Legislator Case Law & Legislation
1535/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of contract claim based on Article 914 of the Civil Code.

Case Number 1535/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three defendants against the Single Member Court of Appeal's decision rejecting their lawsuit. The appellants argued that the lower court erred in applying Article 914 of the Civil Code regarding the sale of shares, claiming the defendant's conduct constituted fraud. The court held that the lower court correctly interpreted the law, finding the defendant's mere intent to exploit the insurance claim did not constitute the specific fraud required for liability under the cited statute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 of the Civil Code; The court established that a party's intent to exploit a valid insurance claim to secure a lower share price does not constitute the fraud required for liability under Article 914 of the Civil Code.

Keywords

AI generated
Article 914 Civil Code fraudulent intent share sale contract insurance claim exploitation appeal dismissal liability for fraud lower court error

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 111 of the Code of Civil Procedure
Article 117 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1535 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1535/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Ν., χήρας Π. Π., 2) Ν. Π. του Π., 3) Θ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αναγνωστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυριακού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1143/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/6/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 25.6.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 253/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου - εκκαλούντος - εναγομένου, κατά της 1143/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει δεκτή την από 8.1.2019 αγωγή, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔικ, ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, το ανωτέρω δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 117, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν εναγόμενο ν' αμυνθεί στον δε δικαστή η δυνατότητα ελέγχου του νομίμου της αγωγής.

Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, το δε δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό (ΑΠ 18/2018, ΑΠ 41/2018). Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 971/2013, ΑΠ 1425/2010).

Ο ενάγων μπορεί κατ' άρθρο 224 εδ. β' σε συνδυασμό με το άρθρο 236 ΚΠολΔ να διευκρινίσει, συμπληρώσει και διορθώσει με τις προτάσεις του, τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην αγωγή, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της με την εξειδίκευση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, αλλά δεν μπορεί ν' αναπληρώσει περιστατικά, τα οποία, παρ' ότι είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, την παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή, δεν μπορεί δηλαδή να αναπληρώσει την νομική αοριστία της (ΑΠ 216/2002, ΑΠ 1374/1994), ούτε, όμως, και την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία με έκθεση νέων περιστατικών με την προσθήκη των προτάσεων που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση μέσα στην προθεσμία που χορηγήθηκε για αντίκρουση (ΑΠ 946/2014, ΑΠ 1848/1988).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής (ΑΠ 661/2015, ΑΠ 935/2014). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.).

Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί στοιχείο αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημιώσεως πρέπει να είναι παράνομη.

Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 174/2005). Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, εκτός από την αξίωση από τη σύμβαση να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, επιβαλλόμενο καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 920/2018, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013) ή και αν ακόμα, πιο γενικά, όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις καθόλου επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΑΠ 985/2015, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 357/2013, ΑΠ 1120/2005).

Περαιτέρω, από τα άρθρο 147 εδ. α' και β', 298, 361 και 914, 938 ΑΚ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 513, 534, 535, 540, 543, 547, 559 και 561 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παρασύρθηκε με απάτη άλλου, σε σύναψη συμβάσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της συμβάσεως, ή να ζητήσει από τον άλλο τη σύναψη σχετικής ανατρεπτικής συμβάσεως, δηλαδή σύμβαση για το ότι η προηγούμενη σύμβαση λογίζεται σαν να μη είχε ποτέ συναφθεί.

Παράλληλα δε, εκείνος έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον άλλο την ανόρθωση κάθε ζημίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις αδικοπραξίες, πράγμα που κατ' αρχήν συμβαίνει εφ' όσον η απάτη συνιστά παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά, να ζητήσει δηλαδή, αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Συγκεκριμένα, δικαιούται να αποζημιωθεί για το αρνητικό διαφέρον, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση κάθε ζημίας που θα απεφεύγετο αν δεν είχε εσφαλμένα πιστεύσει, ότι συνάπτει έγκυρη σύμβαση όπως είναι οι δαπάνες για τη σύναψη της συμβάσεως ή το διαφυγόν κέρδος που θα πετύχαινε εκείνος από άλλη σύμβαση που θα συνήπτε, αν δεν απασχολούνταν με τη σύναψη της ακυρώσιμης συμβάσεως.

Επίσης, ο απατηθείς έχει δικαίωμα να αποδεχθεί τη σύμβαση, σ' αυτή δε την περίπτωση δικαιούται να αποζημιωθεί για το θετικό διαφέρον, δηλαδή δικαιούται σε ανόρθωση από τον άλλο κάθε ζημίας που θα αποφευγόταν, αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ήταν όχι ψευδή, αλλά αληθή και η σύμβαση εκπληρωνόταν. Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις, οι οποίες απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς, για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης σε περίπτωση πρόκλησης περιουσιακής ζημίας, από αδικοπρακτική ευθύνη, είναι:

α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, η οποία αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος προσώπου, β) η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) πρόκληση θετικής ή αποθετικής ζημίας και ηθικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Στην περίπτωση που ο ενάγων ασκήσει την αξίωσή του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από την αδικοπρακτική ευθύνη, είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια και αποτελούν, κατά τα προαναφερόμενα, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 149 εδ α' ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 149 εδ. α του ίδιου κώδικα, εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως λόγος αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 373/20...).

Και στις δύο περιπτώσεις απάτη υπάρχει όταν κάποιος από δόλο ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή σε επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων που ανάγονται στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 41/2010).

Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη (ΑΠ 247/2018, ΑΠ 1498/2017, ΑΠ 2218/2014, ΑΠ 541/2012, ΑΠ 715/2011).

Το καθήκον διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο ώστε να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα (ΑΠ 1435/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 10.1.2019 αγωγή τους την οποία παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος, που η υπόθεση αυτή μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, κατά την επικουρική βάση της αδικοπραξίας, υποστήριξαν ότι Π.

Π., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων, συμμετείχε οικονομικά στην εταιρεία με την επωνυμία "..." κατέχοντας μετοχές της σε ποσοστό 32%, ενώ ο εναγόμενος μετείχε στην ως άνω εταιρία μέσω της εταιρείας που φέρει την επωνυμία "...", συμφερόντων του, η οποία κατείχε μετοχές της πρώτης εταιρείας σε ποσοστό 47%.

Ότι η εταιρεία "..." 07/03/2009 αγόρασε το υπό σημαία ... πλοίο με το όνομα "...", που μετονομάστηκε σε "..." με διαχειρίστρια την εταιρεία με την επωνυμία "..." της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος υπήρξε ο εναγόμενος. Ότι στις 31 Αυγούστου του έτους 2011 η εταιρεία "..." προέβη στην πώληση του ως άνω πλοίου έναντι τιμήματος ύψους 3.880.000 δολαρίων.

Ότι ο εναγόμενος προκειμένου να αποφύγει τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας "..." ζήτησε από τον Π. Π. να πωλήσει τις μετοχές του στην εταιρεία "...", συμφερόντων επίσης του εναγομένου. Εκθέτει περαιτέρω ότι δυνάμει του από .../12/2011 ιδιωτικού συμφωνητικού ο Π. Π. πώλησε και παρέδωσε τις μετοχές στην εταιρεία "...", την οποία εκπροσωπούσε ο εναγόμενος, έναντι τιμήματος ύψους 1.016.988 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχούσε στην αναλογία του επί της καθαρής περιουσιακής αξίας της εταιρείας, πλέον του ποσοστού 32% που δικαιούνταν επί του υπολοίπου του ποσού των 600.000 δολαρίων ΗΠΑ που θα απέμενε μετά την εξόφληση της εκκρεμούς απαίτησης, την οποία διατηρούσε ο αλληλασφαλιστικός οργανισμός σε βάρος της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρείας και την αφαίρεση των απαιτούμενων δικαστικών εξόδων για τον σκοπό αυτό.

Ότι όρισαν η συμφωνία πώλησης των μετοχών να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο καθώς και ότι σε περίπτωση που ανακύψει διαφωνία σχετικά με την ως άνω συμφωνία, αυτή θα επιλυθεί με διαιτησία στον .... Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 676/2013 απόφασης του Εφετείου ..., η οποία κατέστη αμετάκλητη, υποχρεώθηκε η εταιρεία "..." να καταβάλλει στον αλληλασφαλιστικό οργανισμό "..." το ποσό των 477.170,91ευρώ πλέον των δικαστικών εξόδων ύψους 20.000 ευρώ, τα οποία ωστόσο δεν κατάφερε να εισπράξει λόγω της αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας εταιρείας.

Ότι ο Π. Π. απεβίωσε στις 10/03/2014 και για το λόγο αυτό οι ενάγοντες υπεισήλθαν κατά το κληρονομικό τους μερίδιο ως καθολικοί διάδοχοι στην απαίτηση που διατηρούσε απέναντι του εναγομένου, ότι η αγοράστρια αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία έχει καταστατική έδρα στις νήσους ..., πραγματική όμως στην Ελλάδα όπου και αναπτύσσει την εμπορική της δραστηριότητα, χωρίς να έχει εγκαταστήσει γραφείο, έχει ακύρως συσταθεί κατά το ελληνικό δίκαιο και λογίζεται ως defacto ομόρρυθμη εταιρεία.

Ότι ο εναγόμενος αδικοπράγησε σε βάρος του Π. Π. τον οποίο έπεισε να προβεί στη σύναψη της επίδικης πώλησης των μετοχών του εισπράττοντας μειωμένο τίμημα, επικαλούμενος παραπλανητικά την εκκρεμή απαίτηση του αλληλασφαλιστικού οργανισμού, προκειμένου να εμφανίσει απομειωμένη την καθαρή αξία της εταιρείας, παρά το γεγονός ότι δεν είχε πρόθεση να καταβάλει το ποσό αυτό που θα επιδικαζόταν αμετάκλητα, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι είχε ήδη εκποιηθεί το πλοίο, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της μονοβάπορης εταιρείας "..." και ζητούσαν να τους αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει το ποσό των 192.000 δολαρίων ΗΠΑ που συνιστούσε την αναλογία τους του ποσοστού 32% που δικαιούνταν επί του υπολοίπου του ποσού των 600.000 δολαρίων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο τμήμα αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Επί της ερευνούμενης άνω βάσης (από αδικοπραξία) παρατηρείται ... ότι, στα ανωτέρω ιστορούμενα στην αγωγή δεν περιέχονται στοιχεία ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αποζημιωτική από αδικοπραξία ευθύνη του εναγομένου, δοθέντος ότι το επικαλούμενο πταίσμα του, που φέρεται να επέφερε την επικαλούμενη ζημιά του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, δηλαδή τη μη καταβολή σ' αυτόν μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση των άνω μετοχών του, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την άνω σύμβαση πώλησης στα πλαίσια της οποίας ενήργησε ο εναγόμενος υπό την άνω ιδιότητά του και ταυτίζεται, κατά το πραγματικό του περιεχόμενο, με την παραβίαση της σύμβασης αυτής.

Ο άνω αορίστως επικαλούμενος "έντεχνος εκβιαστικός τρόπος" αγοράς των μετοχών του δικαιοπαρόχου των εναγόντων με το άνω συμφωνητικό - του οποίου, σημειωτέον, δεν ζητείται η ακύρωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 140 επ Α.Κ. - καθώς και η άνω επικαλούμενη δόλια εξαρχής πρόθεση του εναγομένου, υπό την άνω ιδιότητά του, να εκμεταλλευτεί την αγωγή / απαίτηση του άνω αλληλασφαλιστικού οργανισμού για να πληρώσει η αγοράστρια εταιρία συμφερόντων του μικρότερο τίμημα για την αγορά των άνω μετοχών του δικαιοπαρόχου τους και παράλληλα, αφενός να μην πληρώσει τον άνω αλληλασφαλιστικό οργανισμό που δεν είχε εξασφάλιση της απαίτησής του και αφετέρου να χρησιμοποιήσει ο ίδιος το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο του τιμήματος για δικές του δουλειές, δεν συνιστούν συμπεριφορές οι οποίες, αυτές καθ' εαυτές και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομες, ως αντίθετες στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον.

Πολύ δε περισσότερο αν συνεκτιμηθεί και το ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή ι) η απαίτηση του άνω αλληλασφαλιστικού οργανισμού κατά της άνω πλοιοκτήτριας έγινε δεκτή με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και δεν έχε; εισέτι τακτοποιηθεί και ιι) ο δικαιοπάροχος των εναγόντων αποδέχθηκε ρητά με τον άνω όρο Β.2.β.

του συμφωνητικού, το οποίο μάλιστα υπέγραψε συμβουλευόμενος νομικό του σύμβουλο, ότι "οποιοδήποτε κέρδος της πλοιοκτήτριας ως αποτέλεσμα νομικών διαδικασιών ή πράξεων της ..., δεν θα επηρεάσουν με κανένα τρόπο ή δεν θα αυξήσουν το ποσό του τιμήματος αγοράς και στο εξής τέτοια κέρδη δεν θα ληφθούν υπόψη" και ενώ γνώριζε ότι ο ίδιος και ο άνω αλληλασφαλιστικός οργανισμός δεν είχαν εξασφάλιση των απαιτήσεών τους.

Συνεπώς, η ερευνούμενη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής (από αδικοπραξία) πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την επικουρική βάση αυτή και στη συνέχεια δέχθηκε αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως και την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά το λόγο του άνω κληρονομικού μεριδίου εκάστου, το ισάξιο σε ευρώ των 600.000,00 δολ. Η.Π.Λ, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία των άνω νομισμάτων στις 28-11-2018 και με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία αυτή, ως οφειλόμενη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα του επικαλούμενου από τους ενάγοντες άρθρου 914 Α.Κ, το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω και παρά ταύτα το εφάρμοσε, καθώς έπρεπε να δεχθεί ότι η άνω επικουρική βάση, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή και τις προτάσεις των εναγόντων, είναι νομικά αβάσιμη, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ... ".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός ζητούσε την απόρριψη της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και, χωρίς την ύπαρξη ειδικού παραπόνου ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, στα πλαίσια, όμως, του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κατ' έφεση δίκης, ερεύνησε τη νομική βασιμότητα της επίδικης αξίωσης και την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε ότι, κατά τα στην ανωτέρω από 10.1.2019 αγωγή τους εκτιθέμενα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν την κατάρτιση της σύμβασης πωλήσεως των μετοχών και ότι πέραν των θεμελιούντων την εκ συμβάσεως ευθύνη του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν αναφέρονται περιστατικά που θεμελιώνουν την εκ αδικοπραξίας τοιαύτη και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την διάπραξη της αδικοπραξίας - που δεν κατονομάζεται ρητά ως απάτη παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.

Περαιτέρω ρητά αναφέρεται ότι η επικαλούμενη δόλια εξαρχής πρόθεση του εναγομένου, υπό την άνω ιδιότητά του, να εκμεταλλευτεί την αγωγή/ απαίτηση του άνω αλληλασφαλιστικού οργανισμού για να πληρώσει η αγοράστρια εταιρεία συμφερόντων του μικρότερο τίμημα για την αγορά των άνω μετοχών δεν συνιστά, αυτή καθ'εαυτή παράνομη συμπεριφορά, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαίτηση του αλληλασφαλισιτκού οργανισμού ήταν υπαρκτής.

Συνεπώς, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής και του πραγματικού περιεχομένου αυτής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ. Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του λόγου της αίτησης αναίρεσης και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμες, Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2021 αίτηση 1)Της ..., 2) του ..., και 3) του

για αναίρεση της υπ' αριθ. 253/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ