήματος Ι του άρθρου 19 του Π.Δ. 395/1994) είναι βάσιμοι.

[V] Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποβαίνει περιττή, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 196/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ