1536/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1536/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα, και δεν αμφισβητείται, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ν. Κ. (τέως χήρα Π. Σ.-Α.) απεβίωσε στις 12/1/2017, εγκαθιστώντας ως εκ διαθήκης κληρονόμο της τον πρώτο αναιρεσίβλητο γιο της Γ. Σ.- Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο στην παραπάνω δικάσιμο (19/9/2018) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ- Διονύσιο Μοσχονά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1536/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. Κ.-Δ. του Γ., 2.Ά. Κ.-Δ. του Π., 3.Δ. Κ.-Δ. του Π., 4.Ε. Κ. - Δ. του Π., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ρούλα Λιώση Των αναιρεσίβλητων:1. Γ. Σ.-Α. του Π., κατοίκου ..., 2.Ν. συζ. Ε. Κ.. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ - Διονύσιο Μοσχονά ο οποίος δήλωσε ότι η 2η απεβίωσε και συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη ο γιος της 1ος αναιρεσίβλητος
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-5-2007 και 12-11-2008 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:12/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 17/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2016 αίτησή τους και τους από 24-10-2017 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ.1, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568παρ.2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθ. 575 ΚΠολΔ και, επομένως, η άσκηση των πρόσθετων λόγων μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 12/10/2016 αίτηση και οι από 24/10/2017 πρόσθετοι λόγοι που άσκησαν οι Π. Κ.-Δ., Ά. Κ.-Δ. κ.λ.π. κατά των Γ. Σ.-Α. και Ν. Κ. ( χήρας Π. Σ.-Α.) για αναίρεση της 17/2016 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η συζήτηση των οποίων είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 10/1/2018, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 19/9/2018.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα, και δεν αμφισβητείται, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ν. Κ. (τέως χήρα Π. Σ.-Α.) απεβίωσε στις 12/1/2017, εγκαθιστώντας ως εκ διαθήκης κληρονόμο της τον πρώτο αναιρεσίβλητο γιο της Γ. Σ.- Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο στην παραπάνω δικάσιμο (19/9/2018) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ- Διονύσιο Μοσχονά.
Ο τελευταίος με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο γνωστοποίησε το θάνατο της δεύτερης αναιρεσίβλητης και τη συνέχιση για εκείνη της βιαίως διακοπείσας δίκης από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, στο πρόσωπο του οποίου νομίμως επαναλαμβάνεται η προκείμενη δίκη. Κατόπιν αυτών πρέπει, αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκαν και επιδόθηκαν νομίμως στον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων στις 8/11/2017(βλ.
την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 7262Γ/2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Α. Β.), δηλαδή εντός της προβλεπόμενης από το νόμο 30ήμερης προθεσμίας πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10/1/2018, να εξεταστεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 246, 573 παρ.1, 577παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί διεκδικητικής αγωγής ο ενάγων πρέπει να επικαλείται στην ιστορική βάση της αγωγής και να αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ιδιότητα του κυρίου του πράγματος και ότι απέκτησε με νόμιμο τρόπο την κυριότητά του πάνω σε αυτό είτε παραγώγως είτε πρωτοτύπως.
Στην κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της πιο πάνω αγωγής ο τρόπος κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εκτός εάν την αμφισβητήσει ο εναγόμενος, οπότε μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του να συμπληρώσει το στοιχείο αυτό, με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση. Εξάλλου, για να αντικρούσει ο εναγόμενος τη διεκδικητική αγωγή μπορεί είτε να αρνηθεί την ιστορική βάση της αγωγής είτε να προβάλει τον ισχυρισμό ότι ναι μεν κύριος ήταν κάποτε ο ενάγων, αλλά μεταγενέστερα έγινε κύριος αυτός (ο εναγόμενος) με κάποιο νόμιμο τρόπο και να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής, οπότε ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου είτε να ισχυριστεί ότι απέκτησε την κυριότητα με την επίκληση περιστατικών προγενέστερων ή σύγχρονων με εκείνα που επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση της κυριότητάς του, οπότε ο ισχυρισμός του εναγομένου αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Αν τελικά η αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, με αποτέλεσμα να είναι πλεοναστική η αιτιολογία της απόφασης, με την οποία γίνεται δεκτή η ένσταση περί ιδίας κυριότητας αυτού και, συνακόλουθα, να καθίσταται αλυσιτελής ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της εξεταζόμενης υπόθεσης η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί την κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων την από 31/5/2007 αγωγή, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της (συγ)κυριότητάς τους, που θεμελιωνόταν σε παράγωγο, άλλως, σε πρωτότυπο τρόπο επί του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, ως τμήματος μείζονος έκτασης, καθώς και τη διόρθωση, ως εσφαλμένης, της αρχικής πρώτης κτηματολογικής εγγραφής για το ακίνητο αυτό.
Επίσης οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 12/11/2008 αγωγή, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση των δικαιωμάτων επικαρπίας (ο πρώτος των αναιρεσειόντων) και ψιλής κυριότητας (οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσειόντων), αντίστοιχα, που θεμελιώνονταν σε παράγωγο, άλλως, σε πρωτότυπο τρόπο επί του ίδιου πιο πάνω ακινήτου (επιδίκου).Επί των αγωγών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η 12/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία η πρώτη πιο πάνω αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία συνίστατο στο ότι ήταν ελλιπής η περιγραφή του επίδικου ακινήτου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, ενώ η δεύτερη πιο πάνω αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις από 9/4/2009 και από 15/4/2009 αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων το Εφετείο, αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της τελευταίας αυτής απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τις ένδικες αγωγές τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκείμενη περίπτωση το επίδικο εδαφικό τμήμα εκτάσεως 622 τ.μ., στην από 31.5.2007 αγωγή προσδιορίζεται στο ανατολικό μέρος του μείζονος ακινήτου των εναγόντων, εκτάσεως 4.814,96 τ.μ., και οριοθετείται νότια - νοτιανατολικά επί πλευράς μήκους 20,22 μ.
με ιδιοκτησία αγνώστων, νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 29,90 τ.μ. με χωματόδρομο και πέραν αυτού με βραχώδες και θάλασσα, δυτικά - βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 25,80 μ. με λοιπή ιδιοκτησία των εναγόντων (μέρος αυτής που έχει καταχωρισθεί με ΚΑΕΚ ...5022) και βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 26,83 μ. με ιδιοκτησία των εναγομένων (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...5002).
Για την ακριβή δε περιγραφή του ως άνω επίδικου ακινήτου οι ενάγοντες παραπέμπουν στο από μηνός Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β. Π., το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αγωγής. Όμως το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα δεν αναφέρει ημερομηνία και στοιχεία του εκδώσαντος αυτό τοπογράφου - μηχανικού, αλλά ούτε, πολύ περισσότερο, απεικονίζει το μείζον ακίνητο των εναγόντων, επί πλέον δε στερείται παντελώς στοιχείων και αριθμών ώστε να μπορεί να γίνει ταυτοποίηση (ολική ή μερική) με το επίδικο.
Περαιτέρω παρότι αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, ως ανωτέρω, η θέση του επίδικου εδαφικού τμήματος, ευρισκόμενου "στο νοτιο-ανατολικό μέρος του όλου ακινήτου", η έκτασή του και τα προαναφερθέντα όριά του, όσον αφορά τις πλευρικές διαστάσεις αυτού οι ενάγοντες παραπέμπουν στο προσαρτώμενο στην αγωγή ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα.
Όμως στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα δεν αναγράφονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η ταυτοποίηση των αναφερομένων στην αγωγή, ενώ επί πλέον σ' αυτό απεικονίζεται πλήθος γραμμών, άλλων συνεχόμενων και άλλων διακεκομμένων, κατά τρόπο ώστε να προκαλείται σύγχυση περί της ακριβούς επίδικης εδαφικής εκτάσεως, ενόψει μάλιστα και του ακανόνιστου πολυγωνικού σχήματος της, όπως αναφέρεται στην αγωγή.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν είναι δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του επιδίκου. Επομένως, η περιγραφή του επιδίκου δεν είναι πλήρης και δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Λόγω της ελλιπούς, ως άνω, περιγραφής του επιδίκου η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας , την από 31.5.2007 και με αριθμό έκθ καταθ. 236/2007 αγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων, αλλά και αυτεπαγγέλτως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου σχετικός μοναδικός λόγος της από 9.4.2009 εφέσεως....." Περαιτέρω το Εφετείο, αναφορικά με την από 12/11/2008 αντίθετη αγωγή των αναιρεσειόντων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 602,18 τ.μ., αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 4.814,96 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...
εκτός των ορίων ... της κτηματικής περιφέρειας ... ... και συνορεύει δυτικά με χωματόδρομο, βορειοδυτικά με χωματόδρομο, βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες Π. Φ., Γ. Β., Γ. Φ. και εναγόντων (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...5002), νότια-νοτιoανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και νοτιοδυτικά με χωματόδρομο και πέραν αυτού με βραχώδες και θάλασσα, όπως αυτό εμφαίνεται στο από μηνός Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β.
Π. με στοιχεία … που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, το επίδικο τμήμα 602,18 τ.μ. βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του ως άνω μείζονος ακινήτου και συνορεύει νότια - νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοδυτικά με χωματόδρομο και πέραν αυτού με βραχώδες και θάλασσα , δυτικά - βορειοδυτικά με το υπόλοιπο ως άνω μείζον ακίνητο (με ΚΑΕΚ ...5022 ακίνητο) και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία των εναγόντων (ακίνητο με ΚΑΕΚ 25009- 1705002), εμφαίνεται δε με στοιχεία 98-122-121-123-97- 34-35-98 στο από μηνός Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β.
Π. και με στοιχεία 30 - 31 - 35 - 34 - 97 - 23 - 121 - 12 - 30 στο από μηνός Σεπτεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ά. Κ. -Δ. Το παραπάνω μείζον ακίνητο ανέκαθεν αποτελούσε ακαλλιέργητο αγρό καλυπτόμενο με θαμνώδη βλάστηση. Στο βορειοανατολικό όριό του, που συνορεύει με τις ιδιοκτησίες Π. Φ., Γ. Β., Γ.
Φ. και εναγόντων, ανέκαθεν χωριζόταν από αυτές με παλαιά ξηρολιθιά, η οποία ανήκε στις παραπάνω ιδιοκτησίες, οι οποίες βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό. Η παραπάνω παλαιά ξηρολιθιά αποτελούσε το αναμφισβήτητο όριο του ως άνω μείζονος ακινήτου, εκτεινόταν καθόλο το μήκος της βόρειας πλευράς του και αναγνωριζόταν ως όριο των όμορων προς βορρά ιδιοκτησιών.
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ολόκληρη την ως άνω μείζονα έκταση των 4.814,96 τ.μ. στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, διακατείχε, συνεχώς και αδιάκοπα, ειρηνικά, δημόσια, αναμφίβολα και με λόγο κυριότητας, δηλαδή με τις προϋποθέσεις της τριακονταετούς παραγραφής ...
Αστικού Κώδικα, ο Π. Σ.-Α. από το έτος 1930 μέχρι την 23.2.1946, έκτοτε δε και μέχρι το θάνατο του, που συνέβη στις 30.10.1960, με διάνοια κυρίου, ήτοι με τη θέληση να έχει το εν λόγω ακίνητο) όπως αρμόζει στον κύριο, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτού βούληση του.
Ειδικότερα το επέβλεπε και το καθάριζε από την άγρια βλάστηση, απαγορεύοντας κάθε διαταρακτική τρίτων ενέργεια επί του εν λόγω ακινήτου. Ο τελευταίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εναγομένους (νόμιμο τέκνο και σύζυγο του, αντίστοιχα), οι οποίοι με δήλωσή τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Λ. - Π. (15.312/1999), όπως αυτή διορθώθηκε με την ….5.20Θ7 πράξη της συμβολαιογράφου ... Σ. Τ., αποδέχθηκαν την κληρονομιά εκείνου αναφορικά με το παραπάνω ακίνητο και μετέγραψαν τις σχετικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς. Από τον παραπάνω χρόνο (1960) και εφεξής οι εναγόμενοι από κοινού και κατά ποσοστό 3/4 αδιαιρέτως ο πρώτος και κατά ποσοστό 1/4 η δεύτερη κατείχαν και νέμονταν το παραπάνω ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής , ασκώντας με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και θέση του και συγκεκριμένα το επισκέπτονταν, το επέβλεπαν και ενίοτε το παραχωρούσαν σε κτηνοτρόφους της περιοχής προς βόσκηση των ποιμνίων τους και γενικά το επιτηρούσαν, απαγορεύοντας κάθε διαταρακτική ενέργεια τρίτων επί του εν λόγω ακινήτου.
Στα πλαίσια άσκησης πράξεων νομής επί του παραπάνω μείζονος ακινήτου ο πρώτος των εναγομένων με το από 14.9.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στον Γ. Ζ. την, έναντι αμοιβής, επίβλεψη της ακίνητης περιουσίας του ..., περιλαμβανομένου και του ως άνω ακινήτου, ενώ το μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 οι εναγόμενοι παραχώρησαν, κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της περιοχής, τμήμα της νότιας πλευράς αυτού για τη διαπλάτυνση του υφιστάμενου έως τότε στο σημείο αυτό αγροτικού δρομίσκου (μονοπατιού).
Αμέσως μετά ο Γ. Ζ., κατόπιν εντολής του πρώτου των εναγομένων, παρουσία του τελευταίου, του Δ. Μ. τότε Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου ... και δημοτικού συμβούλου ..., της Α. Μ., του Δ. Α. και άλλων κατοίκων της ..., προέβη σε οριοθέτηση του ως άνω αγροτεμαχίου με την τοποθέτηση χαμηλών σιδερένιων πασσάλων καθόλο το μήκος της νότιας και ανατολικής πλευράς του, ενώ το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, ο Γ.
Ζ., κατόπιν εντολής των εναγομένων, στερέωσε τους σιδηροπασσάλους με τσιμέντο στην ίδια θέση. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως προεκτέθηκαν, αποδεικνύονται από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από : α) τη σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως Ε.
Μ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τις καταθέσεις των Α. Μ., Δ. Α. και Γ. Α., που δόθηκαν ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Α. Δ. στα πλαίσια άλλης δίκης των διαδίκων, οι οποίοι, μετά λόγου γνώσεως και από δική τους αντίληψη καταθέτουν περί των παραπάνω πράξεων νομής των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους επί του παραπάνω ακινήτου εκτάσεως 4.814,96 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, β) τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις του Γ.
Ζ., οι οποίες περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εναγομένους 106/2003 και 940/2004 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου ... και Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., αντίστοιχα αναφορικά με την ύπαρξη της παλαιάς ξηρολιθιάς καθόλο το μήκος της βόρειας πλευράς του παραπάνω ακινήτου, που συνορεύει με τις όμορες ιδιοκτησίες Π.
Φ., Γ. Β., Γ. Φ. και εναγόντων, καθώς περί της φυσικής εξουσιάσεο)ς του επίδικου ακινήτου με διάνοια κυρίου και περί της άσκησης των παραπάνω διακατοχικών πράξεων επ' αυτού από τους εναγομένους, γ) την από 3.6.2002 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Δ. Μ. ενώπιον της Πταισματοδίκη ..., σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος επιβεβαιώνει ότι τα όρια των όμορων ακινήτων ...
και εναγόντων φθάνουν μέχρι την παλαιά ξηρολιθιά και ότι ο πρώτος των εναγόντων επιχείρησε να ενσωματώσει το χώρο (θαμνώδη έκταση) που βρίσκεται κάτω από την ξηρολιθιά, δηλαδή το παραπάνω ακίνητο με την κατεδάφιση και καταπλάκωση της ξηρολιθιάς με προϊόντα εσκαφής από την όμορη ιδιοκτησία του δ) το ότι ο Γ.
Φ., ο οποίος είναι όμορος προς βορρά ιδιοκτήτης και απέκτησε το ακίνητο του εν μέρει από κληρονομιά δυνάμει της 12.319/2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Π. Κ. και εν μέρει με δωρεά εν ζωή δυνάμει του 12.320/2001 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, σε αμφότερες τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις το άνω ακίνητο του περιγράφεται ως αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." Ιης κτηματικής ... ..., έχει έκταση 4.043,87 τ.μ.
και απεικονίζεται στο από έτους 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Π., στο εν λόγω δε τοπογραφικό διάγραμμα απεικονίζεται ως νότιο όριο της ιδιοκτησίας Γ. ... ξηρολιθιά και μετά από αυτήν αναγράφεται ότι υπάρχει δημόσιος χώρος, αναγνωρίζοντας έτσι ο ανωτέρω ιδιοκτήτης, σε ανύποπτο χρόνο, ότι μετά το δικό του ακίνητο και μετά την παλαιά ξηρολιθιά υπήρχε άλλη ιδιοκτησία, την οποία όμως αναφέρει ως δημόσιο χώρο, και ε) από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους εναγομένους από μηνός Φεβρουαρίου 2004 και από μηνός Νοεμβρίου 2008 τεχνικές εκθέσεις του τοπογράφου μηχανικού Β.
Π., σε συνδυασμό με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους ίδιους από μηνός Φεβρουαρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος, από την επεξεργασία και στεροσκοπική παρατήρηση ζεύγους αεροφωτογραφιών λήψεως 1960, 1989, 1992 και 2000, διαπιστώνει ότι "το γεωτεμάχιο του Σ.
ορίζεται σαφέστατα από την ξηρολιθοδομή - αναβαθμό στα Β-Α όριά του, ενώ εντός αυτού δεν υφίσταται άλλη λιθοδομή", καθώς και ότι η κατά το έτος 2000 διενεργηθείσα καλλιέργεια του ακινήτου των εναγόντων έφθανε μέχρι την παλαιά ξηρολιθιά. Από τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στους εναγομένους, οι οποίοι κατέστησαν συγκύριοι τούτου κατά ποσοστό 3/4 αδιαιρέτως ο πρώτος και κατά ποσοστό 1/4 αδιαιρέτως η δεύτερη με τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου τους Π.
Σ. - Α., ο οποίος βρισκόταν υπό την αδιάλειπτη νομή του επιδίκου τουλάχιστον από τις 23.2.1946 και μέχρι το χρόνο του θανάτου του, που συνέβη στις 30.10.1960 (άρθ. 1045, 1051 ΑΚ) κατά παραδοχή του παραδεκτώς προβληθέντος ισχυρισμού των εναγομένων περί ιδίας αυτών κυριότητας στο επίδικο, ο οποίος συνιστά ένσταση, καθόσον στα περιστατικά χρησικτησίας που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, χωρούν δύο χρησικτησίες (βλ.
ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 256/ 1989, Εφ.Πατρ. 684/2006 ΊΓΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι η ως άνω ένσταση των εναγομένων κατά τη βάση της που στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, για το λόγο ότι στο πρόσωπο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους δεν συμπληρώθηκε διακατοχή, συνεχής και αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια και αναμφίβολη και με λόγο κυριότητας επί μια τριακονταετία, προς κτήση κυριότητας ακινήτου στα νησιά του Ιονίου δια τριακονταετούς παραγραφής (ΑΠ 384/ 2010, ΑΠ 1346/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ούτε νομή επί μια εικοσαετία μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946).
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την ένδικη αγωγή τους ότι το όμορο προς βορρά ακίνητο τους με αριθμό ΚΑΕΚ ...5002 εκτείνεται προς νότο μέχρι το χωματόδρομο (κοινόχρηστη οδό) που, όπως προαναφέρθηκε, χωρίζει το ακίνητο των εναγομένων από τη βραχώδη ακτή και ότι ως εκ τούτου το επίδικο εδαφικό τμήμα εκτάσεως 602,18 τ.μ.
αποτελεί τμήμα του άνω ακινήτου τους, του οποίου ο πρώτος των εναγόντων Π. Κ. - Δ. είχε καταστεί κύριος τόσο με παράγωγο τρόπο, δηλαδή λόγω κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του Γ. Π. Κ. που απεβίωσε στις 10.4.1971, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε δυνάμει της νομίμως μεταγεγραμμένης 17214/1999 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...
Ν. Κ. - Ρ., όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας το χρόνο χρησικτησίας του άμεσου δικαιοπαρόχου του Γ. Π. Κ., ο οποίος βρισκόταν υπό την αδιάλειπτη νομή του παραπάνω ακινήτου από το έτος 1942. Ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων αλλά και ο δικαιοπάροχος του άσκησαν πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι με την 9338/1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ., ο πρώτος των εναγόντων αποδέχθηκε την καταληφθείσα σ' αυτόν κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Γ. Κ., στην οποία περιλαμβάνεται και το όμορο προς βορρά ακίνητο των εναγόντων, το οποίο στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη περιγράφεται ως "χέρσος έκτασις μέτρων τετραγωνικών 2.500 πλέον ή έλαττον, κειμένη παρά την θέσιν "..." και συνορευόμενη γύρωθεν με αγνώστους ιδιοκτήτας".
Στη συνέχεια ο ίδιος ενάγων, με την 16.722/2.2.1979 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ι. Κ., που μεταγράφτηκε νόμιμα, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Γ. Κ., αποδέχθηκε την επαχθείσα στον τελευταίο κληρονομιά της αποβιώσασας στις 25.7.1947 Ε. χήρας Π. Κ. μητέρας του, καθώς και την επαχθείσα στους Α.
Κ. και Σ. Κ. επαχθείσα κληρονομιά της ανωτέρω μητέρας τους, στην οποία περιλαμβάνεται και το παραπάνω ακίνητο των εναγόντων, το οποίο στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη περιγράφεται ως "χέρσος αγρός, εκτάσεως τετραγωνικών δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) πλέον ή έλαττον, κείμενος κατά τη θέση "..." και συνορευόμενος γύρωθεν με αγνώστους ιδιοκτήτες".
Δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο ο πρώτος των εναγόντων αποδέχεται ότι η όμορη ιδιοκτησία του έχει έκταση 2.500 τ.μ. και ότι συνορεύει ολόγυρα με άγνωστους ιδιοκτήτες. Το έτος 1999, ο πρώτος των εναγόντων στην προσπάθειά του να επεκτείνει το όμορο με των εναγομένων ακίνητο του, προκειμένου να καταστήσει αυτό άρτιο και οικοδομήσιμο, και, ενώ είχε επιτύχει την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση σ' αυτό οικοδομής, συντάσσει "νέο τίτλο" και συγκεκριμένα την 17.214/14,9.1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...
Ν. Κ. - Ρ., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., με την οποία (χωρίς να γίνεται λόγος σ' αυτή ότι αποτελεί τροποποιητική της αρχικής) διευρύνει τα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, όρια και έκταση του ακινήτου του και δηλώνει ότι αποδέχεται την κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 10.4.1971 πατέρα του Γ.
Κ., η οποία (κληρονομιά) αποτελείται, πλην άλλων, και από "ένα αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στην κτηματική περιοχή ..., Δήμου ..., Νομού ..., στη θέση "...", εκτάσεως 4.002,18 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Μ., νότια με ακτή και ιδιοκτησία .... Ακολούθως, περί το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 ο πρώτος των εναγόντων προέβη στη ρίψη προϊόντων εσκαφής (μπαζών) επί της παλαιάς λιθιάς, η οποία αποτελούσε διαχωριστικό μεταξύ του νότιου ορίου του ακινήτου του και του βόρειου τμήματος της όμορης , κατά τα παραπάνω, ιδιοκτησίας των εναγομένων και, στη συνέχεια, αφού κάλυψε αυτή (λιθιά) με προϊόντα εσκαφής, κατά τρόπο ώστε να μην είναι αυτή ευχερώς ορατή, περί το μήνα Ιούνιο του έτους 2003, σε συνεργασία με τον όμορο ιδιοκτήτη Γ.
Φ., προέβησαν στην κατασκευή νότια της υφιστάμενης, κατά τα παραπάνω, παλαιάς λιθιάς, σε ευθεία νοητή γραμμή προς αυτήν, μαντρότοιχου από τσιμεντόλιθους, καταλαμβάνοντας αντίστοιχα τμήματα του ακινήτου των εναγομένων σε προέκταση των όμορων ακινήτων τους προς νότο. Κατόπιν αυτών, οι εναγόμενοι άσκησαν κατά του Γ. ...
την από 8.8.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε η 106/2003 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκαν οι εναγόμενοι συννομείς των καταληφθέντων επίδικων εδαφικών τμημάτων, υποχρεώθηκε δε ο καθού η αίτηση σε απόδοση αυτών στους εναγομένους, ενώ επί της από 20.10.2002 αγωγής των εναγομένων κατά των εναγόντων, περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του παραπάνω ακινήτου τους, εκδόθηκε αρχικά η 940/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ, κατόπιν εφέσεως των εναγόντων, εκδόθηκε η 275/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που την απέρριψε ως αόριστη λόγω της ελλιπούς περιγραφής του επίδικου ακινήτου.
Από τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύεται ότι ο πρώτος των εναγόντων δεν έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου ούτε παραγώγως, ούτε πρωτοτύπως (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού αποδείχθηκε ότι: α) ο άμεσος δικαιοπάροχος του Γ. Κ. κατά το χρόνο του θανάτου του (10.4.1971) δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, και β) ουδέποτε ο πρώτος των εναγόντων και ο άμεσος δικαιοπάροχος του άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο, αφού αντίθετα αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκαν οι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχός τους Π.ς Σ. - Α.ς από τις 23.2.1946 και εφεξής έως το θάνατο του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση ιδίας κυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου και να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 12.11.2008 αγωγή" .
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις των διαδίκων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από31/5/2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας της ελλιπούς περιγραφής του επίδικου ακινήτου και ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η από 12/11/2008 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας του πρώτου αναιρεσείοντος (ο οποίος στη συνέχεια προέβη σε γονική παροχή της ψιλής κυριότητας στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων, παρακρατώντας ο ίδιος ισοβίως την επικαρπία) επί του προαναφερόμενου ακινήτου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, ενώ αντίθετα έκρινε (με πλεοναστική αιτιολογία) ότι το ακίνητο αυτό έχει περιέλθει στη (συγ)κυριότητα των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, κατά παραδοχή του ισχυρισμού τους (ένστασης) περί ιδίας κυριότητας.
Επομένως, αφού με τη μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν την ιστορική βάση της από 12/11/2008 αγωγής τους, η οποία (αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική κρίση του Εφετείου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αυτής και το διατακτικό της απόφασής του, οι πρώτος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τις προαναφερόμενες διατάξεις αναιρετικές πλημμέλειες, αναφορικά με την πιο πάνω πλεοναστική αιτιολογία αυτής, ως προς την απόδειξη του ισχυρισμού ιδίας κυριότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο είναι αλυσιτελείς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982).
Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) το …/1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν.
Μ. 2) το ...7/1944 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Τ. Τ. και 3) .../1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ν. Κ.-Ρ., από τα οποία προέκυπτε ότι "οι ιδιοκτησίες του δικαιοπαρόχου τους Γ. ... (ιδιοκτήτου βόρεια της παρακείμενης ιδιοκτησίας τους) έφθαναν ως τη δική τους μέχρι τη θάλασσα και δεν υπήρχε ανάμεσα σε αυτά και τη θάλασσα ιδιοκτησία άλλου, ούτε εις την περιοχή η αντίδικος πλευρά...".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα διαβεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι συνεκτιμήθηκαν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (στα οποία περιλαμβάνονταν φωτογραφίες και τεχνικές εκθέσεις τοπογράφου μηχανικού και αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών), καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης που προαναφέρθηκαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα προαναφερόμενα έγγραφα, ακόμη και αν δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται, ειδικώς, καθένα από αυτά.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1153/2010). Επομένως, ο δεύτερος, από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και, συνακόλουθα, διατάξεις, με το να απορρίψει κατ' ουσία τις εφέσεις των διαδίκων, αφού έκρινε ότι πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων, μετά την παραδοχή (ως ορισμένης και ουσιαστικά βάσιμης) της ένστασης περί ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου, παρόλο που η περιγραφή αυτού τόσο στην αγωγή των τελευταίων όσο και στην ένστασή τους ήταν η ίδια πρέπει να απορριφθεί, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση (από το άρθρο 559αριθ.17 ΚΠολΔ), διότι η αποδιδόμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στο διατακτικό, αλλά μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης και ως προς τη δεύτερη αιτίαση (από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε κατόπιν παραδοχής της προαναφερόμενης ένστασης των αναιρεσιβλήτων, ενώ, όπως εκτέθηκε παραπάνω, αυτή απορρίφθηκε διότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν την ιστορική της βάση, όπως έγινε δεκτό με τη μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/10/2016 αίτηση και τους από 24/10/2017 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 17/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ