1536/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1536/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτηθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΤΙΤΑΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμητσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α) από 15.3.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, β)από 24.3.2000 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου και γ) από 17.11.2000 παρέμβαση του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 459/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της.
Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστης οδού. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Μετά την εισαγωγή του Α.Κ. μπορεί εμμέσως να επιτευχθεί παρόμοιο με το εξ αυτής αποτέλεσμα δυνάμει του άρθρου 281 Α.Κ., αν ο κύριος επί μακρό χρόνο άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση, ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών να καταστεί αυτό κοινής χρήσεως. Αυτό, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ` αυτών, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τέτοια παραβίαση συντρέχει όταν ο δικαστής εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που έπρεπε να εφαρμοσθεί ή έδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά της υπ' αριθ. 115/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δέχτηκε τα ακόλουθα: <<Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία με τη επωνυμία "Α.Ε.
Τσιμέντων ΤΙΤΑΝ" έχει ως αντικείμενο την παραγωγή τσιμέντου, διαθέτει δε προς τούτο εργοστάσιο στην περιοχή "Δρέπανο" Αχαίας. Το έτος 1971, η εναγομένη με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πατρών Αποστόλου Σκουλίκη, μίσθωσε από το κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο, τμήμα δημόσιας έκτασης, εμβαδού 175 στρεμμάτων περίπου, κείμενης στην ίδια ως άνω περιοχή, προκειμένου να προβαίνει στην εξαγωγή αδρανών υλικών, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη στο εργοστάσιό της για την παραγωγή τσιμέντου.
Η μίσθωση συμφωνήθηκε για μια 25ετία, παρατάθηκε δε στη συνέχεια για μια ακόμη πενταετία, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2190/1996 πράξη παρατάσεως μισθώσεως λατομείου της Συμβολαιογράφου Πατρών Χαράς Ζηνόζη. Κατά την έναρξη της μίσθωσης, το έτος 1971, η εναγομένη μισθώτρια, με δική της δαπάνη χάραξε και διάνοιξε μία οδό, η οποία αρχίζει από την εθνική οδό Πατρών - Αιγίου, αποκλειστικά και μόνο χάρη των αναγκών επωφελούς και ασφαλούς εκμεταλλεύσεως του λατομείου, σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 14 όρο της ανωτέρω σχετικής μισθώσεως, ο οποίος ρητά ορίζε ότι "εις την μισθώτρια επιτρέπεται το δικαίωμα κατασκευής οδού προσπελάσεως προς την εθνική οδό Πατρών - Αιγίου πλάτους 10μ.
και μήκους περίπου δύο χιλιομέτρων...". Ο ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, έκτασης 10 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και συνορεύει μεταξύ άλλων και με την προαναφερόμενη μισθωμένη από την εναγομένη εταιρία, δημόσια έκταση. Τόσο αυτός, όπως και άλλοι συγχωριανοί του, μέχει το 1971 ήτοι μέχρι τη διάνοιξη από την εναγομένη της ανωτέρω οδού, για να μεταβαίνουν στους ανωτέρω αγρούς τους, διέρχονταν από ένα μονοπάτι, πλάτους 2 μέτρων περίπου, το οποίο άρχιζε από την εθνική οδό Πατρών-Αθηνών και με πορεία ανηφορική και σχήμα ελικοειδές, λόγω του πρανούς της περιοχής, οδηγούσε στο ακίνητό τους, αλλά και σε άλλες ιδιοκτησίες.
Η διαμόρφωση του δρόμου, από πλευράς της εναγομένης εταιρείας, έγινε, κατά ένα μέρος, και στη θέση του ως άνω παλαιού μονοπατιού, με αρκετές όμως αποκλίσεις, ενόψει της μορφολογίας του εδάφους και των αναγκών της κατασκευής του εν λόγω έργου. Μετά το 1971, με τη διάνοιξη από την εναγομένη της ως άνω οδού, οι ανωτέρω διέρχονταν από την οδό αυτή και με οχήματα, αφού με τον δρόμο αυτό, ενόψει της μορφής και του πλάτους του, ήταν ευχερέστερη η επικοινωνία με τις ιδιοκτησίες τους, δεδομένου ότι μπορούσαν πλέον να διέρχονται με τροχοφόρα.
Η εναγομένη μισθώτρια άρχισε την εξόρυξη των λατομικών υλικών από τα υψηλότερα τμήματα της μισθωμένης έκτασης και συνέχισε προς τα χαμηλότερα τμήματα, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο απόκρυμνα σημεία από τις εξορύξεις. Κάθε φορά δε που εξαντλούσε το υλικό σε ένα τμήμα, συνέχιζε την εξόρυξη σε χαμηλότερο τμήμα, εγκαταλείποντας το ψηλότερο τμήμα, αλλά και το αντίστοιχο τμήμα της διανοιχθείσας ως άνω οδού, η οποία, συνεπώς, υφίστατο εκ των πραγμάτων σταδιακή μετατόπιση προς τα δυτικά.
Σταδιακά ο δρόμος αυτός ασφαλτοστρώθηκε κατά το μεγαλύτερο τμήμα του και κατά το υπόλοιπο, με κατεύθυνση την ιδιοκτησία του ενάγοντος, παρέμεινε χωματόδρομος. Τον Απρίλιο του 1999, το ασφαλτοστρωμένο τμήμα του δρόμου σταματούσε περίπου 300 μέτρα πριν από τον αγρό του ενάγοντος, το υπόλοιπο δε τμήμα των 300 μέτρων που κατέληγε στον αγρό του τελευταίου είχε τη μορφή χωματόδρομου, επί του οποία μάλιστα είχε αναπτυχθεί διάσπαρτη βλάστηση.
Η εναγομένη εταιρεία, συμμορφούμενη προς τις προαναφερόμενες νόμιμες υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τη σύμβαση μισθώσεως, περιέφραξε την ευρύτερη περιοχή του επιδίκου τμήματος της οδού και σε απόσταση 100 μέτρων περίπου πριν την κατάληξη του ανωτέρω χωμάτινου τμήματος της οδού, τοποθέτησε, περί τα τέλη Απριλίου 1999, σ' όλο το πλάτος της οδού, σιδερένια ανοιγόμενη πόρτα ύψους 1,5 μ.
περίπου, επί τσιμεντένιας βάσης, η οποία αποτελούσε μέρος της ως άνω περίφραξης, και στο τέλος του χωμάτινου αυτού τμήματος, ήτοι σε απόσταση 100μ. περίπου από την ανωτέρω σιδερένια πόρτα και 100 μέτρων από τον αγρό του ενάγοντος, τοποθέτησε, στο μέσον του πλάτους της οδού, τσιμεντένια κολώνα ύψους 2 μέτρων επί τσιμεντένιας βάσεως.
Το τμήμα αυτό μήκους 100 μέτρων περίπου που βρίσκεται μεταξύ των ανωτέρω κατασκευών (πόρτα-στύλος) αποτελεί το τελευταίο τμήμα της ανωτέρω οδού που αρχίζει από την εθνική οδό Πατρών-Αιγίου και αποτελεί την επίδικη οδό. Ο ενάγων ισχυρίζεται, με την αγωγή του, ότι το τμήμα αυτό, αλλά και ολόκληρη η οδός αποτελεί κοινόχρηστο δρόμο, ο οποίος υπάρχει από αμνημονεύτων χρόνων και από τον οποίο διέρχονταν πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοί του, στη συνέχεια δε και αυτός, αλλά και άλλοι ιδιοκτήτες παρακείμενων αγρών και αόριστος αριθμός ανθρώπων.
Ισχυρίζεται δηλαδή ότι η διάνοιξη της εν λόγω οδού, έγινε στη θέση του δρομίσκου-μονοπατιού που χρησιμοποιούνταν από τους προαναφερόμενους χρήστες και ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της οδού αυτής διατηρήθηκε έως το έτος 1999, κατά το οποίο η εναγομένη προέβη στις ως άνω παρεμβάσεις, παρεμποδίζοντας τον ίδιο στην ελεύθερη και ακώλυτη χρήση της οδού και προσβάλλοντας, με αυτόν τον τρόπο, το δικαίωμα της προσωπικότητάς του.
Πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η οδός αυτή κατασκευάστηκε εξ υπαρχής από την εναγομένη - μισθώτρια, το έτος 1971, αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των αναγκών εκμεταλλεύσεως του λατομείου. Με την πάροδο δε των ετών και με τη σταδιακή εγκατάλειψη, από πλευράς της εναγομένης, τμημάτων της συνολικής μισθωμένης έκτασης των 175 στρεμμάτων, η τελευταία μετατόπισε τμήματα της οδού και, επομένως, και του επίδικου, δυτικότερα της υπάρχουσας οδού.
Την μετατόπιση της οδού προς τα δυτικά, επιβεβαιώνουν άλλωστε και οι μάρτυρες του ενάγοντος, Ν. Χ. και Γ. Έ., στις 7574/13-3-2001 και 26223/7-10-2002 ένορκες βεβαιώσεις. Περαιτέρω δε, η εναγομένη προέβαινε, ως είχε υποχρέωση για λόγους ασφαλείας, και στην περίφραξη της μισθωμένης εκτάσεως, όπως έπραξε και τον Απρίλιο του 1999, τοποθετώντας την ανωτέρω σιδερένια πόρτα, ενώ είχε τοποθετήσει, κατά μήκος της ανωτέρω οδού και σε διάφορα σημεία, προειδοποιητικές πινακίδες, εφιστώντας την προσοχή των διαφόρων διερχομένων για τους κινδύνους από τις λατομικές εργασίες, και απαγόρευσε τη διέλευσή τους κατά τη διάρκεια ανατινάξεων βράχων με εκρηκτικές ύλες.
Η διέλευση, επομένως, του ενάγοντος και άλλων προσώπων από το επίδικο τμήμα της ανωτέρω οδού δεν ήταν ελεύθερη ώστε η οδός αυτή να προσιδιάζει σε κοινόχρηστη οδό. Όσον αφορά δε το Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου ανήκει τόσο η επίδικη οδός όσο και η ευρύτερη έκταση, η βούλησή του ήταν να διανοιχτεί η ανωτέρω οδός αποκλειστικά και μόνο για να έχει τρόπο προσπέλασης η εναγομένη-μισθώτρια στο λατομικό χώρο, χωρίς την οποία (οδό) ήταν αδύνατη η χρησιμοποίηση του χώρου αυτού.
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συναχθεί βούληση του Ελληνικού Δημοσίου να μετατραπεί η επίδικη οδός σε κοινόχρηστη>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε ότι η επίδικη οδός δεν απέκτησε ποτέ κοινόχρηστο χαρακτήρα, μετά την παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και την εξαφάνιση της υπ' αριθ. 115/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή, περί αναγνωρίσεως της επίδικης οδού ως κοινόχρηστης και του κατ' άρθρο 57 Α.Κ.
δικαιώματος του ενάγοντος να διέρχεται από την εν λόγω οδό, που είχε καταστεί κοινής χρήσεως με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα άλλης προϋφισταμένης, με την οποία ταυτίζεται η διαμορφωθείσα κατά τα άνω επίδικη οδός, με την παράδοσή της στην κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι διήρχοντο έκτοτε από την οδό αυτή για την προσπέλασή τους στις ιδιοκτησίες τους.
Έτσι κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3, και των άρθρων 57, 281, 966, 967, 968 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του, η επίδικη οδός δεν απέκτησε ποτέ κοινόχρηστο χαρακτήρα, ούτε ταυτίζεται, μετά τη διαμόρφωσή της, με τον προϋφιστάμενο στην ίδια περιοχή δρομίσκο (μονοπάτι), αλλά πάντοτε βρισκόταν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, ως τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως την οποία εκμίσθωσε στην αναιρεσίβλητη, χωρίς να εκδηλώσει ποτέ καθ' οιονδήποτε τρόπο τη βούλησή του να αφήσει την οδό αυτή στην κοινή χρήση, αλλ' αντιθέτως η βούλησή του ήταν να διανοιχτεί η ανωτέρω οδός αποκλειστικά και μόνο για να έχει τρόπο προσπέλασης η εναγομένη-μισθώτρια στο λατομικό χώρο, χωρίς την οποία (οδό) ήταν αδύνατη η χρησιμοποίηση του χώρου αυτού.
Επομένως, ο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-09-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 459/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ