Supreme Court allows partial appeal against insurance liability judgment for moral damages due to traffic accident.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece joined two separate appeals against a final First Instance Court judgment regarding a traffic accident. The appellants argued that the lower court erred in awarding 48,000 euros for moral damages, citing the plaintiff's age and pre-existing health conditions. The Court found the lower court's reasoning flawed and partially overturned the decision, remanding the case for further examination of the moral damages claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may join concurrent appeals to expedite proceedings and, upon finding a legal error in the lower court's assessment of moral damages, partially revoke the judgment and remand the specific issue for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1535 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1535/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Α., 2) Δ. Π. του Γ., κατοίκων ….. και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Χ., κατοίκου ….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σοφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-2-2017 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 739/2019 εν μέρει οριστική και 1375/2020 (που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής) του ίδιου Δικαστηρίου και 1812/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 15-6-2022 αίτησή τους και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 9-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 9-11-2022 (αριθμ.έκθεσ. κατάθεσης 8829/983/10-11-2022) αίτηση του ενάγοντος Ε. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμό 1812/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η από 15-6-2022 (αριθμ. έκθεσ. κατάθεσης 5021/565/27-6-2022) αίτηση των εναγομένων Κ.Π., Δ.Π. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "….." για αναίρεση της ίδιας παραπάνω απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1462/2019), διότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Από την Κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1812/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών- διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρ. 591, 614 παρ. 6 ΚΠολΔ), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ε.Π. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7-2-2017 με αριθμό κατάθεσης 507604/633/15-2-2017 αγωγή του κατά των αναιρεσίβλητων Κ. Π., Δ. Π. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ".....". Παράλληλα, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 20-2-2017 και με αριθμό κατάθεσης 509046/712/2017 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των: 1) Ά.Θ.
του Δ. και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "…...". Με την άνω ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι, εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΕΚΒ-…… φορτηγού (τράκτορα- επικαθήμενου), ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε σοβαρά και υπέστη μόνιμη (εφ' όρου ζωής) αναπηρία.
Ζήτησε δε, μετά την μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, αποζημίωση για την αποκατάσταση της εκ του ενδίκου ατυχήματος ζημίας του (θετικής και αποθετικής), χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και πρόσθετη αποζημίωση λόγω της μόνιμης αναπηρίας του Κατ'άρθρο 931 ΑΚ.
Το ως άνω Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, εξέδωσε την υπ' αριθμό 739/2019 απόφασή του, με την οποία αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά, ενώ ανέβαλε την έκδοση οριστική απόφασης ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε το επικουρικό αίτημα αποζημίωσης για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και ασφαλιστικών ενσήμων που θα αποκόμιζε ο ενάγων ως ανειδίκευτος εργάτης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση του αρμόδιου βουλγαρικού ασφαλιστικού φορέα, από την οποία να προκύπτει εάν ο ενάγων έλαβε από αυτόν σύνταξη λόγω αναπηρίας, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος και το ύψος αυτής.
Ο ενάγων με κλήση επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή, κατά το μέρος που είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, και το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 1375/2020 οριστική απόφασή του, μετά από παραίτηση του ενάγοντος από το εν λόγω (επικουρικό) αίτημά του και την αποδοχή της παραίτησης των εναγομένων, θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς το ανωτέρω αίτημα.
Επί ασκηθεισών εκ μέρους των διαδίκων αντίθετων εφέσεων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 1812/2022 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και Κατ' ουσίαν τις εφέσεις, απέρριψε Κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων ως προς το "...", εξαφάνισε τις εκκαλούμενες 739/2019 και 1375/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε τις υποθέσεις (αγωγή, προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή), θεώρησε ότι η κύρια αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς το επικουρικό αίτημα αποζημίωσης για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και ασφαλιστικών ενσήμων που θα αποκόμιζε ο ενάγων ως ανειδίκευτος εργάτης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, απέρριψε την προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε στον ενάγοντα τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.
'Ηδη οι διάδικοι, με τις κρινόμενες αντίθετες αναιρέσεις τους, προσβάλλουν την άνω υπ' αριθμ. 1812/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τους λόγους που αναφέρουν σ'αυτές και συγκεκριμένα: α) ο ενάγων-αναιρεσείων, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, β) οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του ίδιου ως άνω άρθρου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, Κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο Κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την Κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, " ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, " ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παράγραφο 3," ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας,...
κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1207/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του ίδιου ως άνω Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: ...α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν...
ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ'αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 1304/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 περ.α και β του ίδιου νόμου ορίζεται ότι... "όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς...να σταματούν πριν από τη διάβαση...όταν τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα πρόκειται να διασχίσουν την- οδό...να παραχωρούν προτεραιότητα στους πεζούς που ήδη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε διάβαση...σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτουν την πορεία του οχήματος τους...".
Περαιτέρω, η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002).
Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 1221/ 2001).
Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.
Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Χρειάζεται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων") και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους.
Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις Κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 1516/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 123/2021).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή Κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 953/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε Κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε Κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 997/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 42/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/ 2013).
Με τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).
Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων.(ΑΠ 66/2020, ΑΠ 701/2011). Εξ άλλου,κατά τη διάταξη του άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Όπως δε συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ142/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Συνεπώς, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001). Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και της αντέφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου αυτής που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΟλομΑΠ 22/2005, ΑΠ 781/2017). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι οι λόγοι έφεσης, η τυχόν μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 877/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1812/2022 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον σχετικά με τους λόγους αναίρεσης, τμήμα της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Την 23.06.2015 και περί ώρα 16:55 ο πρώτος εναγόμενος, Κ.Α.Π., οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ΕΚΒ-…… ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο- τράκτορα με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, Δ.Γ.Π., ως προστηθείς στην οδήγηση από αυτόν, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κίνησή του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "…...", έβαινε επί της αριστερής λωρίδας της οδού που διέρχεται εντός του χώρου του Νέου Λιμένος ..., με κατεύθυνση από την είσοδο "…..." του Λιμένα προς την έξοδο (πύλη Α).
Πρόθεσή του ήταν να μεταβεί προς την οδό Ε.Β., προκειμένου να επιβιβασθεί σε Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο με προορισμό τον λιμένα της Αγκόνα Ιταλίας. Η ως άνω ανώνυμη οδός που διασχίζει τον ανοιχτό επί ξηράς χώρο του ως άνω Λιμένα, στο παραπάνω σημείο της, εμφανίζει τα κάτωθι χαρακτηριστικά: είναι ευθεία οριζόντια χωρίς ανωφέρεια ή κατωφέρεια και μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος)· διαθέτει δυο (2) λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 3,50 μ.
εκάστη εξ αυτών διαχωριζόμενες μεταξύ τους με μονή διακεκομμένη γραμμή· κατά μήκος της δεξιάς λωρίδας υπάρχει οριζόντια σήμανση με μονή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, η οποία διαχωρίζει τις ως άνω δυο ομόρροπες λωρίδες από το ιδίου πλάτους έρεισμα (άρθ. 2 § 1 ΚΟΚ)· το συνολικό πλάτος του ασφάλτινου οδοστρώματός της είναι 10,50 μ.
και επί αυτού δεν υφίσταται διάβαση πεζών¨ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο εν λόγω σημείο ανέρχεται σε 20 χλμ/ω, οριζόμενο με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32· στο αριστερό και δεξιό άκρο του οδοστρώματος υφίσταται πεζοδρόμιο πλάτους 2,40 μ. και 1,30 μ. αντιστοίχως· η κίνηση των οχημάτων επί της ανωτέρω οδού ρυθμίζεται με πινακίδες Ρ-49, οι οποίες είναι τοποθετημένες αριστερά και δεξιά του οδοστρώματος κατά τις οποίες η κατεύθυνση πορείας των οχημάτων προς τα εμπρός είναι υποχρεωτική και με πινακίδα Ρ-40, κατά την οποία απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση στην αριστερή πλευρά (λωρίδα) του οδοστρώματος στην οποία αυτή είναι τοποθετημένη.
Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσαν συνθήκες ημέρας με αίθριο καιρό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, υπήρχε καλοκαιρία, η άσφαλτος ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, ενώ των πεζών μέτρια (...). Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, έμπροσθεν του ως άνω οχήματος, έβαινε ομόρροπα ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, Ά.Δ.Θ., οδηγώντας το με αλλοδαπά (Βουλγαρίας) στοιχεία κυκλοφορίας Ε-…..
ΚC ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο μετά του υπό στοιχεία Ε-…. ΕΑ ΔΧ ρυμουλκούμενου, ήταν δε εφοδιασμένα με το υπ' αριθ. ΒG/02/0702….. πιστοποιητικό διεθνούς ασφαλίσεως (πράσινη κάρτα) σε ισχύ του Βουλγαρικού Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης. Εντός της καμπίνας του αμέσως ανωτέρω οχήματος συνεπέβαινε στη θέση του συνοδηγού ο κυρίως ενάγων, κάτοχος επαγγελματικής αδείας ικανότητας οδήγησης Φορτηγού, ο οποίος εναλλασσόταν στα καθήκοντα της οδήγησης του οχήματος με τον Ά.
Δ. Θ., ανάλογα με τις επαγγελματικές ανάγκες και υποχρεώσεις τους. Όταν το τελευταίο όχημα έφθασε στο ύψος του χώρου της έκδοσης εισιτηρίων των ακτοπλοϊκών εταιρειών του Λιμένα, λόγω της αυξημένης κίνησης των οχημάτων που υπήρχε εντός του χώρου του Νέου Λιμένος ... προς επιβίβαση στα πλοία της γραμμής Πάτρα-Ιταλία και ειδικότερα, επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας αυτής, ο οδηγός του, Ά.
Δ. Θ., ακινητοποίησε προσωρινά αυτό, όπισθεν άλλων οχημάτων και φορτηγών, τα οποία προπορεύονταν, και είχαν ακινητοποιηθεί, θέτοντας ταυτοχρόνως σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού - άρθ. 2 §1 ΚΟΚ). Μετά την ακινητοποίηση, ο κυρίως ενάγων, Ε. X. Π., εξήλθε από την καμπίνα του οχήματος και κατήλθε στο οδόστρωμα.
Πρόθεσή του ήταν να μεταβεί στον χώρο έκδοσης εισιτηρίων, διασχίζοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, από σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών. Για τον λόγο αυτό, αφού διήλθε από το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος από το οποίο κατήλθε (Ε-…..
ΚC ΔΧΦ αυτοκίνητο) και δη κατά το πλάτος αυτού από δεξιά προς αριστερά σε μήκος 2,40 μ., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του με στοιχεία κυκλοφορίας ΕΚΒ-……1053 ΔΧΦ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, Κ.Α.Π.. Έπραξε όμως αυτό χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση και την απόσταση των κινουμένων επί της αριστερής λωρίδας οχημάτων που επρόκειτο να διασχίσει και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους.
Αποτέλεσμα της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του με στοιχεία κυκλοφορίας ΕΚΒ - ……- 1053 ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε με αυξημένη για τις περιστάσεις (εντός λιμένος, πυκνή κίνηση οχημάτων και κίνηση πεζών) ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 20 χλμ/ώρα ο εναγόμενος, Κ.
Α. Π. και δη διπλάσια αυτής (40 χλμ/ω). Ο τελευταίος μόλις αντιλήφθηκε τον ως άνω πεζό - κυρίως ενάγοντα, τροχοπέδησε και πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση και προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του οχήματός του στο ύψος του εμπρόσθιου φανού ("μάγουλο") επί της αριστερής πλευράς του σώματος του πεζού.
Ο τελευταίος, λόγω της ισχύος και της υπό γωνία προσκρούσεως, πραγματοποίησε στροφή περί τον άξονά του ("στροβιλίσθηκε", ...), απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα επί της διακεκομμένης των δύο λωρίδων μονής γραμμής. Ακολούθως το με στοιχεία κυκλοφορίας ΕΚΒ - ……. - 1053 ΔΧΦ αυτοκίνητο, αφού διέγραψε επί του οδοστρώματος ίχνη τροχοπέδησης 8,4 μ.
με τους αριστερούς τροχούς και 3,6 μ. με τους δεξιούς, διήλθε με τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό, εν σχέσει προς την πορεία του, επάνω από το αριστερό κάτω άκρο ποδός του κυρίως ενάγοντος και συνέθλιψε λόγω του βάρους του αυτό. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται, κατά μερική παραδοχή της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του κυρίως ενάγοντος Ε.
X. Π., που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των δύο παραπάνω φυσικών προσώπων, που κατανέμεται σε ποσοστό 60% στον οδηγό, πρώτο εναγόμενο Κ. Α. Π. και 40% στον κυρίως ενάγοντα, και η οποία συνίσταται σε αμέλειά τους, δηλαδή στη μη καταβολή από αυτούς της επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος μέσος συνετός οδηγός και πεζός αντιστοίχως, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, χρήσης του οδοστρώματος, κοινής πείρας και λογικής.
Ειδικότερα, η αμέλεια του ως άνω οδηγού συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να έχει ως κάθε μέσος συνετός οδηγός, υπό τις ίδιες συνθήκες, οδηγούσε μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας (εντός λιμένος, πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση, ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 20 χλμ/ω) με ταχύτητα διπλάσια του άνω επιτρεπομένου ορίου, χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, με αποτέλεσμα την καθυστερημένη αντίληψη του έμπροσθεν αυτού κινδύνου και την εκ τούτου καθυστερημένη αντίδρασή του και αδυναμία αποφυγής της σύγκρουσης με τον πεζό παθόντα.
Είναι προφανές πως εάν αυτός έβαινε με μικρότερη ταχύτητα και εντός του επιτρεπομένου ορίου, θα είχε τα χρονικά περιθώρια να ακινητοποιήσει έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγούσε, ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, όταν εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του ο πεζός παθών και θα είχε αποφύγει την σύγκρουση, δεδομένου ότι η οδός ήταν ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Η οδηγική του δε αυτή συμπεριφορά, που τυποποιείται στην παράβαση των άρθ. 12 §1,19 §2, 4 §3 (Ρ-32), 20 §2 Ν. 2696/99 (ΚΟΚ), 14 και 314 §1 εδ. α' ΠΚ, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα και για αυτήν παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... για να δικασθεί για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου (...).
Εξ άλλου ο παθών - κυρίως ενάγων κατά παράβαση του άρθ. 38 παρ. 4 ε' ΚΟΚ από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει επεχείρησε να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό, σε σημείο όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και η κυκλοφορία για τους πεζούς δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες και μάλιστα διερχόμενος έμπροσθεν του ογκώδους φορτηγού στο οποίο συνεπέβαινε, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και εν προκειμένω του με στοιχεία κυκλοφορίας ΕΚΒ-…..-1053 ΔΧΦ αυτοκινήτου.
Εάν ορθά ενεργούσε ο παθών πεζός, αφού η οδός ήταν ευθεία και χωρίς εμπόδια ορατότητας, θα έπρεπε, εφόσον επέλεξε τον τρόπο διέλευσής του εκτός διαβάσεως πεζών, να αναμείνει επί της διαχωριστικής οριζόντιας σήμανσης σε σημείο που να είναι ορατός από τους οδηγούς των οχημάτων, μέχρι να είναι απολύτως βέβαιος ότι η οδός είναι ελεύθερη αυτών, και όχι να εισέλθει σε αυτήν.
Εάν πράγματι ο πεζός έλεγχε την κίνηση των οχημάτων του ρεύματος κυκλοφορίας που επρόκειτο να διέλθει, τότε, ως εκ των διαστάσεων του και μόνο, θα διέκρινε το όχημα του πρώτου εναγομένου που πλησίαζε. Οι προεκτεθείσες δε εσφαλμένες πράξεις και παραλείψεις του, οι οποίες συνιστούν σαφή παράβαση της ως άνω διατάξεως Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα.
Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του κυρίως ενάγοντος, ότι ο πρώτος εναγόμενος απώλεσε τον έλεγχο του σχήματός του και εξετράπη δεξιά της πορείας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί αυτού (ενάγοντος), ο οποίος εκείνη την στιγμή είχε διακόψει τον βηματισμό του για να ελέγξει την κίνηση των διερχομένων επί της αριστερής λωρίδας κινουμένων οχημάτων.
Ούτε όμως και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πεζός ενάγων ήταν εκείνος που αιφνιδίως και απροβλέπτως επέπεσε επί του πλαϊνού τμήματος του φορτηγού του πρώτου εναγομένου. Το δε τεκμήριο (μαχητό) αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος του κυρίως ενάγοντος του άρθ. 50 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που επικαλέσθηκαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επανέφεραν δια του πρώτου λόγου στοιχ. 4 εφέσεως, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω, διότι τούτο εφαρμόζεται μόνο όταν η αγωγή έχει αποκλειστικό έρεισμα τον Ν.
ΓΠΝ/1911, και όχι επί αγωγής που στηρίζεται στη διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ (...). Αλλά και στην επί του Ν. ΓΠΝ/1911 εδραζομένη βάση, δεν δύναται και πάλι να τύχει εφαρμογής, διότι αμφότεροι (οδηγός και παθών) δεν τηρούσαν τις διατάξεις του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) - (...). Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι η οδηγική συμπεριφορά του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου, Α.
Δ. Θ., δια του με στοιχεία κυκλοφορίας Ε-…. ΔΧΦ αυτοκινήτου μετά του με στοιχεία Ε-…. ΔΧ ρυμουλκούμενου, συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση του ανωτέρω περιγραφομένου ατυχήματος. Η προσωρινή ακινητοποίηση του σχήματός του και η κάθοδος στο οδόστρωμα του συνεπιβάτη του - κυρίως ενάγοντος, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτές δεν έλαβαν χώρα συννόμως, πράγμα το οποίο δεν αποδείχθηκε, δεν βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με την ένδικη σύγκρουση και τον εξ αυτής σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος.
Και τούτο διότι ο ως άνω οδηγός δεν είχε υπό την επιμέλειά του τον συνεπιβάτη κυρίως ενάγοντα, ο οποίος δια της καθόδου του από το όχημα, ασκώντας το ατομικό του δικαίωμα ελευθερίας κίνησης, κατέστη πεζός, ευθυνόμενος αστικά και ποινικά ως ατομική μονάδα ενήλικου φυσικού προσώπου για την ατομική του συμπεριφορά.
Αποτέλεσμα του ως άνω τροχαίου ατυχήματος ήταν ο σοβαρότατος τραυματισμός του κυρίως ενάγοντος, ο οποίος πάραυτα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ... "Ο Άγιος Ανδρέας", όπου κατόπιν κλινικού και ακτινολογικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συνθλιπτικό ακρωτηριαστικό τραύμα ΑΡ άκρου ποδός κάτω τριτημορίου κνήμης μετά εκτεταμένης απώλειας μυών δέρματος και οστών, κρανιοεγκεφαλική κάκωση μετά εγκεφαλικής διασείσεως και κάκωση αριστερού πλευρικού τόξου.
Εντός του ως άνω νοσοκομείου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αποκοπής του αριστερού άκρου ποδός και του έγινε διαμόρφωση κολοβώματος κάτωθεν του κνημιαίου κυρτώματος. Νοσηλεύθηκε μέχρι την 03.07.2015, οπότε και εξήλθε με πρόβλεψη για συμπληρωματική διορθωτική επέμβαση στο άμεσο μέλλον λόγω σύνθλιψης του δέρματος και των μυών στο ύψος του κολοβώματος και αποφυγή εργασίας για δύο (2) μήνες.
Την 14.07.2015 ο ενάγων προσήλθε και πάλι στο παραπάνω νοσοκομείο και επανεξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Ορθοπεδικής Κλινικής ως πάσχων από ακρωτηριαστικό τραύμα αριστερής κνήμης υποβληθέν σε ακρωτηριασμό κάτωθεν της κνήμης. Του έγινε αλλαγή τραύματος και κοπή χειρουργικών ραμμάτων. Από τις αρχές Αυγούστου του ιδίου έτους ο ενάγων μετέβαινε ανά δύο ημέρες στα εξωτερικά ιατρεία της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γ.Ν.
Αιτωλοακαρνανίας-Νοσηλευτική Μονάδα Αγρίνιου, για αλλαγές κολοβώματος, ήτοι αλλαγές χειρουργικού τραύματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν κάτοχος της υπ' αριθ. 002576029 επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδήγησης και κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο απασχολούνταν στον κλάδο οδικών μεταφορών και ειδικότερα εργαζόταν ως οδηγός διεθνών μεταφορών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην μεταφορική εταιρεία με την επωνυμία "….." ΜΕΠΕ με έδρα το …..
Βουλγαρίας, νομίμως εκπροσωπούμενη από την Α. Σ.. Προς τούτο είχε συνάψει σχετικά, με την ως άνω εταιρεία τις υπ' αριθ. 08/22.04.2014 και 11/22.01.2015 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ως οδηγός διεθνών μεταφορών με κωδικό αριθ. δραστηριότητας 83322006 και κωδικό επαγγελμάτων 4941, για απασχόληση 8 ωρών ημερησίως και με μηνιαία αμοιβή 414,00 λέβα στην πρώτη και 431,00 λέβα στη δεύτερη.
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός πραγματοποιούσε με την ως άνω επαγγελματική του ιδιότητα μηνιαία 4-5 δρομολόγια προς προορισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία) κατά το διάστημα Ιουνίου 2015 - Δεκεμβρίου 2016 και ως εκ τούτου δεν πιθανολογήθηκε το αγωγικώς υποστηριζόμενο κεφάλαιο ότι οι μηνιαίες του αποδοχές ανέρχονταν στο ύψος των 2.150,00 €.
Από την αναλυτική κατάσταση κίνησης του υπ' αριθ. 798/6169/236 καταθετικού του λογαριασμού στην ΕΤΕ, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται από αυτόν, προκύπτει ότι η ως άνω εταιρεία πίστωσε υπέρ αυτού μόνο μικρά ποσά, ήτοι την 18.02.2014 ποσό 300,00 €, την 09.07.2014 ποσό 100,00 €, την 22.10.2014 ποσό 90,00 €, την 18.02.2015 ποσό 300,00 € και 200,00 €, και την 13.03.2015 ποσό 400,00 €, ενώ σχετικές δηλώσεις εισοδήματος ή εκκαθαριστικά σχετικών οικονομικών ετών, που ενισχύουν αποδεικτικά τον ως άνω ισχυρισμό του, δεν προσκομίσθηκαν.
Το δε εκκαθαριστικό του φορολογικού έτους 2017 με δηλωθέν εισόδημα 7.350,27 €, του οποίου γίνεται επίκληση, είναι μεταγενέστερο του ένδικου διαστήματος και αλυσιτελές αποδεικτικά. Εξάλλου και το ύψος του ως άνω μηνιαίου μισθού του (414,00 πβ = 211,58 €, 431,00 πβ = 220,27 €), δεν υπερθεματίζει σε αντίθετο αποδεικτικό συμπέρασμα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση απώλειας συνολικού εισοδήματος ύψους 36.550,00 € κατά το διάστημα Ιουνίου 2015 - Δεκεμβρίου 2016, ετύγχανε απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Έτι περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έξι (6) μήνες περίπου προ του ατυχήματος είχε σταθμεύσει το ενδιαφέρον του σε ατομική επαγγελματική σχετική δραστηριότητα στον κλάδο των οδικών μεταφορών.
Για τον λόγο αυτό την 01.12.2014 συνέστησε κατά το Κυπριακό Δίκαιο, εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με μετοχές, με την επωνυμία ”….." και έδρα την ….. Κύπρου (οδ. ….., αριθ. 06). Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν, πλην των άλλων και η μεταφορά φορτίων, εμπορευμάτων και αγαθών από και προς οποιοδήποτε προορισμό κυρίως εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μοναδικός της μέτοχος ήταν ο ενάγων με 1000 μετοχές, αξίας 1,00 € εκάστη. Ο μεταφορικός της στόλος θα αποτελούνταν από ένα (1) φορτηγό (τράκτορα και επικαθήμενο) αξίας 50.000,00 €. Το κεφάλαιο κίνησης της εταιρείας ανερχόταν σε 9.078,00 €, και καταβλήθηκε από την κ. Π., διευθύντρια της εταιρείας. Προς επίτευξη του ως άνω καταστατικού σκοπού της εταιρείας, ο ενάγων, επικαλείται ότι ως εκπρόσωπός της προήλθε σε έγγραφες συμβάσεις μεταφοράς με τρίτους και ειδικότερα ότι δυνάμει:
α) του από 15.05.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού με την εδρεύουσα στις ….. Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "…...", συμφώνησε την μεταφορά 28 φορτίων από Ιταλία σε Ελλάδα για το διάστημα από 01.09.2015 έως 31.08.2016 έναντι αμοιβής εκάστου φορτίου 2.600,00 € β) του από 17.04.2015 ομοίου με την εδρεύουσα στο …… Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "…...", συμφώνησε την μεταφορά 30 φορτίων από Ιταλία σε Ελλάδα για το διάστημα από 01.09.2015 έως 01.09.2016, έναντι αμοιβής εκάστου φορτίου 2.600,00€+ ΦΠΑ και γ) του από 02.05.2015 ομοίου με την εδρεύουσα στον …… Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "…....", συμφώνησε την μεταφορά 32 φορτίων από Ιταλία σε Ελλάδα για το διάστημα από 01.09.2015 έως 31.08.2016 έναντι αμοιβής εκάστου φορτίου 2.600,00 € πλέον ΦΠΑ, και ότι απώλεσε τις καθαρές αμοιβές του από τις προαναφερόμενες ματαιωθείσες συμφωνίες και δη 46.000,00 € από την πρώτη, ποσό 50.000 € από την δεύτερη και ποσό 53.000,00 € από την τρίτη και συνολικά 149.000,00 €.
Τις ως άνω καθαρές αμοιβές που φέρεται ότι απώλεσε η εταιρεία του ενάγοντος, διότι αυτή είναι η συμβαλλομένη στις παραπάνω συμβάσεις, νομιμοποιείται να αξιώσει ο ενάγων, διότι επί τραυματισμού του μόνου εταίρου μονοπρόσωπης Ε.Π.Ε. (άρθ. 43α Ν. 3190/1955) και επελεύσεως βλάβης στην περιουσία της εταιρείας θεωρείται ότι βλάπτεται προσωπικά ο ίδιος ο εταίρος [...].
Ωστόσο, από τα ως άνω προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει ο ενάγων για την επίτευξη του ως άνω οικονομικού αποτελέσματος, δεν πιθανολογήθηκε η ένδικη απώλεια της σχετικής αγωγικής του αξιώσεως. Προς τούτο συντείνουν αποδεικτικά, α) ότι ουδεμία εκ των ανωτέρω συμβάσεων εκτελέσθηκε έστω και εν μέρει, και ως εκ τούτου ο ενάγων είχε μηδενικές εισπράξεις· β) ότι όλες οι συμβάσεις άρχονται της εκτελέσεώς τους σε χρόνο μεταγενέστερο του ενδίκου ατυχήματος (01.09.2015) και το σύνολο του αριθμού των μεταφορών των φορτίων (90) δεν ανταποκρίνεται στο ανθρωπίνως εφικτό εκτελέσεώς τους (μια μεταφορά κάθε 4 ημέρες επί ένα έτος)· και γ) ότι ο ενάγων δεν είχε αποκτήσει ακόμη το ως άνω φορτηγό, καθώς δεν προσκομίζεται σχετική άδεια κυκλοφορίας φορτηγού οχήματος, μη αρκούντος του από 13.05.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού με την εταιρεία με την επωνυμία "…...", ότι την 29.08.2015 συμφώνησε την αγορά ενός φορτηγού τύπου FΗ -…… 480 έναντι ποσού 40.000,00 €, αφενός λόγω της αντιφατικότητας του περιεχομένου του (η ημερομηνία καταρτίσεώς του είναι προγενέστερη από την ημερομηνία της συμβάσεως μεταβίβασης), αφετέρου λόγω μη ενισχύσεως της αποδεικτικής του εμβέλειας από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Το γεγονός ότι με την από Φεβρουάριου 2015 Μελέτη Βιωσιμότητας του λογιστικού γραφείου "…..." προβλέφθηκε ότι η ως άνω επένδυση του ενάγοντος αναμενόταν να εμφανίσει ικανοποιητικά κέρδη μετά την αφαίρεση των τόκων, αποσβέσεων και φόρων από το 1 ° έτος λειτουργίας της, δεν αναιρεί το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, δεδομένου ότι αυτή έχει βασισθεί σε στοιχεία που έδωσε αποκλειστικά ο ενάγων προς συγκεκριμένη κατεύθυνση και ο βασικός της στόχος ήταν η νόμιμη σύσταση της εταιρείας κατά το Κυπριακό Δίκαιο, το οποίο δεν επιτρέπει την γένεση μη βιώσιμων εταιρειών.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση απώλειας συνολικού εισοδήματος ύψους 149.000,00 €, ετύγχανε απορριπτέο και αυτό ως ουσία αβάσιμο. Επίσης, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του συνεπεία του ένδικου ατυχήματος είχε οριστικά απωλέσει δι' ακρωτηριασμού το αριστερό κάτω άκρο από το ύψος της κνήμης, γεγονός που τον καθιστούσε ισοβίως ανάπηρο.
Για το λόγο αυτό του είχε απονεμηθεί, κατόπιν αιτήσεώς του, σύνταξη λόγω αναπηρίας από τον ασφαλιστικό του οργανισμό ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και δη το Περιφερειακό Υποκατάστημα μισθωτών Αχαΐας, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. 675/18.04.2017 απόφαση του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος. Ειδικότερα, ο ενάγων με την υπ' αριθ. 09905/2016/178/11.02.2016 απόφαση της Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΥΕ) κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 50% και εφ' όρου ζωής.
Κατά της της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε προσφυγή ενώπιον της Β'βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής - ΚΕΠΑ (ΒΥΕ), η οποία αναθεώρησε την ως άνω απόφαση της Α' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΥΕ) και με την υπ' αριθ. 09905/2016/1139/23.03.16 γνωμάτευσή της, έκρινε αυτόν ανάπηρο με ποσοστό αναπηρίας 67% από 30.10.15 μέχρι 31.12.18, με υποχρέωση επανεξετάσεώς του.
Η έως την τελευταία ημερομηνία πιστοποίηση της αναπηρίας του παθόντος ενάγοντος από τον ασφαλιστικό του φορέα δεν αναιρεί τη μονιμότητα της, καθώς δεν προσδοκάται αποκατάσταση ή βελτίωση της σωματικής του βλάβης. Με την ίδια ως άνω υπ' αριθ. 675/18.04.2017 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος μισθωτών Αχαΐας χορηγήθηκε στον ενάγοντα σύνταξη αναπηρίας ύψους 390,35 € μηνιαίως από 30.10.2015 μέχρι 31.12.2018.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε την 25.09.1962 διένυε κατά το χρόνο του ατυχήματος το 53ο έτος της ηλικίας του και δεν είχε εμφανίσει κάποιο πρόβλημα υγείας. Εάν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα θα εξακολουθούσε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να παρέχει την εργασία του ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγών μέχρι την συνταξιοδότησή του, ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του.
Πλην, όμως, δεν πιθανολογήθηκε κατά τα ανωτέρω ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, που θα αποκόμιζε από την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα ανέρχεται στο ποσό των 2.150,00 €. Αντιθέτως πιθανολογήθηκε ότι αυτός από την 01.01.2016 έως την συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδότησης του, την 25.09.2029 θα αποκόμιζε μηνιαία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου Α' κατηγορίας κατά την έννοια του άρθ. 1 παρ. 1 του Β.Δ/τος. 28- 1/4-2-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (...), τουλάχιστον τις ελάχιστες μικτές αποδοχές που προέβλεπε η σχετική εργατική νομοθεσία για την παροχή αυτού του είδους των υπηρεσιών επί 8ωρης ημερήσιας και 5ήμερης εβδομαδιαίας βάσης.
Η τελευταία ρύθμιση αποδοχών για τους οδηγούς σε Αυτοκίνητα - Φορτηγά ήταν η ΔΑ 37/10 {ΔΕΝ 2010.1312), η οποία διατήρησε αμετάβλητες τις αποδοχές της ΔΑ 11/2009. Η διάρκεια όμως ισχύος της είχε λήξει κατά την έναρξη του ένδικου χρονικού διαστήματος (01.01.2016) με τη διάταξη του αρθ. 2 §4 της υπ' αριθ. 6/28.02.2012 ΠΥΣ και του αρθ. 72 §1 Ν. 4331/2015 και έκτοτε έως την 31.12.2019 ίσχυαν μόνο τα κατώτατα νομοθετημένα όρια του Ν. 4093/2012 (ΔΕΝ 2016.287), από την 01.02.19 έως την 31.12.21 τα κατώτατα νομοθετημένα όρια της υπ' αριθ.
οικ. 4241/127/ 30.01.2019 αποφάσεως της Υπ. Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΕργΔ 2019.126) και από 01.01.2022 τα κατώτατα νομοθετημένα όρια της υπ' αριθ. 107675/2021 αποφάσεως του Υπ. Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (ΔΕΝ 2022.43). Επομένως κατά ένδικο χρονικό διάστημα και δη από 01.01.2016 έως 31.01.2019 ο μικτός μισθός του ενάγοντος, που χαρακτηρίζεται ως υπάλληλος, ανερχόταν σε 586,08 €, από 01.02.2019 έως 31.12.2021 σε 650,00 € και από 01.01.2022 και μετά σε 663,00 €.
Πιθανολογείται δε ότι και μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης του ενάγοντος, 25.09.2029, οι ελάχιστες αυτές αποδοχές του μικτού μισθού θα παραμείνουν τουλάχιστον σε αυτό το ύψος, όπως και το ύψος της συντάξεως του. Από τα ποσά όμως αυτά που δικαιούταν ο ενάγων έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των 390,35 €, που ελάμβανε αυτός μηνιαίως λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής του κατά τα ως άνω, απομένοντος υπολοίπου ύψους 195,73 € (586,08 € - 390,35 €) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2016 έως 31.01.2019, υπολοίπου ύψους 259,65 € (650,00 € - 390,35 €) για το χρονικό διάστημα από 01.02.2019 έως 31.12.2021, και υπολοίπου ύψους 272,65 € (663,00 € - 390,35 €) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2022 και παραπέρα.
Από αυτά δε δικαιούταν ποσό 60% λόγω της συνυπαιτιότητάς του κατά ποσοστό 40% στο ατύχημα, ήτοι 117,43 € (195,73 € χ 60%), για το χρονικό διάστημα από 01.01.2016 έως 31.01.2019, 155,79 € (259,65 € χ 60%), για το χρονικό διάστημα από 01.02.2019 έως 31.12.2021 και 163,59 € (272,65 € χ 60%), για το χρονικό διάστημα από 01.01.2022 και παραπέρα. Αναγκαία είναι η διευκρίνιση, ότι στα ποσά αυτά, ως μικτός μισθός, συμπεριλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) κατά τα ως άνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτενώς εκτιθέμενα (...), οι οποίες αξιώνονται αγωγικά ως αυτοτελές κεφάλαιο.
Το ποσό αυτό τυγχάνει επιδικάσεως περιοδικά κατά μήνα, και όχι εφάπαξ, όπως αγωγικά αιτείται, καθώς αποδείχθηκε ότι δεν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι προς αυτό. Προς αυτό κατατείνει τόσο ο καθολικός περιορισμός του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, όσο και το αόριστο του προτεινόμενου ως σπουδαίου λόγου (επωφελής τοποθέτηση που θα του αποφέρει σημαντικό εισόδημα), στο μέτρο που δεν εξειδικεύεται η "επωφελής τοποθέτηση", ώστε να τεκμηριώνει με επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα τη συνδρομή του (...)..".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τις εφέσεις του ενάγοντος και των εναγομένων τυπικά και Κατ' ουσίαν και μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 38 παρ. 4 ε' του ΚΟΚ, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΕΚΒ-……-1053 ΔΧΦ αυτοκινήτου (κατά ποσοστό 60%) και του πεζού (κατά ποσοστό 40%).
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες της από 15-6-2022 (αριθμ. έκθεσ. κατ. 5021/565/27-6-2022) αίτησης αναίρεσης, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Επίσης, το Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, καθώς διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, τόσο του οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου, όσο και του πεζού, και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του σοβαρού τραυματισμού του τελευταίου), καθώς και ως προς τη συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος μέσος συνετός οδηγός και πεζός, αντιστοίχως, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης και χρήσης του οδοστρώματος, ο μεν οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να έχει, ως κάθε μέσος συνετός οδηγός, υπό τις ίδιες συνθήκες, οδηγούσε, μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας (εντός λιμένος, πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση, ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 20 χλμ/ω), με ταχύτητα διπλάσια του άνω επιτρεπόμενου ορίου, χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, με αποτέλεσμα την καθυστερημένη αντίληψη του έμπροσθεν αυτού κινδύνου και την εκ τούτου καθυστερημένη αντίδρασή του και αδυναμία αποφυγής της σύγκρουσης με τον πεζό παθόντα, σε περίπτωση δε που αυτός έβαινε με μικρότερη ταχύτητα και εντός του επιτρεπόμενου ορίου θα είχε τα χρονικά περιθώρια να ακινητοποιήσει έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό όταν εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του ο πεζός και θα είχε έτσι αποφύγει τη σύγκρουση, δεδομένου ότι η οδός ήταν ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ο δε πεζός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό σε σημείο όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και η κυκλοφορία για τους πεζούς δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες και μάλιστα διερχόμενος έμπροσθεν του ογκώδους φορτηγού στο οποίο συνεπέβαινε, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και εν προκειμένω του φορτηγού αυτοκινήτου.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της από 15-6-2022 (αριθμ. έκθεσ. κατ. 5021/565/27-6-2022) αίτησης αναίρεσης, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Απορριπτέος, επίσης, τυγχάνει και ο πρώτος λόγος της από 9-11-2022 (αριθμ.έκθεσ.
κατάθεσης 8829/983/10-11-2022) αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλιπείς και αντιφατικές αιτιάσεις, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην επάρκεια των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών παραβάσεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κεφάλαιό της που αφορά στη μελλοντική απώλεια εισοδημάτων (διαφυγόν κέρδος) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, το Εφετείο, με το να δεχθεί, με τις ανωτέρω σκέψεις, εν μέρει την αγωγή ως προς την αξίωση αυτή, επιδικάζοντάς του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως τη συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδότησής του την 25-9-2029, τα ειδικότερα ποσά που αναφέρει (αφαιρουμένων των ποσών τα οποία λαμβάνει λόγω πρόωρης συνταξιοδότησής του και αυτών που αντιστοιχούν στο ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος), τα οποία θα αποκόμιζε μηνιαίως εργαζόμενος ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου Α' κατηγορίας, σύμφωνα με τις ελάχιστες μικτές αποδοχές που προέβλεπε η σχετική εργατική νομοθεσία για την παροχή αυτού του είδους των υπηρεσιών επί 8ωρης ημερήσιας και 5νθήμερης εβδομαδιαίας βάσης, και όχι το ποσό των 2.150 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του θα αποκέρδαινε μηνιαίως ο ενάγων και, ακολούθως, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγική αξίωση για διαφυγόν κέρδος από την επαγγελματική δραστηριότητα της μεταφορικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "….." με έδρα την ...
Κύπρου, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 929 του ΑΚ και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων της από 9-11-2022 (αριθμ.έκθεσ. κατάθεσης 8829/983/10-11-2022) αίτησης αναίρεσης, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Σχετικά με το ανωτέρω αγωγικό αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων λεκτέα, επί πλέον, τα εξής: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 7-2-2017 ένδικης αγωγής του, ο ενάγων εξέθεσε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 52 ετών και εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ατύχημα, κατά το οποίο κατέστη δια βίου ανίκανος να εργασθεί ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγού, θα εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται στο χώρο των διεθνών οδικών μεταφορών, υπό την προαναφερόμενη ειδικότητα, μέχρι το χρόνο συνταξιοδότησής του, κατά τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι της 25-9-2029 (ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώνει το 67ο έτος της ηλικίας του) θα απωλέσει το ποσό των 2.150 ευρώ μηνιαίως, το οποίο είναι το ελάχιστο δυνατό καθαρό εισόδημα, που μετά βεβαιότητας θα αποκέρδαινε εάν εξακολουθούσε να απασχολείται ως οδηγός διεθνών μεταφορών στην εργοδότριά του "….." ΜΕΠΕ ή σε άλλη ομοειδή επιχείρηση διεθνών μεταφορών και συνολικά το ποσό των 328.950 ευρώ (2.150 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 153 μήνες), το οποίο ζήτησε να του επιδικασθεί.
Επικουρικά, ζήτησε, σε περίπτωση που τυχόν απορριφθεί το παραπάνω αίτημα για μελλοντική απώλεια εισοδήματος από τη συγκεκριμένη εργασία (επαγγελματίας οδηγός μεταφορών), να του επιδικασθεί σαν απώλεια εισοδήματός του το ποσό του μηνιαίου μισθού του ανειδίκευτου εργάτη, που ανερχόταν, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος νομοθεσία στο ποσό των 559,98 ευρώ και συνολικά το ποσό των 108.665,61 ευρώ, κατά τις στην αγωγή αναφερόμενες διακρίσεις.
Ζήτησε, επίσης, να του επιδικασθούν, ως αυτοτελές κεφάλαιο, οι ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες δεν θα καταβληθούν, λόγω της μη παροχής εργασίας, ανερχόμενες κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (1-1-2016 έως 25-9-2029) στο ποσό των 99.450 ευρώ, άλλως τα ασφαλιστικά ένσημα που θα αποκόμιζε ως ανειδίκευτος εργάτης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 739/2019 απόφασή του, απέρριψε το (κύριο) αίτημα για επιδίκαση του ποσού των 2.150 ευρώ μηνιαίως για διαφυγόν κέρδος που θα αποκέρδαινε ο ενάγων ως οδηγός φορτηγού ως ουσιαστικά αβάσιμο και δέχθηκε το επικουρικό αίτημα για μελλοντική απώλεια εισοδήματος ως ανειδίκευτου εργάτη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ανέβαλε όμως την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό και την απώλεια των αντίστοιχων ασφαλιστικών ενσήμων, προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση του αρμόδιου βουλγαρικού ασφαλιστικού φορέα, από την οποία να προκύπτει εάν ο ενάγων έλαβε από αυτόν σύνταξη λόγω αναπηρίας, συνεπεία του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και το ύψος αυτής, ενώ απέρριψε την αγωγή, ως προώρως ασκηθείσα, αναφορικά με την καταβολή αποζημίωσης για απώλεια των εισοδημάτων από την εργασία του ως ανειδίκευτου εργάτη για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι 25-9-2029.
Ο ενάγων με την από 2-5-2019 κλήση του επανέφερε στο ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την αγωγή προς νέα συζήτηση, κατά το μέρος που είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, και, συζητήσεως γενομένης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, παραιτήθηκε από το επικουρικό αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και ασφαλιστικών εισφορών που θα αποκόμιζε ως ανειδίκευτος εργάτης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, οι δε εναγόμενοι αποδέχθηκαν την παραίτηση αυτή, εκδοθείσας σχετικά της υπ' αριθμ. 1375/2020 απόφασης, η οποία αποφάνθηκε ότι η αγωγή, μετά την παραίτηση του ενάγοντος, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το παραπάνω επικουρικό της αίτημα.
Με την ασκηθείσα από 3-8-2020 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και με τον τρίτο λόγο αυτής, ο ενάγων επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το απορριφθέν ως ουσιαστικά αβάσιμο με την πρωτόδικη απόφαση κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους, ζητώντας να εξαφανισθεί ως προς τούτο η απόφαση και να του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 2.150 ευρώ μηνιαίως.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και της ανικανότητάς του προς εργασία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου θα απωλέσει όχι το προαναφερθέν ποσό των 2.150 ευρώ μηνιαίως, αλλά τα μικρότερα ποσά, τα οποία του επιδίκασε, καταβαλλόμενα περιοδικά κατά μήνα (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών), με βάση τις προβλεπόμενες από τη σχετική εργατική νομοθεσία μικτές αποδοχές των οδηγών φορτηγού αυτοκινήτου Α' κατηγορίας, όπως ο ενάγων, εξαφανίζοντας κατά το σχετικό μέρος την εκκαλουμένη και κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Ενόψει των ανωτέρω, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της από 15-6-2022 αίτησης αναίρεσης, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, καθώς, ενώ ουδέποτε μεταβιβάσθηκε το σχετικό κεφάλαιο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τούτο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και δέχθηκε εν μέρει την απαίτηση του ενάγοντος για επιδίκαση μελλοντικής απώλειας εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών, βάσει του μισθού του ανειδίκευτου εργάτη, αν και αυτός είχε παραιτηθεί νομίμως από την απαίτησή του αυτή, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει Κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1424/2022, ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αγωγική αξίωση, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω μερική αναπηρία του ενάγοντος σε ποσοστό 67% είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη αφού δεν υπάρχει η περίπτωση να αποκατασταθεί πλήρως, ακόμη και με την εφαρμογή πρόθεσης τεχνητού μέλους.
Η αναπηρία του αυτή αποτελεί πραγματικά ανυπέρβλητο εμπόδιο για το μέλλον του, έχει δυσμενή επίδραση στη μελλοντική οικονομική και επαγγελματική εξέλιξή του, καθώς και στις κοινωνικές και οικογενειακές του συναναστροφές, αφού εξαιτίας του ακρωτηριασμού εμφανίζει χωλότητα, απώλεια ισορροπίας, αδυναμία ορθοστασίας και βάδισης, ενώ του αποστερεί τη δυνατότητα να μετέρχεται το επάγγελμα του οδηγού φορτηγών το οποίο ασκούσε κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο.
Για το λόγο δε αυτό συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα σε ηλικία 53 ετών, λόγω αναπηρίας λαμβάνοντας μηνιαία μειωμένη σύνταξη, ύψους 390,35 € με αποτέλεσμα να έχει υποστεί μείωση του εισοδήματός του, αφού δεν δύναται πλέον να ασκεί το επάγγελμα του οδηγού φορτηγού πραγματοποιώντας διεθνείς μεταφορές, το οποίο κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής απαιτεί αρτιμέλεια, καλή σωματική κατάσταση, ικανότητα κινήσεως και ορθοστασίας και μυϊκή δύναμη των κάτω άκρων, ικανότητες που πλέον στερείται ο ενάγων εξαιτίας του ακρωτηριασμού του κάτω αριστερού άκρου και της συνεπεία αυτού αναπηρίας του.
Πέραν τούτου, όμως ο ενάγων δεν δύναται να ασκήσει και οποιαδήποτε άλλη εργασία που απαιτεί ορθοστασία και μυϊκή δύναμη των κάτω άκρων, όπως τούτο προκύπτει από τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι έχει τα τυπικά προσόντα για να ασκήσει κάποιο επάγγελμα ή γνωρίζει κάποια τέχνη που να μην απαιτεί τις ανωτέρω ικανότητες.
Εξάλλου, εξαιτίας της μερικής ως άνω μόνιμης αναπηρίας του περιορίζεται σημαντικά η συμμετοχή του σε κοινωνικές εκδηλώσεις με αποτέλεσμα να μειονεκτεί κοινωνικά αφού η επικοινωνία και η εν γένει συναναστροφή του με άλλους ανθρώπους περιορίζεται σημαντικά. Οι ανωτέρω δε συνέπειες κρίνονται ιδιάζουσες και πέρα από τις συνηθισμένες συνέπειες ενός τραυματισμού, που αντιμετωπίζονται με την αποζημίωση και τη χρηματική ικανοποίηση των άρθ. 929 και 932 ΑΚ αντιστοίχως.
Προς αντιστάθμιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων στην εν γένει κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική του εξέλιξη, το Δικαστήριο κρίνει ότι έπρεπε να επιδικασθεί στο ενάγοντα ως ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσό των 33.000,00 €, η οποία αποζημίωση (άρ. 931 ΑΚ) είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη των άλλων αξιώσεων του, κρίνεται δε αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση, ώστε ο ενάγων να δημιουργήσει και να διατηρήσει την οικονομική και κοινωνική αυτοτέλεια του ιδίου περίπου επιπέδου, με αυτή που θα είχε χωρίς την παρεμβολή του συγκεκριμένου ατυχήματος και η οποία θα διευκολύνει την επαγγελματική και κοινωνική του αποκατάσταση.
Το ανωτέρω ποσό κρίνεται εύλογο και δίκαιο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων και δη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας του παθόντος, την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του, σύμφωνα με τα εκτενώς αναφερόμενα στον ως άνω οικείο τόπο της μείζονος προτάσεως (...), σύνηθες δε στη δικαστηριακή πρακτική που επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης αναπηρίας δια ακρωτηριασμού κάτω άκρου (...), και οφείλεται στον ενάγοντα, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική παροχή του ενάγοντος, Κατ' άρθρο 931 ΑΚ, στο ποσό των 33.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015), ούτε την προαναφερόμενη ουσιαστική διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αφού το επιδικασθέν ως άνω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Επομένως, οι σχετικοί, πέμπτος λόγος της από 15-6-2022 αίτησης αναίρεσης και τρίτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, της από 9-11-2022 αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Πλέον των ανωτέρω: Επί της από 15-6-2022 (αριθμ.έκθεσ. κατάθεσης 5021/565/27-6-2022) αίτησης αναίρεσης, λεκτέα τα ακόλουθα: Με τον τρίτο λόγο της ως άνω αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περιέχοντα τον αυτοτελή ισχυρισμό περί επιδίκασης στον αναιρεσίβλητο τόκου υπερημερίας, ενώ παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν (εις ολόκληρο καθένας) στον αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της απόφασης χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο (επιδικίας), Κατ' άρθρο 346 ΑΚ, και όχι με τον τόκο υπερημερίας, Κατ' άρθρο 345 του ίδιου Κώδικα, αν και λόγω αφενός του βαρύτατου πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και της εξ αυτού σωματικής του βλάβης, αφετέρου δε της εκ μέρους του δια της αγωγής του ασκήσεως χρηματικών απαιτήσεων ουχί ευλόγων, αλλά αντίθετα, δυσανάλογα υψηλών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 ΑΚ) και για αποζημίωση λόγω αναπηρίας (άρθρ. 931 ΑΚ), ήτοι χρηματικών απαιτήσεων επιδικαζόμενων Κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου, για τα συγκεκριμένα ποσά που τελικά επιδικάστηκαν, δεν οφείλονται (αυξημένοι) τόκοι επιδικίας αλλά μόνο τόκοι υπερημερίας.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, Κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε, Κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ παραδεκτά να τον επαναφέρουν με τον σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου ή ότι η μη προβολή του εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και με την εκδοχή ότι προτάθηκε, Κατ' εκτίμηση, ο επίμαχος ισχυρισμός που θεμελιώνει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, σχετικά με το ερευνώμενο ζήτημα (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας, Κατ' άρθρ. 345 και 346 ΑΚ), ότι:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α', 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠΟλ 23-24/ 2004, ΑΠΟλ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010).
Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο Κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την Κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, εν πάση περιπτώσει, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει (αυξημένους) τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, καθόσον τέτοιοι τόκοι οφείλονται και στην προκείμενη περίπτωση που το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε σιγή τον ανωτέρω λόγο έφεσης και επομένως δεν υπάρχει παραδοχή ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή στο δικαστήριο δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι το βαθμό του πταίσματος, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων και, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, την ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει, ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Δεν λαμβάνεται, όμως, υπόψη, η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1218/2023, ΑΠ 1920/2022, ΑΠ 313/2022, ΑΠ 931/2021, ΑΠ 716/2008, ΑΠ 439/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με τον τέταρτο λόγο αυτής, αναφορικά με το επιδικασθέν χρηματικό ποσό στον αναιρεσίβλητο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 1 (και όχι και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, με το να λάβει υπόψη, μεταξύ των εκτιμηθέντων πραγματικών περιστατικών προς προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, την οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μεταξύ των προσδιοριστικών στοιχείων προς καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, έλαβε, πράγματι, υπόψη και την οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ήδη αναιρεσείουσας, αναφέροντας, επί λέξει, ότι: "...το Δικαστήριο σταθμίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, τον βαθμό του πταίσματος του ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη οδηγού (συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 60%) και του ενάγοντος (συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 40%) στην πρόκληση του ατυχήματος, την φύση και την έκταση της σωματικής κακώσεως που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του ως προς τον οποίο χρειάσθηκε δια χειρουργικής επεμβάσεως η αποκοπή του αριστερού άκρου ποδός, κατά τα ως άνω, την διάρκεια της νοσηλείας του, το σωματικό άλγος και την ψυχική ταλαιπωρία που δοκίμασε και θα δοκιμάσει στο μέλλον, το μέσον της ηλικίας του (γεν. 25.09.1962), της άρτιας, προ του τραυματισμού του, φυσικής του καταστάσεως και την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση του ενάγοντος (μέτρια), ο οποίος εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, και των εναγομένων, εκ των οποίων ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είναι και αυτός επαγγελματίας οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, ο δεύτερος εναγόμενος, ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος, επαγγελματίας εκμετάλλευσης φορτηγών αυτοκινήτων και της εναγομένης, η οποία αποτελεί ακμαία ασφαλιστική εταιρεία, κρίνει ότι αυτός υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 48.000 € ...", κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής τέταρτος λόγος της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, μετά την παραδοχή του τέταρτου αναιρετικού λόγου της από 15-6-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 5021/2022/27-6-2022) αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τον τρίτο λόγο της από 9-11-2022 (αριθμ. έκθεσ. κατ. 8829/983/10-11-2022) αντίθετης αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του λόγου αυτού με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, θα πρέπει οι ανωτέρω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης να γίνουν δεκτές Κατ' ουσίαν και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη 1812/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176, 183), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 9-11-2022 (αριθμ. έκθεσ. κατάθεσης 8829/983/10-11-2022) και από 15-6-2022 (αριθμ. έκθεσ. κατάθεσης 5021/565/27-6-2022) αιτήσεις αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ε. Π. και Κ. Π., Δ. Π. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 1812/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 1812/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο, ως άνω, μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση των κατατεθέντων παράβολων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε αναίρεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ