1536/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1536/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 3.Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή του, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια εσφαλμένη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κρεμεζή που ανεκάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, Κ.υ Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 13/2011 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο εδώ αναιρεσείων κατά της 75/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Με αυτή είχε απορριφθεί η "ανακοπή -τριτανακοπή" του αναιρεσείοντος για ακύρωση του από 20-2-1970 πρωτοκόλλου κατάληψης εγκατελειμένου αστικού ακινήτου του Οικονομικού Εφόρου Κομοτηνής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ ].
2.Κατά το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων": "2. Ακίνητα, εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ` αυτών ουδέ δι`αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ` αυτού ως διοικητού αλλοτρίων.3.Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ`ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του Προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου.4.Εφ`όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του Πρωτοκόλλου κατά λήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεί της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται κατ`αίτησιν αυτού κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον δι`αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών μετά γνώμην του κατ` άρθρ. 10 Συμβουλίου".6.Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ.5 καθοριζομένην διαδικασίαν και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα κατά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως.7.Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης,κατά την παρ. 4 του άρθρου 11,προθεσμίας,δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι`αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, Πρόεδρον των Πρωτοδικών. 8.Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον".
Εξάλλου, η έκδοση από διοικητικές αρχές πρωτοκόλλων κατάληψης ακινήτων επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, αποτελεί διοικητική πράξη, που, χωρίς να συνιστά μέσο οριστικής επίλυσης διαφοράς, οδηγεί σε ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος αυτογνώμονα, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, η οποία κατ`αρχήν απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, γι`αυτό πρέπει, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, να προβλέπεται ειδικώς από τον νόμο, μη αναγόμενη στα ευρύτερα διοικητικά καθήκοντα των οργάνων που την επιχειρούν.
Επομένως, πρωτόκολλο κατάληψης που εκδίδεται, κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 34 του α.ν.1539/ 1938 διαδικασία, για ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους, με πρόθεση παραίτησής τους από την κυριότητα, με σκοπό τη διαχείριση από το Δημόσιο, ως διοικητή αλλοτρίων των ακινήτων αυτών και την απόκτηση της κυριότητας από αυτό μετά την πάροδο δεκαετίας από της κατάληψής των, είναι νόμιμο, αφού από τις ανωτέρω διατάξεις ρητώς προβλέπεται η έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης και καθορίζονται, με τρόπο σαφή, οι προϋποθέσεις έκδοσής του και τήρησης της αρχής της δημοσιότητας, με καταχώριση τούτου στα βιβλία μεταγραφών, στην μερίδα του ιδιοκτήτη, εφόσον αυτός είναι γνω στός στην αρμόδια υπηρεσία.[ΑΠ 1758/2009].
3.Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή του, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια εσφαλμένη.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ`ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που αυτό (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. [προβλ.ΑΠ 1758/2009].
Περαιτέρω με το άρθρο 559 αριθ.8 β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό τη προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, αποτελούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον φερόμενο ως αγνοηθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό [Ολ ΑΠ 11/1996,ΑΠ 120/2008].
Περαιτέρω το άρθρο 559 αριθ.10 περ.α' ΚΠολΔ, ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Προκύπτει συνεπώς ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι'αυτά [ΑΠ 1271 /2008].
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.11 β` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ.
4. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "......Με το από 20-2-1970 Πρωτόκολλο καταλήψεως αστικού οικοπέδου που συντάχθηκε από τον Οικονομικό έφορο Κομοτηνής, κατόπιν της με αριθμό 1504/382/3 -2-1961 ειδικής εντολής του υπουργείου Οικονομικών και από τον Διοικητή Α.Τ. Κομοτηνής, κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγκαταλελειμένο, ένα οικόπεδο, αγνώστου ιδιοκτήτη,160 τμ, μετά ερειπομένου κτίσματος πρόχειρης κατασκευής, που βρίσκεται στην Κομοτηνή...
Στο Πρωτόκολλο καταλήψεως αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό κατέχεται διαιρετά κατά το 1/2 από τον Α. Α. και των κληρονόμων του αδελφού του Κ. Α. και κατά το υπόλοιπο 1/2 από τους κληρονόμους του Σ.. Βάσει του ως άνω πρωτοκόλλου το ακίνητο καταχωρήθηκε στα βιβλία Δημοσίων Κτημάτων, στις 20-2-1970,με αύξοντα αριθμό 1678.Το επίδικο πρωτόκολλο εκδόθηκε με βάση την από 18-2-1970 έκθεση του εφοριακού Ν.
Κ., κατόπιν προφορικής εντολής του Οικονομικού εφόρου Κομοτηνής προς εξακρίβωση των αναφερομένων στην από 19 -3-1968 δήλωση του Α. Α. περί εγκαταλελειμμένου οικοπέδου επί της οδού ..., εκτάσεως 160 τ.μ. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι στην ως άνω θέση διαπίστωσε, μετά από επιτόπια έρευνα, ότι βρίσκεται ένα οικόπεδο, εμβαδού 160 τμ το οποίο κατέχεται διαιρετά κατά το 1/2 από τον δηλούντα και των κληρονόμων του Κ.
Α. και κατά το άλλο 1/2 από τους κληρονόμους Σ. και ότι από το 1925 και εντεύθεν σήμερα κατέχεται απ' αυτούς, άνευ ουδενός τίτλου και πρέπει να καταληφθεί ως αδέσποτο. Στην από 19/3/1968 δήλωση του ο Α. Α. ανέφερε ό- τι από το έτος 1925 κατέλαβε ως αδέσποτο το 1/2 του ως άνω οικοπέδου ,επί του οποίου ανήγειρε μια ξυλοπηλόκτητη κατασκευή, στην οποία στεγάσθηκε επαγγελματικά.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την από 18-2-1970 αίτηση του Α. Α. και των κληρονόμων του Κ. Α., που υπογράφεται από τον ανακόπτοντα ο οποίος ήταν δικηγόρος του Α. Α. και κατατέθηκε στην Οικονομική Εφορία Κομοτηνής στις 21-2-1970,ζητήθηκε η χορήγηση βεβαίωσης, από την οποία να προκύπτει ότι το επί της οδού ... μεταξύ των αριθμών 61 και 63 οικόπεδο, στο οποίο φέρονται διαιρετά ως κάτοχοι, ανήκει στο Δημόσιο κατά κυριότητα, κατά το φερόμενο απ'αυτούς κατεχόμενο τμήμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για δικαστική τους υπόθεση ενώπιον της επιτροπής επίλυσης φορολογικών διαφορών του Δήμου Κομοτηνής.
Σε απάντηση της αίτησης η Οικονομική Εφορία Κομοτηνής εξέδωσε την με αριθμό πρωτ.2000/24-2-1970 βεβαίωση, στην οποία ανέφερε ότι το επίδικο ακίνητο...ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και διαχειρίζεται από την ημετέρα Οικονομική Εφορία. Από την προαναφερόμενη αίτηση και την εκδοθείσα βεβαίωση προκύπτει ότι ο ανακόπτων, εφόσον ο ίδιος υπογράφει την αίτηση, γνωρίζει από 18-2-1970 ότι το ακίνητο δεν έχει ιδιοκτήτη τον Α.
Α., αλλά εμπλέκεται το Δημόσιο και ζητά, για το τμήμα που αυθαίρετα κατέλαβε και κατέχει ο πελάτης του, να χορηγηθεί βεβαίωση ότι ανήκει κατά κυριότητα στο δημόσιο, ενώ γνωρίζει επίσης ότι με την από 19-3-1968 δήλωση ο ως άνω πελάτης του δήλωσε ότι από το 1925 κατέλαβε ως αδέσποτο το τμήμα του οικοπέδου, δεδομένου ότι την μνημονεύει στην αίτηση.
Αλλά και από το από 9-4-1974 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Κομοτηνής, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στον Α. Α. η κατάληψη του ακινήτου από το Δημόσιο, παραλήφθηκε από τον ανακόπτοντα, ο οποίος υπέγραψε και το προσκομιζόμενο από 18-4-1974 αποδεικτικό επίδοσης, με την σημείωση "ότι ο Α. Α., απεβίωσε και παραλαμβάνω το έγγραφο ως εκπρόσωπος των κληρονόμων αυτού" Περαιτέρω με το με αριθμό ...
πρωτόκολλο καθορίσθηκε σε βάρος του Α. Α. αποζημίωση χρήσης του επιδίκου για το χρονικό διάστημα από 1-1-1961 έως 31 -12-1973, ποσού 1.500 δραχμών. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την κατάληψη του ακινήτου και επί μία δεκαετία, αλλά και μέχρι το έτος 2001,δεν ζητήθηκε από κανένα η απόδοση του διαιρετού τμήματος 1/2 που κατείχε ο Α.
Α. δια της διοικητικής ή δικαστικής οδού, ούτε έγινε κάποια άλλη ενέργεια από τον ανακόπτοντα ή τρίτο σχετικά με το επίδικο, παρόλο που ο ανακόπτων γνώριζε την διοικητική κατάληψη αυτού. Αντιθέτως οι..... ως κληρονόμοι του Ε. Γ., άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής την από 14-5-1974 ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση του με αριθμό ...
πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως του Οικονομικού Εφόρου Κομοτηνής για το υπόλοιπο τμήμα του ως άνω οικοπέδου...Στη συνέχεια αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η σχετική δίκη περατώθηκε με την έκδοση της 300/1987 απόφασης του Αρείου Πάγου και προστίθενται τα ακόλουθα: "Κατόπιν τούτων, με την με αριθμό 415/23-3-Ι9-92 απόφαση του Νομάρχη Ροδόπης διαγράφτηκε από τα βιβλία καταγραφής των Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ροδόπης, ολόκληρο το ΒΚ 1678 ακίνητο με την αιτιολογία ότι η κυριότητά του ως άνω αναγνωρίσθηκε δικαστικά υπέρ της Δ.
Χ. και των λοιπών εναγόντων. Στις 2/10/2000 η Α. Σ., Σ. Μ. ζήτησαν από την Κτηματική Υπηρεσία στοιχεία από τον φάκελο του ΒΚ 1678 ακινήτου, προκειμένου να προσκυρωθεί σ'αυτούς τμήμα 67τμ που κατέχονταν αυθαίρετα από τους αδελφούς Α. και που τότε το καταπατούσε ο ανακόπτων που ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του Α. Α. και κατάθεσαν και σχετικό υπόμνημα προς το Υπουργείο Οικονομικών.
Μετά από έλεγχο του φακέλου ΒΚ 1678, που έγινε από την Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Ροδόπης, διαπιστώθηκε ότι εσφαλμένα με την με αριθμό 415/23-3-1992 απόφαση του Νομάρχη Ροδόπης διαγράφηκε όλο το ακίνητο από τα βιβλία Δημοσίων κτημάτων. Από την προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού Ροδόπης εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ.884/17-9-2001 διορθωτική απόφαση, στην οποία αναφέρονταν ότι ανακαλείται μερικώς και διορθώνεται κατά το μέρος που αφορά την έκταση του ΒΚ 1678 ακινήτου, η με αριθμό 415/23-3-1992 απόφαση του Νομάρχη Ροδόπης και προέβη στη διαγραφή από τα βιβλία δημοσίων Κτημάτων μέρος του ΒΚ 1678 Δημοσίου Κτήματος, ήτοι 92,70 τμ που είναι το ορθό σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ανακόπτων κοινοποίησε προς το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο την από 3-10-01 αίτηση, στην οποία ισχυρίζονταν για πρώτη φορά "ότι είναι κύριος του οικοπέδου, εμβαδού 94,46 τμ το οποίο σε μεγαλύτερη έκταση ανήκε στον Χ. Ε. από τον οποίο το αγόρασε άτυπα ο Α. Α., πρόσφυγας από την Ανατολική Θράκη, το έτος 1922-1923 και ανήγειρε επ'αυτού κατάστημα, στο οποίο μαζί με τον αδελφό του Κ., άσκησε επιχείρηση εμπορίας ξυλανθράκων και μετέπειτα αεριούχων ποτών, μέχρι το 1966 περί που, οπότε κατεδάφισε το κατάστημα και εκμίσθωνε το ακίνητο σε τρίτους.
Στη συνέχεια ανέφερε ότι στις 27/1/1970 ο Α. Α. πούλησε το οικόπεδο στον πατέρα του Ν. αντί του ποσού 80.000 δραχμών, με ιδιωτικό συμφωνητικό, ο δε πατέρας του συνέχισε να το εκμισθώνει μέχρι τον θάνατό του στις 7-2-1973.Στη κληρονομιά αυτού υπεισήλθαν ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του, ο ίδιος (ανακόπτων) και η μητέρα του, που απεβίωσε στις 10-11-1987 και έκτοτε περιήλθε σ'αυτόν ως μοναδικό εξ' αδιαθέτου κληρονόμο αυτής ,την οποία [κληρονομιά] αποδέχθηκε.
Ότι πρόσφατα πληροφορήθηκε όλως τυχαίως, ότι η Κτηματική Υπηρεσία εξεδήλωσε ενδιαφέρον για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οικοπέδου, χωρίς να έλθει σε επαφή μαζί του. Προκειμένου να διερευνηθούν τα αναφερόμενα στην αίτηση με το με αριθμό 1094314/9872/AOOIO/9-11-2001 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς την Κτηματική Υπηρεσία Ροδόπης σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΑΝ 1534/1938 διατάχθηκε η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης.
Τελικά με την με αριθμό πρωτ.1058821/4309/AOOIO/25-6-03 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, έγινε αποδεκτή στο σύνολο η από 21/ 2003 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων με την οποία ομόφωνα έγινε δεκτή η απόρριψη της με αριθμό 64611/8-10-2001 αίτησης του ανακόπτοντος προς απόδοση του επιδίκου τμήματος του ...
δημοσίου κτήματος. Ο ανακόπτων, κατόπιν τούτων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης την με αριθμό κατά θέσεως 87/18-6-2003 αναγνωριστική κυριότητας αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 100/2004 απόφαση αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ανακόπτων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 181/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και στην συνέχεια το Δικαστήριο ,δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεκτής γενόμενης της ενστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου περί καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμένου και παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη.
Ειδικότερα στην ως άνω απόφαση εκτίθεται ότι "....Το επίδικο κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ήταν ιδιόκτητο μούλκι και κατά το χρόνο της ελληνικής νομοθεσίας στην Θράκη, ο ιδιοκτήτης αυτού ήταν άγνωστος. Το έτος 1925 περίπου ο Α. Α. με τον αδελφό του Κ., πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, κατέλαβαν το ακίνητο αυτό και το χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της επιχείρησης ξυλανθράκων, πλην όμως δεν κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι της 23-2-1946 ή έκτοτε μόνο με διάνοια κυρίου καθόσον οι ίδιοι στην από 19-3-1968 δήλωσή τους αλλά και στην από 18-2-1970 αίτηση τους δηλώνουν ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο με την νομότυπη, στις 20-2-1970, κατάληψη αυτού ως εγκαταλελειμμένου και την παρέλευση δεκαετίας απ' αυτήν, στην οποία μέχρι τις 20-2-1980,αλλά και περαιτέρω μέχρι το 2001,δεν ζητήθηκε από κανένα η απόδοση τους δια της διοικητικής ή δικαστικής οδού, ούτε έγινε κάποια ενέργεια προς την διοίκηση εκ μέρους του ενάγοντος ή τρίτου σχετική με το επίδικο, παρόλο που ο ενάγων-ανακόπτων γνώριζε την διοικητική κατάληψη, ως προαναφέρθηκε [το Ελληνικό Δημόσιο] κυριότητα επί αυτού στις 20-2-1980 και συνεπώς οι διακατοχικές πράξεις (εκμισθώσεις) που έγιναν από τον ενάγοντα δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κατάλυση της κυριότητας αυτής." Από τα ανωτέρω αποδεικνύονται ότι το προσβαλλόμενο από 20-2-1970 πρωτόκολλο κατάληψης εκδόθηκε έγκυρα και συνέτρεχαν όλες οι από το νόμο (άρθρο 34 του ΑΝ 1539/ 1938) τασσόμενες προϋποθέσεις ήτοι το επίδικο ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένο καθότι ήταν αγνώστου ιδιοκτήτη και δεν το διαχειριζόταν κανένας ως αντιπρόσωπος αυτού και ότι ο Α.
Α. και ο αδελφός του Κ.ς Α.ς κατέλαβαν και κατείχα αυθαίρετα αυτό, όπως οι ίδιοι δήλωσαν στην από 19-3-1968 δήλωση τους προς την Εφορία Κομοτηνής. Περαιτέρω το επίδικο, που κατά το χρόνο της κατάληψης ήταν εγκαταλελειμμένο, δεν αναζητήθηκε από κανέναν μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης (20-2-1970) μέχρι το έτος 2001,με συνέπεια να παρέλθει η από τον νόμο προβλεπόμενη δεκαετία και να αποσβεσθεί η κυριότητα του ιδιοκτήτη επ' αυτού και να περιέλθει αυτό στο Ελληνικό Δημόσιο". 5.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους απέρριψε στην ουσία της την ένδικη ανακοπή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 34 του α.ν.1539/1938, την οποία το Δικαστήριο ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Δεν απαίτησε δε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, με το να δεχθεί, αναφορικά αφενός μεν ως πρός το ουσιώδες ζήτημα της νομότυπης έκδοσης του προσβληθέντος πρωτοκόλλου, ότι τηρήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον νόμο, ήτοι η ύπαρξη σχετικής εντολής του Υπουργείου Οικονομικών, η σύνταξη αυτού από τα οριζόμενα από το νόμο πρόσωπα, η ιδιότητα του καταληφθέντος ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου και η τήρηση των κανόνων δημοσιότητας, αφετέρου δε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόσβεσης της τυχόν κυριότητας του αναιρεσείοντος, [εμφανισθέντος μετά την παρέλευση δεκαετίας από της νομοτύπου ως άνω καταλήψεως] και περιέλευσης αυτής στο αναιρεσίβλητο.
Ενόψει αυτών: Α] Είναι απαράδεκτος ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο αποδίδεται παραβίαση του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938,διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως νόμιμο το από 20-2-1970 πρωτόκολλο κατάληψης του επίδικου ακινήτου, παρόλον ότι, όπως ο αναιρεσείων προέβαλε, δεν προηγήθηκε τούτου η αναφερόμενη στον ως άνω νόμο ειδική εντολή από την αρμόδια προϊσταμένη Αρχή του Οικονομικού Εφόρου διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ότι η κατάληψη του επιδίκου έγινε κατόπιν έρευνας και ειδικής εντολής του Υπουργείου Οικονομικών και συντάχθηκε το ανωτέρω πρωτόκολλο με σχετικό σχεδιάγραμμα.
Β] Είναι αβάσιμοι: α] Ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά πέμπτο και έκτο μέρος του, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο και όγδοο μέρος του και ο τέταρτος κατά το τρίτο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, β]Ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο και έβδομο μέρος του καθώς και ο τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 β'ΚΠολΔ, αφού από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι από το Εφετείο, ελήφθησαν υπόψιν και ερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί του ανακόπτοντος περί ακυρότητας του πρωτοκόλλου λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του Δημοσίου στην έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης και περί της ύπαρξης δεδικασμένου από προηγούμενη αμετάκλητη δικαστική απόφαση [που αποτέλεσαν και λόγους έφεσης] και απορρίφθηκαν είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με την παραδοχή αντίθετων περιστατικών.
Ο τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 γ' ΚΠολΔ με την επίκληση των ίδιων περιστατικών σχετικά με τις ενστάσεις κατάχρησης δικαιώματος και δεδικασμένου, είναι απαράδεκτοι, καθόσον κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως αίτηση θεωρείται αυτή που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι οι προβληθείσες ενστάσεις όπως είναι οι ρηθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, γ]Ο πρώτος και ο δεύτερος αναιρετικοί λόγοι κατά το δεύτερο μέρος τους, καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το όγδοο μέρος του, που αφορούν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔικ, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή των πιο πάνω περιστατικών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι ύστερα από πιθανολόγηση, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά στα πλαίσια της πλήρους απόδειξης, ύστερα από συνεκτίμηση τους με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλων των εγγράφων.
γ)Ο πρώτος και ο δεύτερος αναιρετικοί λόγοι κατά το τρίτο μέρος τους και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το τέταρτο και έκτο μέρος του, που αναφέρονται στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.11 β', α'και γ' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, καθόσον από την γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα σε συνδυασμό προς το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, ενώ δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ούτε μη νομίμως επικληθέντα τοιαύτα. 6
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι όμως και οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, όπως οι ενστάσεις και αντενστάσεις, η μη λήψη υπόψη των οποίων καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου από τα άρθρα 450 παρ.2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί σχετικώς θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.9 γ' ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, ήτοι έγινε επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιοριζόταν σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και αναφερόταν περιστατικά από τα οποία προέκυπτε το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο ήταν πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του [ΑΠ 2095/2009].
Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι σ'αυτές διελήφθησαν (και) τα εξής: "Σε κάθε περίπτωση αιτούμαι την προσκόμιση από τον αντίδικο και επίδειξη στο δικαστήριο της εγγράφου ειδικής εντολής του Υπουργού Οικονομικών την ύπαρξη του οποίου επικαλείται αυτός και δέχεται η εκκαλουμένη κατά τα άρθρα 450-451 ΚΠολ Δικ.." και "....Σε κάθε περίπτωση και για την απόδειξη της υπάρξεως ή μη της απαιτουμένης ειδικής εντολής αιτούμαι και πάλι κατά τα άρθρα 450-451 ΑΚ νομίμως και παραδεκτώς από το δικαστήριο σας να διατάξει την προσκόμιση από το αντίδικο και την επίδειξη της αφορώσης το συγκεκριμένο ακίνητο ειδικής εντολής του Υπουργείου Οικονομικών για την κατάληψή του, όπως και του επικαλούμενου με αριθμό 1504/383/3-2-1961 εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών [που αναγράφεται στο πρωτόκολλο].
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Εφετείο που παρέλειψε να αποφανθεί επί του παραπάνω αιτήματος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 γ' ΚΠολΔικ, εφόσον το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε ενώπιον του αορίστως, ήτοι χωρίς να συνοδεύεται από τον ισχυρισμό, ότι κατά τον χρόνο της υποβολής του, το έγγραφο αυτό βρισκόταν στα χέρια του αντιδίκου του αναιρεσείοντα, όπως επιβάλλεται [ΑΠ 463/2011].
Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων, με βάση τα προαναφερθέντα υπαινίσσεται ανυπαρξία του εν λόγω εγγράφου και συνεπώς ανυπαρξία της σχετικής ειδικής εντολής για το νομότυπο της σύνταξης και έκδοσης του προσβληθέντος για ακυρότητα πρωτοκόλλου, τότε και πάλιν το σχετικό αίτημα έπρεπε να απορριφθεί, εφόσον αυτός δεν επικαλέσθηκε πλαστότητά αυτού, ως δημοσίου εγγράφου.
Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το τέταρτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Για τον ίδιο λόγο [λόγω αοριστίας του σχετικού αιτήματος επίδειξης εγγράφου] και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το έβδομο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια ως προς την παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο υποβληθέν νομότυπα αίτημά του, για επίδειξη της από 19-3-1968 δηλώσεως του Α. Α..
7.Κατά την έννοια του άρθρου 559 περ.20 ΚΠολΔικ, παραμόρφωση εγγράφου δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου ή συνεκτιμά το περιεχόμενό του με άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), δηλαδή όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό και με άλλα αποδεικτικά μέσα, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται [ΑΠ 1193/2008].
Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πέμπτο και όγδοο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εν λόγω πλημμέλεια σχετικά με το από 18-2-1970 έγγραφο -αίτηση, που είχε υποβληθεί από τον ίδιο τον ανακόπτοντα με την ιδιότητα του δικηγόρου, ενεργούντος κατ'εντολήν του Α.
Α., προς τον Οικονομικό Έφορο Κομοτηνής, καθώς ως προς την από 18-2-1970 έκθεση του Εφοριακού Κ. και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Ο λόγος αυτός κατά τα πιο πάνω μέρη του είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, σχετικά με την ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας το αναιρεσείοντα στο καταληφθέν ακίνητο, άλλως της απόσβεσης αυτής λόγω παρόδου δεκαετίας από την νομότυπη κατάληψη αυτού, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. 8.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά α φορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος. [ΑΠ 1467/2008].
Αν όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [ΑΠ 901/2002]. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρε- σείων με το έβδομο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου ισχυρίζεται κατά λέξη τα ακόλουθα:".....γ8) Όπως εξέθεσα πρωτοδίκως αλλά και στο Εφετείο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ο μέσος λογικός άνθρωπος, δεν θα μπορούσε παρά να διερωτηθεί πώς είναι δυνατόν, ο Εφοριακός υπάλληλος να μπορέσει μέσα σε δύο μόνο ημέρες (18-20/2/1970) και εντός του ωραρίου εργασίας του σ'αυτήν να διεκπεραιώσει την ανωτέρω "έρευνά" του, να συντάξει την σχετική έκθεσή του, να ζητήσει εγγράφως και λάβει (εξ' Αθηνών) την έγγραφη Υπουργική Εντολή για την κατάληψη του συγκεκριμένου ακινήτου, να συντάξει το Πρωτόκολλο καταλήψεως, να λάβει την επ' αυτού υπογραφή του Οικονομικού Εφόρου και του Αστυνομικού Διοικητή και να καταχωρήσει αυθημερόν το ακίνητο στα Β.Κ..
Και να καταλήξει αβίαστα στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ούτε πραγματική έρευνα έγινε, ούτε κυρίως Υπουργική Εντολή για τη κατάληψη του ακινήτου υπήρξε. Τα διδάγματα αυτά αφορούν ευθέως την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους εφαρμοστέους εν προκειμένω κανόνες δικαίου του άρθρου 34 ΑΝ 1539/1938 και η προσβαλλόμενη απόφαση που τα παρέβη έσφαλε, υποπέσασα στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔικ.".
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκ τεθεί στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, προβάλλεται απαραδέκτως αφού τα διαλαμβανόμενα στον λόγο αυτό, περιστατικά, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικό επιχείρημα προς στήριξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, για την μη νομότυπη έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης.
9.Από τις διατάξεις των άρθρων 321,322 και 324 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα, αναφορικώς με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης κλπ, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από τη προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ`αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος που ισχύει κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔικ, στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρ. 325 ΚΠολΔικ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων.
Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, ώστε να καλύπτονται από το δεδικασμένο και τρί τα πρόσωπα αποτελούν οι προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις, καθώς και οι περιπτώσεις των επόμενων άρθρων 326-329 ΚΠολΔικ, που δεν επιδέχονται ανάλογης εφαρμογής. Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν [ΑΠ 1826/2011].Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, κατά το μέρος που επικαλείται την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την νομίμως προταθείσα ένστασή του περί δεδικασμένου που απορρέει από τις αποφάσεις 22/1975 του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, 17/84 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, 225/1984 του Εφετείου Θράκης και 300/1987 του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να διαλαμβάνει στην αίτηση ότι την ένστασή του αυτή, συνόδευε με την επίκληση της ιδιότητάς του ως διαδίκου στις δίκες κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις ή ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι εξαιρέσεις του άρθρου 325 ή οι περιπτώσεις των επόμενων άρθρων 326-329 ΚΠολΔικ, ώστε το δικαστήριο της ουσίας [που απέρριψε σιωπηρά τον εν λόγω ισχυρισμό του], να δυνηθεί να κρίνει περί της συνδρομής όλων των προϋποθέσεων που απαιτεί ο νόμος για την ουσιαστική της βασιμότητα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του είναι αόριστος. Τέλος κατά το μέρος που με τους παραπάνω λόγους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού αιτιώνται πλημμέλεια μη ελεγχόμενη αναιρετικά.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστική δαπάνη δεν πρέπει να επιβληθεί ελλείψει σχετικού αιτήματος από το αναιρεσίβλητο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Σ. Β. για αναίρεση της 13/2011 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ