Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects common sense argument regarding asset value. Appeal dismissed due to defendant's absence and invalid common sense claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment. The appellant argued the lower court erred by failing to apply the common sense that asset values decrease over time, yet the defendant was absent from the hearing. The court rejected the appeal because the defendant's absence meant the case proceeded without him, and the alleged error regarding asset valuation constituted an unreviewable factual assessment rather than a violation of common sense principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 576, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with a hearing despite a party's absence if they were properly summoned, and an appeal based on the failure to apply common sense is inadmissible if it merely challenges the court's unreviewable evaluation of factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1535 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1535/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, όπως μετονομάστηκε η "...", δυνάμει της 4719/2013 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών, πρώην "... AE", που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Πολυξένη Τσιτσώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4483/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 5523/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού και τα στοιχεία της δικογραφίας ο αναιρεσίβλητος Σ. Κ. δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19/9/2018), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την 10482Δ/22.2.208 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ν. Χ. που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ούτε έχει καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 14 και 18 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής. Ο καθορισμός γίνεται από το Δικαστήριο με ελεύθερη κρίση για τη διαμόρφωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής.
Έτσι, ναι μεν για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση, το Δικαστήριο όμως δεν δεσμεύεται από κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι δε ελεύθερο να διατάξει ή όχι απόδειξη και να επιλέξει τα αποδεικτικά μέσα, με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης και άλλων εκτός από αυτά που ο νόμος (άρθρο 339 ΑΚ) ορίζει ή και να αρκεστεί στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τίθενται υπό την κρίση του, βασιζόμενο κατ' αρχή στην αποτίμηση του ενάγοντος και αν αμφισβητηθεί η τελευταία κρίνεται ελευθέρως από το Δικαστήριο, το οποίο δύναται και να στηριχθεί στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (13/10/2017), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Ειδικότερα, οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δίνονται μόνον όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου όχι δε και δικονομικών διατάξεων, όπως είναι αυτές που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 6 του ως άνω άρθρου πλημμέλειες, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απορριπτικής της από 26/2/2012 διεκδικητικής αγωγής της απόφασης και, αφού την εξαφάνισε λόγω της καθ' ύλην αναρμοδιότητας του δικάσαντος Ειρηνοδικείου, την οποία εξέτασε αυτεπαγγέλτως, παρέπεμψε την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 7,9,10, 11παρ.1 ΚΠολΔ, ως προς τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της ένδικης αγωγής.
Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αναφέρονται σε παραβίαση δικονομικών διατάξεων. Οι με τους ίδιους λόγους περαιτέρω αποδιδόμενες αιτιάσεις, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού από το Μονομελές Πρωτοδικείο της αξίας του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο καθορισμός της αρμοδιότητας γίνεται από το δικαστήριο με ελεύθερη κρίση.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ.5 ΚΠολΔ για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, την έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, όπως είναι και εκείνη της καθ' ύλην αρμοδιότητας (άρθρο 47 ΚΠολΔ). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ότι κατά το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την αξία των επίδικων κινητών πραγμάτων που αναφέρονται στην πιο πάνω αγωγή και την εντεύθεν καθ' ύλην αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου που δεν προτάθηκε (εξαιτίας της ερημοδικίας του), καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της ίδιας που προτάθηκε με την ένδικη αγωγή και επανέλαβε με τις κατ' έφεση προτάσεις της ως προς την αξία των πιο πάνω πραγμάτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δικαστήριο, εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της καθ' ύλην αναρμοδιότητας του τελευταίου για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, με βάση την αξία του αντικειμένου της.
Σύμφωνα με το άρθ. 560 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ1 αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1εδάφ.β'του άρθ.560 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και να λάβει υπόψη κατά τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου της ένδικης αγωγής δίδαγμα κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο "μετά 10 χρόνια από τότε που κατατέθηκε η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και εν συνεχεία όταν συζητήθηκε...η αξία των επίδικων κινητών πραγμάτων, λόγω της παρέλευσης του χρόνου και της χρήσης τους, έχει μειωθεί και δεν είναι αυτή της αγοράς τους" και ότι "αν είχε λάβει υπόψη το πιο πάνω δίδαγμα δεν θα είχε καταλήξει στο ότι η αξία τους., ήταν πάνω από 20.000ευρώ".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση θεμελίωσής του στην προαναφερόμενη διάταξη, πλήττει στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν έχουν το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας και υπέρ του νικήσαντος αναιρεσίβλητου, αφού αυτός, εξαιτίας της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης 584037/13.10.2017 αίτηση για αναίρεση της 5523/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ