1536/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1991 αγωγή του Σωματείου, και με την από 26-9-1992 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/1993 μη οριστική, 188/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-9-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1536/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, επί απλής ομοδικίας - η οποία δημιουργείται και μεταξύ των εναγομένων επί διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 1596/2009) - οι πράξεις ή παραλείψεις του ενός ομοδίκου ούτε ωφελούν ούτε βλάπτουν τους λοιπούς. Έτσι, η ερημοδικία του ενός ομοδίκου καθιστά ερήμην τη δική του μόνο δίκη, η δε άσκηση των ένδικων μέσων γίνεται από κάθε ομόδικο χωριστά και δεν ωφελεί τους άλλους.
Full text
Απόφαση 1536 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. χας Ρ. Τ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιγάνη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος των εν Αθήναις και Πειραιεί Φθιωτών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1991 αγωγή του Σωματείου, και με την από 26-9-1992 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/1993 μη οριστική, 188/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων και ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 433/2005 ΕλλΔνη 46.1072).
Εξάλλου, επί απλής ομοδικίας - η οποία δημιουργείται και μεταξύ των εναγομένων επί διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 1596/2009) - οι πράξεις ή παραλείψεις του ενός ομοδίκου ούτε ωφελούν ούτε βλάπτουν τους λοιπούς. Έτσι, η ερημοδικία του ενός ομοδίκου καθιστά ερήμην τη δική του μόνο δίκη, η δε άσκηση των ένδικων μέσων γίνεται από κάθε ομόδικο χωριστά και δεν ωφελεί τους άλλους.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 101 ΚΠολΔ, "σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έδωσε την πληρεξουσιότητα ... η πληρεξουσιότητα εξακολουθεί και παύει μόνον όταν διακοπεί η δίκη ...", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α' και 287 ΚΠολΔ, "η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, α) πεθάνει κάποιος διάδικος ...
επέρχεται (δε) η διακοπή από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης (όχι δηλαδή και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται ΑΠ 65/2004 ΕλλΔνη 45.1036, και) γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ...
μπορεί (δε) να (την) κάνει και αυτός που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου ...". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρώτο αναιρεσίβλητο Σωματείο με την επωνυμία "σύλλογος των εν Αθήναις και Πειραιεί Φθιωτών" άσκησε την από 25.11.1991 διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή κατά της αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της Ρ.
Τ. του Θ. (ψιλής κυρίας και επικαρπωτής, αντίστοιχα του επίδικου ακινήτου) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο, με την απόφασή του 188/2007, την έκανε δεκτή εν μέρει. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, το οποίο συζήτησε αυτήν -έφεση- κατά τη δικάσιμο της 8-12-2009 και με την προσβαλλόμενη -148/2010- απόφασή του την απέρριψε.
Ειδικότερα, ως προς το δεύτερο εκκαλούντα-εναγόμενο η έφεση απορρίφτηκε λόγω της ερημοδικίας του, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι η συζήτησή της είχε επισπευσθεί και από αυτόν ο οποίος και δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς το δεύτερο εκκαλούντα σύζυγό της, αφού είχε επισπευσθεί ακύρως από αυτόν, δεδομένου ότι είχε πεθάνει πριν τη συζήτησή της κατά την ως άνω δικάσιμο της 8-12-2009 και ο θάνατός του δηλώθηκε από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και βεβαιώθηκε με την προσκομιδή της ληξιαρχικής πράξης θανάτου με αριθμό .../2009 του Ληξιαρχείου Λαμίας, λόγω δε του θανάτου του είχε παύσει η πληρεξουσιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου του για την εκπροσώπησή του, ενώ και η επικαρπία είχε συνενωθεί με την ψιλή κυριότητα (ΑΚ 223, 1167).
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στο δεύτερο εκκαλούντα και η αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης η ίδια ατομικά ως εκκαλούσα. Παρεκτός αυτού, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, αφού -όπως και το Εφετείο ορθά δέχτηκε- η πιο πάνω δήλωση της αναιρεσείουσας για το θάνατο του δεύτερου εκκαλούντος με τις προτάσεις της στο Εφετείο "δεν συνιστά (ούτε) παραδεκτή γνωστοποίηση λόγου διακοπής της δίκης (άρθρο 287 ΚΠολΔ) ούτε δήλωση εκούσιας συνεχίσεώς της απ' αυτή, αφού δεν επικαλείται ότι είναι καθολικός διάδοχός του".
ΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δική, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 11-7-2006 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ.
Π., η οποία συντάχθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας και του συνεκκαλούντος -και ήδη αποβιώσαντος- συζύγου της και που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και από "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την παραπάνω τεχνική έκθεση, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμηση και την τεχνική αυτή έκθεση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία της.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 499/1997 ΕλλΔνη 39.125).
Επομένως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα απορρίφθηκε από το Εφετείο το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
IV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 861/1984, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως στερούμενην της νόμιμης βάσης της, γιατί "κατά την εκτίμηση της από Απριλίου 2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ε.Φ. παραβιάστηκαν (από το Εφετείο) οι κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο τι δέχτηκε το δικαστήριο ως αποδεδειγμένο πραγματικό περιστατικά" και "ειδικότερα (ότι) ή έλλειψη νόμιμης βάσης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνίσταται στην έλλειψη αιτιολογίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων που εμφανίζονται μέχρι την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών, (αφού) το δικαστήριο κατά την ανάλυση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι δεν εκτίμησε την βαρύτητα καθενός από αυτά χωριστά και δεν ανέφερε καθόλου στην αιτιολογία του την από 11-7-2006 τεχνική έκθεση του τοπογράφου Σ.
Π., ο οποίος αιτιολογημένα αντέκρουσε την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτή έλαβε εσφαλμένα τη θέση του σημείου συμβολής της ΝΕΟ Αθηνών-Λαμίας με την ΠΕΟ Λαμίας-Αταλάντης, στοιχεία τα οποία δεν έλαβε υπόψη και δεν εξετίμησε ο διορισθεί πραγματογνώμονας, και συνεπώς ούτε το δικαστήριο, γι' αυτό δεν ήχθη με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών ενόψει των συνεχών απαλλοτριώσεων της ένδικης περιοχής, (δεδομένου ότι) το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο έκρινε για το επίδικο ακίνητο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τον τίτλο υπ' αριθμ. 1824/1984, λαμβάνοντας υπόψη το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης που συνοδεύει την ΚΥΑ 1125902/9641/0010/ 2-12-1998 για την αναγκαστική απαλλοτρίωση που αυτή αναφέρεται, ενώ η πραγματική κατάσταση του εδάφους της ευρύτερης περιοχής που βρίσκεται το επίδικο έχει διαφοροποιηθεί από το έτος 1984, όταν είχε συσταθεί η άνω δωρεά (1842/1984)".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, πέραν του ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία κατά την εκτίμηση της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης παραβιάστηκαν, οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων -δηλαδή της εν λόγω έκθεσης πραγματογνω μοσύνης και των προεκτιθέμενων εγγράφων-, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2010 αίτηση της Σ. χας Ρ. Τ. το γένος Δ.Σ. για αναίρεση της 148/2010 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, από τα οποία ποσό τριακοσίων (300) ευρώ στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ