Legislator Case Law & Legislation
1535/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding enforceability of notarial deeds due to unclear debt amount.

Case Number 1535/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on the enforceability of notarial deeds. The appellant argued the debt was not clarified, but the court found the specific amounts were clearly stated in the deeds, even if external documents were needed to verify the underlying property values. Consequently, the court ruled the lower court's reasoning was sufficient and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904(2)(d), 918(1)(c), 4, 915, 916 of the Code of Civil Procedure; A notarial deed is an enforceable title without prior judicial decision, provided the claim is certain, liquidated, and due, and the court's finding on its liquidation is based on sufficient reasoning.

Keywords

AI generated
enforceable title notarial deed liquidated claim appeal dismissal civil procedure code enforcement requirement clear reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 904(2)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 918(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of the Code of Civil Procedure
Article 915 of the Code of Civil Procedure
Article 916 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1535 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1535/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουκουράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Χ. Μ. του Π., κατοίκου ... και 3) Π. Λ. του Π., κατοίκου .... Οι πρώτος και τρίτος αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Χαλκίδη, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, νομίμως εκπροσωπούμενος διά του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη υιού του, Π. Μ. του Χ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-1-2017 τρεις ανακοπές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 399/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 290/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 2 εδάφιο δ`, 918 παρ. 1, 2 περ. γ`, 4, 915 και 916 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Τα ελληνικά συμβολαιογραφικά έγγραφα αποτελούν τίτλους εκτελεστούς, χωρίς να απαιτείται η έκδοση προηγούμενης δικαστικής απόφασης ή η ύπαρξη κάποιας προηγούμενης συμφωνίας ή δήλωση του οφειλέτη ή η ύπαρξη στο κείμενό τους ρήτρας που να τους προσδίδει εκτελεστήρια δύναμη.

Βάση εκτελεστότητας των ελληνικών συμβολαιογραφικών εγγράφων είναι απευθείας ο νόμος, κατ` άρθρο 904 παρ. 2 εδ. δ' ΚΠολΔ. Προϋπόθεση, όμως, της εκτελεστότητας των συμβολαιογραφικών εγγράφων είναι η ύπαρξη απαίτησης βέβαιης, εκκαθαρισμένης και δεκτικής εκτέλεσης. Η εν λόγω απαίτηση μπορεί να απορρέει από σύμβαση (π.χ.

πώληση, δάνειο, μίσθωση κλπ.) ή, όταν επιτρέπεται από τον νόμο, από μονομερή δικαιοπραξία (π.χ. διαθήκη, προκήρυξη κλπ.). Οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο όροι γέννησης της εκτελούμενης αξίωσης, πρέπει να προκύπτουν από το εκτελούμενο συμβόλαιο. "Βέβαιη" είναι η απαίτηση που δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχεται η αίρεση ή η προθεσμία, δηλαδή αν είναι από τον νόμο ή από ρήτρα που περιέχει η συμβολαιογραφική πράξη ή από δικαστική απόφαση.

Αν, λοιπόν, η απαίτηση εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, για να γίνει η εκτέλεση θα πρέπει να πληρωθεί η αίρεση ή να παρέλθει η προθεσμία. Η πλήρωση της αίρεσης ή η πάροδος (λήξη) της προθεσμίας, όταν η τελευταία δεν προκύπτει με ημερολογιακό υπολογισμό από τον εκτελεστό τίτλο, πρέπει να αποδεικνύεται με τον τρόπο που ορίζει το εδάφιο β' της διάταξης του άρθρου 915 ΚΠολΔ, δηλαδή στην περίπτωση αυτή το βέβαιο της απαίτησης αποδεικνύεται από τον συνδυασμό του τίτλου με άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έχει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη. "Εκκαθαρισμένη" είναι η απαίτηση, όταν από το ίδιο το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της οφειλόμενης παροχής, χωρίς να χρειάζεται να συνεκτιμηθούν και άλλα έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, με αποδεικτική δύναμη, σύμφωνα με το άρθρο 916 του ίδιου Κώδικα, κατ' απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 915 ΚΠολΔ που προπαρατέθηκε για τον χαρακτηρισμό της εκτελούμενης απαίτησης ως βέβαιης, δηλαδή για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης αποκλείεται οποιαδήποτε συμπλήρωση από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του τίτλου και, συνεπώς, κατ' αντίθεση προς το άρθρο 915 ΚΠολΔ, δεν μπορεί η αοριστία να συμπληρωθεί με την επίδοση άλλου εγγράφου που αποδεικνύει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης.

Απαίτηση, τέλος, δεκτική εκτέλεσης είναι η απαίτηση που μπορεί από τη φύση της να εκτελεστεί. Τα συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι εκτελεστά όχι μόνο για χρηματικές αλλά και για μη χρηματικές απαιτήσεις, όπως οι αξιώσεις για παράδοση ή απόδοση του πράγματος π.χ. μίσθωση, πώληση κλπ. Διαφορετικά, αν δηλαδή η εκτελούμενη αξίωση δεν είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και δεκτική εκτέλεσης, ο εκτελεστός τίτλος (δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση, το συμβολαιογραφικό έγγραφο) δεν είναι νόμιμος και θεωρείται ως ανύπαρκτος, με επακόλουθο την ακυρότητα της στηριζόμενης σ` αυτόν επιταγής και γενικά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με βάση τον εν λόγω τίτλο, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης βλάβης, κατ` άρθρα 159 αριθ. 1, 915 και 916 ΚΠολΔ (ΑΠ 825/2020, 758/2014, 905/2011, 1124/2010).

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σχετικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, οι διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 1051/2009), Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμό .../2009 προσύμφωνο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρής Δρακούδη-Δήμα ,που καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) και του συζύγου της Κ.

Μ., ως αντιπροσώπου των εφεσιβλήτων (αναιρεσιβλήτων) οι τελευταίοι υποσχέθηκαν να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν κατά πλήρη κυριότητα προς την εκκαλούσα, ως αγοράστρια ή τρίτο υποδειχθησόμενο από αυτήν πρόσωπο, τις αναφερόμενες σ' αυτό ιδιοκτησίες των εφεσιβλήτων. Ο πρώτος των εφεσιβλήτων - ανακοπτόντων Α.

Μ. του Π. μεταβίβασε εκ των ιδιοκτησιών που αναφέρονται στο προσύμφωνο, α) με το με αριθ. .../14-2-2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κομνηνού Κομνηνού, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ΥΟ, αριθ. 228), το 1/2 της Υ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπόγειας αίθουσας -αποθήκης ,που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., στη θέση ..., στην Α.

Κ. και β)με το υπ' αριθ. .../20-7-2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαριάνθης Ασημακοπούλου Ζερβού νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. ..., αριθ….) μεταβίβασε εκ των ιδιοκτησιών που αναφέρονται στο προσύμφωνο την με στοιχεία Κ-4 οριζόντια ιδιοκτησία-κατάστημα της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην …, στη θέση ...

επί της οδού ... και ... και τις δύο θέσεις στάθμευσης που αντιστοιχούν σ' αυτήν στην Β. Δ.. Ο δεύτερος των εφεσιβλήτων -ανακοπτόντων Χ. Μ., με το αριθ. .../14-2-2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κομνηνού Κομνηνού, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος. ΥΟ, αριθ. 228), το 1/2 της Υ- 2 οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπόγειας αίθουσας -αποθήκης, που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., στη θέση ..., στην Α.

Κ.. Ο τρίτος των εφεσιβλήτων-ανακοπτόντων Π. Λ. μεταβίβασε, εκ των ιδιοκτησιών που αναφέρονται στο προσύμφωνο: α) με το υπ' αριθ. .../13 Αυγούστου 2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος ... με αριθ. ...), την Κ-2 οριζόντια ιδιοκτησία της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., στη θέση ...

και επί των οδών ... και συνταγματάρχου Ζ. στη κόρη του Δ. β) και με το .../13-8-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της ιδίας συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμο ... με αριθ. 271) την υπ' αριθ. Θ-2 οριζόντια ιδιοκτησία με τις ανήκουσες σ' αυτήν θέσεις στάθμευσης της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...

στη θέση ... και επί των οδών ... και συνταγματάρχου Ζ. στον υιό του Πέτρο. Με επίσπευση της εκκαλούσας -καθ' ης οι ανακοπές και προς ικανοποίηση απαίτησης της ποσού από τους εφεσιβλήτους (132.382,23 ευρώ από τον πρώτο, 50.690,92 ευρώ από το δεύτερο και 264.851,61 ευρώ από τον τρίτο), επισπεύστηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των εφεσιβλήτων - ανακοπτόντων, δυνάμει της από 23-01-2017 επιταγής προς πληρωμή, που συνετάγη κάτω από το αντίγραφο του υπ' αριθμ. 563/2-11-2016 πρώτου εκτελεστού απογράφου του με αριθμό .../2009 προσυμφώνου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρής Δρακούδη-Δήμα.

Σύμφωνα με την ως άνω επιταγή, οι εφεσίβλητοι -ανακόπτοντες επιτάσσονται να καταβάλουν στην εκκαλούσα-καθ' ης η ανακοπή τα ποσά που κατέβαλε η τελευταία για λογαριασμό τους και αφορούν οφειλές τους προς τη Δ.Ο.Υ. και Δήμους καθώς και ποσά που αντιστοιχούν σε αποζημίωση και ποινική ρήτρα που προβλέφθηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. .../2009 προσύμφωνο.

Στο προσύμφωνο αυτό, που καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας-καθής η ανακοπή ως αγοράστριας και του συζύγου της Κ. Μ. του Π., ως αντιπροσώπου των εφεσιβλήτων, συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής "Ανεξαρτήτως των ανωτέρω η αγοράστρια ή ο τρίτος υποδειχθησόμενος υπ' αυτής δικαιούται άμεσα να απαιτήσει -εισπράξει από τους πωλητές οποιοδήποτε ποσό τυχόν καταβάλει για λογαριασμό τους, για να καταστεί εφικτή η έκδοση και ισχύς οποιουδήποτε πιστοποιητικού ή βεβαίωσης για την κατάρτιση , υπογραφή και μεταγραφή στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο του οριστικού συμβολαίου (πχ καταβολή ποσού στη Δ.Ο.Υ.

για να εκδοθεί και να ισχύσει η φορολογική ενημερότητα, στο Δήμο για να εκδοθεί και να ισχύσει το πιστοποιητικό Τ.Α.Π. στο συμβολαιογράφο για να αποδοθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ για να ισχύσει η φορολογική ενημερότητα ή Δήμο μετά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου κλπ). Το οποιοδήποτε κατά τα ανωτέρω ποσό που θα προκύπτει από Δημόσια Έγγραφα (πχ φορολογική ενημερότητα, ΤΑΠ, έγγραφα δημόσιων ή δημοτικών υπηρεσιών κλπ) και που βαρύνει τους πωλητές, η αγοράστρια ( ή ο υπ' αυτής υποδειχθησόμενος τρίτος αγοραστής) δικαιούται να το εισπράξει από τους υπόχρεους πωλητές επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση και με εκτέλεση του παρόντος ή του οριστικού συμβολαίου που θα συνταχθεί σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία τους, το οποίο οι συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν από τώρα ως τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο, κατά του οποίου δεν επιτρέπεται ένσταση ή ανακοπή, καθόσον οι πωλητές ρητά παραιτούνται αυτού του δικαιώματος(...)....Ρητά συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι απαγορεύεται η μεταβίβαση ή η καθ' οιονδήποτε τρόπο εμπράγματη επιβάρυνση των προπεριγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών από τους εδώ πωλητές μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Σε αντίθετη περίπτωση, ο οιοσδήποτε εδώ πωλητής -ιδιοκτήτης που θα προβεί σε εμπράγματη επιβάρυνση ή σε μεταβίβαση που θα μεταγραφεί στα αρμόδια βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου (ή θα καταχωρηθεί στο αρμόδιο κτηματολογικό φύλλο του αρμόδιου κτηματολογικού Γραφείου) οιασδήποτε των οριζόντων ιδιοκτησιών του ή ποσοστού εξ αδιαιρέτου επ' αυτών από σήμερα και μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, θα υποχρεούται να καταβάλει στην αγοράστρια ποινική ρήτρα και αποζημίωση ισόποση του ποσού του βάρους που ενέγραψε στο ακίνητο ή σε δικαίωμα επ' αυτού ή ισόποση της αντικειμενικής αξίας, σύμφωνα με τους ισχύοντες σήμερα πίνακες αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, του αντισυμβατικώς μεταβιβασθέντος και μεταγραφέντος ακινήτου ή δικαιώματος επ' αυτού, η οποία (αγοράστρια) δικαιούται να εισπράξει (την ανωτέρω ποινική ρήτρα και αποζημίωση) οποτεδήποτε και με εκτέλεση του παρόντος σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του πωλητή, του παρόντος επέχοντος από τώρα θέσης τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου για την είσπραξη της ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης (...) ".Με την επιταγή προς εκτέλεση που η καθής επέδωσε σε κάθε εφεσίβλητο ανακόπτοντα συγκοινοποίησε α) στον πρώτο το με αα .../19-1-2016 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ Γλυφάδας, το με αριθ. .../14-2-2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κομνηνού Κομνηνού, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ΥΟ, αριθ. 228), το αριθ. .../20-7- 2010 επίσης αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαριάνθης Ασημακοπούλου Ζερβού νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. ..., αριθ.25) τα διπλότυπα είσπραξης του δήμου Σαρωνικού, με αριθ. ...- .../7-7-2016 , β)στο δεύτερο την με αριθ. .../7-7-2016, σειρά Α, απόδειξη του Δήμου παλαιού Φαλήρου, τα υπ' αριθ. ...-... /7-7-2016 διπλότυπα είσπραξης του δήμου Σαρωνικού γ)στον τρίτο το με αα .../19-1-2016 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ Γλυφάδας, την με αριθ. 5162/7-7-2016 σειρά Α απόδειξη του Δήμου παλαιού Φαλήρου και τα υπ' αριθ. .../13 Αυγούστου 2009 και .../13-8-2009 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (το πρώτο στο τόμο ...

με αριθ. ..., και το δεύτερο στο τόμο ... με αριθ. 271). Ωστόσο από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει αμέσως και ευθέως το ύψος της απαίτησης και ειδικότερα ούτε τα ποσά που αφορούν σε καταβολές σε Δήμους και Δ.Ο.Υ. ούτε η αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά το χρόνο σύναψης του προσυμφώνου.

Στον επιδοθέντα σε κάθε ένα εκτελεστό τίτλο αναγράφεται: α) για τον πρώτο εφεσίβλητο-ανακόπτοντα το ποσό των 130.904,55 € ως η αντικειμενική αξία των ιδιοκτησιών που μεταβιβάστηκαν β) για τον δεύτερο εφεσίβλητο- ανακόπτοντα το ποσό 39.243,75€ και γ) για τον τρίτο εφεσίβλητο το ποσό των 263.403,24 ευρώ και σε κάθε επιταγή αναφέρεται ότι το ποσό που αναφέρεται από αυτήν προκύπτει από τα συμβόλαια με τα οποία έγιναν οι επικαλούμενες αντισυμβατικές μεταβιβάσεις.

Προσδιορίζεται δηλ. η ποινική ρήτρα από στοιχεία έξω από τον τίτλο. Εξ άλλου ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας είναι δεν (ορθό: δεν είναι) θέμα απλού και ευχερούς αριθμητικού υπολογισμού αλλά απαιτείται προσφυγή σε στοιχεία έξω από τον τίτλο. Κατά συνέπεια από το περιεχόμενο του ανωτέρω προσυμφώνου δεν προκύπτει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης κατά των ανακοπτόντων, δηλαδή η ποσότητα της παροχής για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση και επομένως, η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ανακοπή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, παρέλκει δε η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της ανακοπής και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη από 23-01-2017 επιταγή προς εκτέλεση που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου του ως άνω προσυμφώνου. Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο μοναδικός λόγος της έφεσης με τον οποίο η καθής η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, παραπονείται ότι η απαίτησή της, τουλάχιστον όσον αφορά το επιταχθέν κονδύλιο της καταβλητέας ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης (130.904,55 € για τον πρώτο εφεσίβλητο- ανακόπτοντα, 39.243,75€ για τον δεύτερο εφεσίβλητο- ανακόπτοντα και 263.403,24 € για τον τρίτο εφεσίβλητο-ανακόπτοντα ("βάσει του όρου 3, περίπτωση Ε' του 26ου φύλλου, σελίδας 53ης, του προσυμφώνου) λόγω της μεταβίβασης των οριζοντίων ιδιοκτησιών, είναι και εκκαθαρισμένη, διότι, κατά την εκκαλούσα, οι προκύπτουσες τιμές καθορίζονται από το νόμο με απλή πράξη πολλαπλασιασμού χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσφυγής σε στοιχεία εκτός του εκτελεστού τίτλου, και η μερική ακυρότητα της επιταγής δεν επιφέρει ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως ως προς εκείνες τις απαιτήσεις που δεν πλήττονται από την ακυρότητα της επιταγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει δεκτή την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολΔ και δεν κήρυξε, παρά το νόμο, ακυρότητα της επίμαχης επιταγής προς εκτέλεση και της διαδικασίας εκτέλεσης για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησης της αναιρεσείουσας, αφού, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η εν λόγω απαίτηση της αναιρεσείουσας δεν είναι εκκαθαρισμένη, καθόσον από το παραπάνω συμβόλαιο δεν προκύπτει το ορισμένο της απαίτησης, δηλαδή δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια το ποσό, η έκταση της απαιτήσεως που ενσωματώνει.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενη, ότι η απαίτηση αυτής ήταν εκκαθαρισμένη, και, ως εκ τούτου, ηδύνατο να χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά την κρίση αυτού ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας που επέταξε τους αναιρεσιβλήτους να της καταβάλουν με εκτελεστό τίτλο το συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν είναι εκκαθαρισμένη, εφόσον δεν προκύπτει από αυτό η ποσότητα και η ποιότητα της οφειλόμενης παροχής, αλλά αντιθέτως προκειμένου να εξευρεθεί αυτή απαιτείται να συνεκτιμηθούν και άλλα στοιχεία που βρίσκονται εκτός του τίτλου, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι α) στον επιδοθέντα σε κάθε ένα των αναιρεσιβλήτων εκτελεστό τίτλο αναγράφεται ότι το επιτασσόμενο ποσό, ήτοι α) για τον πρώτο εφεσίβλητο-ανακόπτοντα το ποσό των 130.904,55 € ως η αντικειμενική αξία των ιδιοκτησιών, η κυριότητα των οποίων προσυμφωνήθηκε να μεταβιβασθούν δια του προμνησθέντος προσυμφώνου συμβολαίου, β) για τον δεύτερο εφεσίβλητο- ανακόπτοντα το ποσό των 39.243,75€ και γ) για τον τρίτο εφεσίβλητο το ποσό των 263.403,24 ευρώ, προκύπτει από τα συγκοινοποιηθέντα στους αναιρεσιβλήτους συμβόλαια με τα οποία έγιναν οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αντισυμβατικές μεταβιβάσεις, πλην όμως τα στοιχεία αυτά (η αντικειμενική αξία των ιδιοκτησιών) δεν προσδιορίζονται στον εκτελεστό τίτλο (το συμβολαιογραφικό έγγραφο), όπως επιβάλλεται, προκειμένου να κριθεί ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας είναι εκκαθαρισμένη, και β) ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας δεν είναι θέμα απλού και ευχερούς αριθμητικού υπολογισμού αλλά απαιτείται προσφυγή σε στοιχεία έξω από τον τίτλο.

Πέραν δεν αυτών, δεν απαιτείτο να διαλάβει άλλες αιτιολογίες και ειδικότερα ότι από ποια εκτός του τίτλου στοιχεία, προέκυπτε η αντικειμενική αξία των αντισυμβατικώς μεταβιβασθεισών ιδιοκτησιών. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την κρίση αυτής περί του μη εκκαθαρισμένου της απαίτησης που επιτάχθηκε στον κάθε ένα των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλει, εφόσον δεν προσδιορίζει ποια είναι τα εκτός του τίτλου στοιχεία, στα οποία έπρεπε να προσφύγει κάποιος, προκειμένου να εξευρεθεί η αντικειμενική αξία των ακινήτων, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2020 αίτηση της Α. Τ. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 290/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ