Appeal against bank fraud claim dismissed; plaintiff failed to prove defendant collected funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal regarding a bank fraud claim where the plaintiff alleged the defendant collected funds. The court found that the plaintiff failed to prove the defendant actually received or managed the money, noting the defendant merely issued a check on behalf of the plaintiff. Consequently, the court ruled that no liability existed for the funds not under the defendant's control.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A defendant is not liable for funds collected by a third party if the plaintiff fails to prove the defendant received or managed the money.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - εφεσιβλήτου: Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του καθού η κλήση - εκκαλούντος: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Καπαρουνάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2000 αγωγή του ήδη καλούντος- εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2001 μη οριστική και 289/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2005 του Εφετείου Κρήτης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1122/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 57/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 475/2007 μη οριστική και 630/2008 οριστική του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη καλών - εφεσίβλητος, με την από 7-2-2011 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1318/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε μερικώς την 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 20-5-2015 κλήση του καλούντος- εφεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την από 20-5-2015 κλήση του ενάγοντος -εφεσίβλητου, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 493/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία κατέστη οριστική με την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 289/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1318/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ* αριθμ. 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ.57/2005 αποφάσεως του ιδίου, ως άνω, Εφετείου, και κρατήθηκε η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελ. του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Επειδή, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 20-12-2000 αγωγή του ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών σε λογοδοσία για την εκ μέρους του διαχείριση χρηματικού ποσού 137.415.260 δραχμών, ανακοινώνοντας κατάλογο με αντιπαράθεση εσόδων - εξόδων με επισύναψη των συναφών δικαιολογητικών, καθώς και το προκύπτον υπόλοιπο και να του καταβάλει το κατάλοιπο του λογαριασμού.
Επικουρικώς δε, και σε περίπτωση μη συμμορφώσεως, εζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το εικαζόμενο έλλειμμα, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 112.415.260 δραχμών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικώς μεν η 493/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος σε λογοδοσία, εν συνεχεία δε η υπ' αριθμ. 289/2003 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, με την οποία αφού κρίθηκε ότι το έγγραφο που κατέθεσε ο εναγόμενος εντός της ταχθείσης προθεσμίας, με τίτλο "έκθεση λογοδοσίας", δεν περιείχε πίνακα εισπράξεων και δαπανών, ούτε υπήρχε επισύναψη των δικαιολογητικών και ότι κατόπιν αυτού πληρώθηκε η αίρεση περί μη καταθέσεως λογαριασμού, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος στην προς τον ενάγοντα καταβολή του ποσού των 112.415.260 δραχμών.
Η έφεση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής από τον εναγόμενο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 57/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Η απόφαση όμως αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1122/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την αιτιολογία ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η κατατεθείσα, στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, την 10-1-2002,"έκθεση λογοδοσίας" που δεν πληρούσε τους όρους του άρθρου 307 Α.Κ., δεν μπορούσε παραδεκτώς να συμπληρωθεί με τις κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του εναγομένου, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, αρκέστηκε, για το σχηματισμό της κρίσεως του, σε λιγότερα στοιχεία από όσα επιτρέπει ο νόμος, προκειμένου να καταστεί οριστική η υποχρέωση του για λογοδοσία και καταβολή του υπολοίπου και έτσι παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 303 Α.Κ., ενώ συγχρόνως αγνόησε και τον σχετικό αντίστοιχο ισχυρισμό του εναγομένου, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή αυτός, με τις προαναφερθείσες προτάσεις του, παρέθεσε πλήρη εικόνα των εσόδων και εξόδων και προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφες αποδείξεις από τις οποίες προέκυπτε, όπως ο ίδιος διατείνεται, η κίνηση όλων των εισπραχθέντων από αυτόν χρημάτων.
Παρέπεμψε δε ο Άρειος Πάγος την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Κρήτης, που επελήφθη εκ νέου της υποθέσεως, με την 475/2007 απόφαση του, δεχόμενο σιωπηρώς ότι ο εναγόμενος κατέθεσε έκθεση λογοδοσίας, η οποία, συμπληρωθείσα με τις προτάσεις αυτού περιείχε πίνακα εισπράξεων και δαπανών με επισύναψη των δικαιολογητικών, έταξε αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος για την ανάθεση απ' αυτόν στον εναγόμενο, περί τα τέλη του έτους 2002 της εντολής διαχειρίσεως του χρηματικού ποσού 137.415.260 δραχμών προς ανέγερση δύο διαμερισμάτων.
Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία, δεκτής γενομένης της εφέσεως, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη (289/2003) οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και αφού εκδικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το χρηματικό ποσό των 26.311,84 ευρώ, το οποίο, κατά την απόφαση, δεν χρησιμοποιήθηκε απ' αυτόν για λογαριασμό του τελευταίου.
Η τελευταία αυτή απόφαση το Εφετείου αναιρέθηκε εν μέρει, με την υπ' αριθμ. 1318/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά μερική παραδοχής της ασκηθείσης από τον ενάγοντα αιτήσεως αναιρέσεως και δη του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δευτέρου λόγου αυτής για ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς το ποσό των 99.290 δολλαρίων Η.Π.Α., για το οποίο έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι ο εναγόμενος δεν υποχρεούται σε λογοδοσία και απέρριψε την αγωγή.
Μετά ταύτα δε και δεδομένου ότι επρόκειτο περί αναιρέσεως αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, το Δικαστήριο τούτο, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω ενώπιον του συζήτηση της εφέσεως του ενάγοντος κατά της προειρημένης πρωτοδίκου αποφάσεως, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Ήδη δε με την αναφερθείσα στην αρχή της παρούσης κλήση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου νομίμως εισάγεται η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς κατ' ουσίαν εκδίκαση.
Επειδή, κατά το άρθρο 303 του Α.Κ.: "Όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι εκ μόνου του γεγονότος, ότι από κάποια έννομη σχέση (όπως η εντολή), κάποιος προέβη σε διαχείριση εν όλω ή εν μέρει ξένης περιουσίας, δηλαδή σε ενέργειες συνεπιφέρουσες εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεούται να παράσχει λόγο αυτής της διαχείρισης του. Ο δε δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχειρίσεως, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, προσέτι δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα εφόσον συνηθίζονται.
Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σύμφωνος με τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσιλόγου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των αρθρ. 473-477 Κ.Πολ.Δ..
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, κατά πρόταση των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου και περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 630/2008 απόφαση του πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και απ' όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει συμβάσεως, συναφθείσης μεταξύ των διαδίκων περί τα τέλη του έτους 1992, ο ενάγων που ήταν μόνιμος κάτοικος των ... ανέθεσε στον εναγόμενο, αδελφό της τότε συζύγου Α. Μ. (ήδη ο γάμος αυτών έχει λυθεί) την εντολή διαχειρίσεως για λογαριασμό του, χωρίς αμοιβή, διαφόρων χρηματικών ποσών, τα οποία θα ενέβαζε μέσω καταθέσεων σε δολλάρια Η.ΠΑ, σε διαφόρους τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους αυτός (εναγόμενος) θα εμφανιζόταν εικονικά ως συνδικαιούχος.
Ειδικότερα ο εναγόμενος ανέλαβε κυρίως τη διαχείριση των χρημάτων του ενάγοντος που θα απαιτούνταν για την ανέγερση δύο διαμερισμάτων ιδιοκτησίας των τέκνων του επιφανείας 47 τμ. περίπου, εκάστου, πενταώροφου οικοδομής (κοινής μετά του εναγομένου), κειμένης επί της οδού ... της πόλεως .... Επίσης ανέλαβε την εκτέλεση και άλλων εντολών που αφορούσαν στην επικερδή επένδυση των χρημάτων του ενάγοντος στην Ελλάδα.
Σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας ο εναγόμενος, μεταξύ των άλλων, ανέλαβε, μέσω των κατωτέρω αναφερομένων τραπεζικών λογαριασμών, και τα κάτωθι χρηματικά ποσά, τα οποία και περιλαμβάνονται στην αιτουμένη λογοδοσία: Α) Μέσω του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του υποκαταστήματος Ηρακλείου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. 1) Την 7-1-1993, 2000 δολλάρια, τα οποία αντιστοιχούσαν με την τότε ισοτιμία δραχμής- δολλαρίου σε 428.000 δραχμές, 2) την 29-1-1993 30.000 δολλάρια, που αντιστοιχούσαν σε 6.420.000 δραχμές, 3) την 16-2-1993 12.000 δολλάρια που αντιστοιχούσαν σε 2.580.000 δραχμές και 4) την 26-3-1993 100.000 δολλάρια που αντιστοιχούσαν σε 22.166.000 δραχμές.
Δηλαδή, ο εναγόμενος ανέλαβε συνολικώς 31.594.000 δραχμές (428.000 + 6.420.000 + 2.580.000 + 22.166.000=31.594.000). Από το ποσό αυτό 30.000 και 12.000 δολλάρια που αντιστοιχούσαν σε 9.000.000 δραχμές (6.420.000 + 2.580.000) ο εναγόμενος μετά την δραχμοποίηση των τα μετέφερε σε προσωπικό του λογαριασμό του στην Τράπεζα Αττικής προκειμένου να διατεθούν για την ανέγερση των προαναφερομένων διαμερισμάτων.
Το ποσό των 100.000 δολλαρίων ή 22.166..000 δραχμών το διέθεσε, κατ' εντολή του ενάγοντος, για την αγορά αυθημερόν (26-3-1993) τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου στο όνομα του. Το ποσό των 2000 δολλαρίων ή 428.000 δραχμών δεν αποδεικνύεται ότι διετέθη για λογαριασμό του ενάγοντος. Επίσης αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος εισέπραξε την 30-6-1993 14.000.000 δραχμές που αυτός είχε καταθέσει στις 1-6-1993 , στην ως άνω τράπεζα σε λογαριασμό ρέπος.
Β. Μέσω του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της Τραπέζης Πειραιώς. Το ποσό των 22.436.150 δραχμών, το οποίο προέκυψε από την δραχμοποίηση ποσού των 95.000 δολλαρίων, που ο ενάγων έδωσε στον εναγόμενο με ισόποση επιταγή την 18-8-1993 και για οποίο ζητεί λογοδοσία, χρησιμοποιήθηκε για την αγορά ενός οικοπέδου στο όνομα αυτού (ενάγοντος) και της τότε συζύγου του Α., που βρίσκεται στο …(...).
Το ποσό όμως των 104.000 δολλαρίων που αντιστοιχούσαν σε 24.537.760 δραχμές, το οποίο ο ενάγων ανέλαβε, την 19-8-1993 δεν αποδεικνύεται ότι το διέθεσε για την αγορά του ως είρηται οικοπέδου ή για την εκτέλεση οποιασδήποτε άλλης εντολή του ενάγοντος. Τέλος, το περιλαμβανόμενο στην ένδικη λογοδοσία χρηματικό ποσό των 100.000 δολλαρίων του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού, που αντιστοιχούσαν σε 23.500.000 δραχμές δεν αποδεικνύεται ότι ανελήφθη από τον εναγόμενο.
Ενόψει των ανωτέρω το συνολικό χρηματικό ποσό το οποίο ο εναγόμενος διαχειρίσθηκε, για λογαριασμό του ενάγοντος, και δεν προσεκόμισε δικαιολογητικό ανέρχεται σε 33.965.760 δραχμές (428.000 + 9.000.000 + 24.537.760), μετ' αφαίρεση δε εκ του ποσού τούτου του ποσού των 25.000.000 δραχμών, που, καθ' ομολογίαν των διαδίκων, διετέθη για την κατασκευή των δύο διαμερισμάτων του ενάγοντος, παραμένει χρεωστικό εις βάρος του εναγομένου υπόλοιπο 8.965.760 δραχμών που αντιστοιχεί σε 26.311,84 ευρώ, για το οποίο και είναι βάσιμος κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή.
Όλα τα ανωτέρω έχουν ήδη κριθεί μετά δυνάμεως δεδικασμένου, με την υπ' αριθμ. 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία, κατά παραδοχήν της εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εξολοκλήρου την αγωγή, ήτοι για το ποσό 112.415.260 ευρώ, και δικάζοντας κατ' ουσίαν δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το κριθέν βάσιμο ως άνω ποσό των 26.311,84 ευρώ.
Η απόφαση δε αυτή του Εφετείου, κατά το αντίστοιχο μέρος της έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμ. 1318/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απερρίφθη ως προς αυτό η αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος. Αντιθέτως, η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή και η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε μόνο κατά το μέρος της που αφορούσε την απόρριψη του περιλαμβανομένου στη λογοδοσία ποσού των 99.290 δολλαρίων Η.Π.Α.
και το οποίο αποτελεί αντικείμενο ερεύνης στην προκειμένη δίκη. Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα δεν απεδείχθη η παρά του εναγομένου είσπραξη του ανωτέρω χρηματικού ποσού, η οποία και συνιστά προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση της αντιστοίχου υποχρεώσεως του προς λογοδοσία. Ειδικότερα ως προς το ποσό τούτο απεδείχθησαν τα εξής :
Την 24-2-1993 ο ενάγων κατέθεσε στην Τράπεζα Αττικής την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τραπέζης FIRST INTERSTATE ποσού 99.000 δολλαρίων, της οποίας ο ίδιος ήταν λήπτης, σε κοινό με τον εναγόμενο προθεσμιακό λογαριασμό συναλλάγματος. Την 21.4.1993 το ποσό αυτό, πλέον τόκων, ο εναγόμενος το μετέφερε, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε άλλο λογαριασμό ταμιευτηρίου συναλλάγματος.
Την 2.8.1993, ο εναγόμενος κατόπιν εντολής του εναγομένου έκλεισε τον ανωτέρω λογαριασμό και ανέλαβε, ως συνδικαιούχος, το κατατεθειμένο σ' αυτόν χρηματικό ποσό, ανερχόμενο μετά των τόκων στο ποσό των 99.290 δολλαρίων Η. Π .Α, παραλαμβάνοντας την υπ' αριθμ. ... ισόποση τραπεζική επιταγή, η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του ενάγοντος (βλ.
την από 24-12-2001 επιστολή της ως άνω Τραπέζης). Ο τελευταίος, ως λήπτης και δικαιούχος της επιταγής αυτής, μετά την παράδοση της σ' αυτόν από τον εναγόμενο δεν απεδείχθη ότι την μεταβίβασε στον τελευταίο δι' οπισθογραφήσεως και ότι αυτός εν συνεχεία προέβη στην είσπραξη το ποσού αυτής. Αντιθέτως κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι την επιταγή αυτή αμέσως μετά την παραλαβή της από την Τράπεζα Αττικής την παρέδωσε στον ενάγοντα, ο οποίος κατά την χρονική εκείνη περίοδο βρισκόταν στην Ελλάδα, και αυτός ως δικαιούχος την εισέπραξε αυθημερόν και την κατέθεσε μαζί με το ποσό άλλης επιταγής ποσού 100.270 δολλαρίων Η.Π.Α., στην Τράπεζα Πειραιώς.
Χρησιμοποίησε δε τον ίδιο ως παρένθετο πρόσωπο για να προβεί στην ανάληψη του ποσού και στο κλείσιμο του λογαριασμού στην Τράπεζα Αττικής, διότι ήθελε να αποφύγει την προσωπική επικοινωνία με τους υπευθύνους της Τραπέζης αυτής και τις εύλογες ερωτήσεις των για την συγκεκριμένη ενέργεια του (κλείσιμο του λογαριασμού και μεταφορά των χρημάτων σε άλλη τράπεζα).
Ο ισχυρισμός δε αυτός του εναγομένου ενισχύεται και από το γεγονός που επικαλείται ο εναγόμενος και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ότι δηλαδή την 2-8-1993, που αυτός έλαβε, την επ' ονόματι του ενάγοντος επίμαχη επιταγή, ο τελευταίος (ενάγων) έλαβε και από τον Εθνική Τράπεζα επιταγή ποσού 100.279 δολλαρίων, και το συνολικό ποσό των δύο αυτών επιταγών, ανερχόμενο σε 199.560 ευρώ, το κατέθεσε αυθημερόν στην Τράπεζα Πειραιώς.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος, πέραν της διαμεσολήσεώς του γα το κλείσιμο του λογαριασμού και την έκδοση επ' ονόματι του ενάγοντος της επίμαχης τραπεζικής επιταγής, προέβη περαιτέρω και στην είσπραξη του ποσού της συγκεκριμένης επιταγής, δεν έχει υποχρέωση λογοδοσίας, αφού το ποσό της επιταγής ταύτης δεν υπήχθη στην διαχείριση του. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αντιθέτως και δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή και για το ποσό τούτο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως υποστηρίζει ο εναγόμενος με τον σχετικό λόγο της εφέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και αφού εξαφανισθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η πρωτόδικη απόφαση και δικασθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για το ίδιο ποσό η ένδικη αγωγή. Τέλος τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων κατά την έκταση της νίκης και ήττης αυτών, εν συνόλω λαμβανομένης (σε συνδυασμό με το αμετακλήτως γενόμενο δεκτό της αγωγής, αλλά και με την προηγηθείσα αναιρετική απόφαση, η οποία δεν περιέλαβε διάταξη περί δικαστικών εξόδων) και να καταδικασθεί ο εκκαλών-ενάγων, ως ηττηθείς σε μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου -εναγομένου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά, και κατ' ουσίαν την έφεση, κατά το παραπεμφθέν ενώπιον του μέρος αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ.289/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία κατέστη οριστική η προηγηθείσα υπ' αριθμ. 493/2001 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.
Απορρίπτει την αγωγή, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό .Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ