1535/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1535/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1535 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1535/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη -Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Π. του Γ., κάτοικο ... και ήδη ..., όπου έχει μεταφερθεί και η έδρα της εταιρείας, 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ... και ήδη ..., ατομικά για τον εαυτό του και υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου μέλους και ως διαχειριστού και νόμιμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "..." και Β. των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας αρχικής εναγόμενης Δ. χήρας Γ. Π., κατοίκου ... και μετέπειτα ..., ήτοι: 3) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., 4) Λ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 7) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 8α) Γ. Π. του Φ., κατοίκου ... και 8β) Δ. Π. του Φ., κατοίκου ..., ως τέκνων (εξ αδιαθέτου κληρονόμων) του προαποβιώσαντος Φ. Γ. Π., υιού της Δ. χήρας Γ. Π.. Οι 1η και 2ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Παντζαρτζίδη, ενώ οι 3ος, 4ος, 5η, 6ος, 7η, 8αη και 8βη δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1996 αγωγή και την από 14-10-1996 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/1997 και 183/2004 μη οριστικές και 225/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 770/2010 του Εφετείου Λάρισας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 473/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 770/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 19/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../28-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Α. Ι. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στο Σ. Γ. Π., δικηγόρο Λάρισας, ως πληρεξούσιο και νόμιμο αντίκλητο, κατ’ άρθρο 143 ΚΠολΔ, των τρίτου, τετάρτου, πέμπτης, έκτου, εβδόμης, ογδόου και ενάτης των αναιρεσίβλητων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκαν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, πλην των άλλων, και αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με ημερομηνία 10-4-1995 έγγραφο της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) προς την πρώτη εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) η ενάγουσα πληροφορεί την εναγομένη ότι, όπως προέκυπτε από τα βιβλία και στοιχεία της, στις 31-3-1995 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της ανήρχετο στο ποσό των 80.502.183 δρχ.
Το ποσό αυτό επιβεβαιώνει και συμφωνεί η εναγομένη με σφραγίδα και υπογραφή του δευτέρου εναγομένου (και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου). Η πρώτη εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα, στις 25-10-1995, την από 18-10-1995 εξώδικη δήλωση, με την οποία, εκτός των απαιτήσεων που προέβαλε ως δαπάνες για την εκτέλεση της εντολής και την αποζημίωση που ζητούσε από τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης αντιπροσωπείας, ...
δήλωνε ότι το υπόλοιπο "εις χείρας πελατών της" ανέρχεται στις 16-9-1995, στο ποσό των 88.080.533 δρχ. και δεν είχε ούτε υποχρέωση, ούτε δικαίωμα να το εισπράξει, μετά την ανάκληση της εντολής. Η ενάγουσα, εν τω μεταξύ, με επιστολή της τον ίδιο μήνα Σεπτέμβριο 1995, ενημέρωνε τους πελάτες της ότι δεν θα πρέπει στο εξής να πληρώνουν στην πρώτη εναγομένη οποιοδήποτε ποσό οφείλουν.
Η πρώτη εναγομένη δεν κατέθεσε κατάλογο που να περιέχει αντιπαράθεση εσόδων - εξόδων εντός της προθεσμίας των 90 ημερών, όπως όρισε η 183/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ήδη η ενάγουσα είχε υποβάλει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας την από 20-5- 1996, με αριθ. καταθ. .../1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε τη δικαστική μεσεγγύηση των ανεξόφλητων τιμολογίων και δελτίων αποστολής όλων των πελατών που αναφέρει, των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμών και καρτελών όλων των πελατών και δη ενός εκάστου με τις δοσοληψίες και τα χρεωστικά του υπόλοιπα προς την ενάγουσα και είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 919/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ...,η οποία διέταξε τη μεσεγγύηση των εκδοθέντων από την πρώτη εναγομένη, τιμολογίων και δελτίων αποστολής της αιτούσας προς τους πελάτες της, περίπου … τον αριθμό στην περιοχή της Θεσσαλίας, των εκδοθέντων για λογαριασμό της ενάγουσας τιμολογίων πώλησης εμπορευμάτων, επί πιστώσει του τιμήματος αυτών, προς τους εν λόγω πελάτες και.
τα τιμολόγια που παραμένουν ανεξόφλητα και των υπό της πρώτης των εναγομένων τηρηθεισών καρτελών των πελατών της ενάγουσας . διαλαμβανουσών αναλυτική κατάσταση δοσοληψιών και λογαριασμού κάθε πελάτη. Σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 919/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η πρώτη εναγομένη κατέθεσε, στις 10-10-1996, στο.
ορισθέντα ως μεσεγγυούχο συμβολαιογράφο Λάρισας, τα ανωτέρω έγγραφα και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. .../10-10-96 πράξη κατάθεσης εγγράφων. Τα έγγραφα αυτά ήταν α) τα τιμολόγια πώλησης-Δελτία αποστολής (Τ.Δ.Α) για τα έτη 1990, 1991, 1992, 1993, 1994 και για το έτος 1995 κατέθεσε σε φωτοαντίγραφα τα σχετικά τιμολόγια β) οι καρτέλες πελατών του έτους 1990, 1991, 1992, . 1993 και 1994 μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα ονόματα των πελατών που αναφέρονται στην κρινόμενη αγωγή.
Δεν κατέθεσε τις καρτέλες πελατών με υπόλοιπα, για το έτος 1995 και στα φωτοαντίγραφα των τιμολογίων του έτους 1995, το υπόλοιπο ήταν σβησμένο με μπλάνκο. Αντίθετα στα τιμολόγια πελατών του ιδίου έτους του ιδίου έτους 1995,το υπόλοιπο δεν ήταν σβησμένο...
Η ενάγουσα για να διακριβώσει ποιό είναι το υπόλοιπο κάθε πελάτη κατασκεύασε νέες καρτέλες με βάση τις καρτέλες που της χορήγησε η πρώτη εναγομένη, στις οποίες αναγραφόταν το κατά την 31-12-1994 υπόλοιπο, τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από 1-1-1995 έως 31-7-1995 και τις καταβολές των πελατών της.
Τις τελευταίες η ενάγουσα αποδέχθηκε ως αληθείς, σύμφωνα με τις προφορικές ή γραπτές βεβαιώσεις που χορήγησαν οι πελάτες της στους υπαλλήλους της, όταν οι τελευταίοι επισκέφτηκαν τις επιχειρήσεις τους. Δηλ. χωρίς να ζητά. την επίδειξη αποδείξεως εισπράξεως, την οποία πάντα εξέδιδε η πρώτη εναγομένη. Ήδη από τον Νοέμβριο 1995 η ενάγουσα είχε επιδώσει στην εταιρία Ρ.
Κ. και ΣΙΑ, για την οποία ο δεύτερος εναγόμενος την είχε ενημερώσει, πριν τη λήξη της συμβάσεως αντιπροσωπείας και εντολής, ότι το υπόλοιπο της ανήρχετο σε 30.000.000 δρχ. Παρά ταύτα δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα επεδίωξε δικαστικά την αξίωση της. Η οφειλέτρια εταιρία με την από 11-9- 2002 δηλ. σε χρόνο που η υποχρέωση της από την πώληση προς αυτήν εμπορευμάτων είχε παραγραφεί, βεβαιώνει ότι το ύψος της οφειλής της από τις αγορές προϊόντων που είχε πραγματοποιήσει από την πρώτη εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 1027,15 € και ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν αν τα εκδοθέντα από την πρώτη εναγομένη τιμολόγια προς αυτή ανέφεραν την ένδειξη "τα εμπορεύματα πωλούνται για λογαριασμό της ...
ΑΕ". Είναι σαφές ότι ενάγουσα αποδέχεται ως αληθή τη βεβαίωση της ως άνω εταιρίας μολονότι αυτή της όφειλε περί τα 30.000.000 δρχ. και την ταλαιπωρούσε, κωφεύοντας, όπως η ίδια αναφέρει, στις επανειλημμένες δικαστικές και εξώδικες οχλήσεις της. Γίνεται αντιληπτό ότι το έγγραφο αυτό είναι αναξιόπιστο. Τόσο το έγγραφο αυτό όσο και οι βεβαιώσεις των πελατών ότι είχαν μηδενικά υπόλοιπα, δεν επισύρουν καμία κύρωση, αν είναι ψευδείς.
Η ενάγουσα δεν ζήτησε και δεν έλαβε τις εκδοθείσες από την πρώτη εναγομένη αποδείξεις πληρωμής. Αρκέστηκε στις ως άνω επισφαλείς βεβαιώσεις. Με βάση και μόνον τα στοιχεία που της. είχαν διατεθεί, και επειδή εξακολούθησε να πωλεί στους ίδιους πελάτες προϊόντα της, μπορούσε και τα υπόλοιπά τους να διακριβώσει και να τα.
διεκδικήσει με αγωγή, δικαστικώς σε περίπτωση που δεν πληρώνονταν. Η ένσταση εξόφλησης, ως γνωστόν, προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον οφειλέτη. Είναι χαρακτηριστική η κατάθεση του μάρτυρα Σ. Μ. στο Πενταμελές Εφετείο ότι ενώ στο Λογιστήριο της εταιρίας ... εμφανίστηκε υπόλοιπο 440.000 δρχ. η ενάγουσα δεν το αναζήτησε.
Με τις νέες καρτέλες που δημιούργησε η ενάγουσα καταμήνυσε τον πρώτο εναγόμενο για υπεξαίρεση. Αυτός παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας για το κακούργημα έγκλημα της υπεξαίρεσης ποσού 72.526.133 δρχ. και όχι για το αιτούμενο με την αγωγή εικαζόμενο υπόλοιπο. Ο δεύτερος αυτός εναγόμενος με την υπ’ αριθ. 297/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με αθωωτική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για υπεξαίρεση ποσού 29.372.920 δραχμών, ενώ αθωώθηκε για το ποσό των 43.553.213 δρχ.
Στην κατ’ έφεση δίκη, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την 133/2009 απόφασή του ανέβαλε την έκδοση απόφασης και διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, με την υπ’ αριθ. 516/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, αθωώθηκε παντάπασι λόγω ικανών αμφιβολιών ως προς την τέλεση του αποδιδόμενου σ’ αυτόν κακουργήματος" και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν πιθανολόγησε ότι υπήρξε κατάλοιπο από τη διαχείριση της πρώτης αναιρεσίβλητης και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ, 473, 477 παρ. 2 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την μη πιθανολόγηση καταλοίπου από τη διαχείριση της πρώτης αναιρεσίβλητης, διαχειριστής και ομόρρυθμο εταίρος της οποίας είναι ο δεύτερος, αναφορικά με τη μεταξύ τους σύμβαση αντιπροσωπείας των προϊόντων της αναιρεσείουσας στην περιοχή της Θεσσαλίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως 31-7-1995, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, ούτε περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, μη πιθανολογώντας κατάλοιπο, αν και αναφέρει την ομολογία του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως διαχειριστή της πρώτης αναιρεσίβλητης, αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της προς την αναιρεσείουσα από τη μεταξύ τους μακρόχρονη εμπορική συνεργασία, που υπερβαίνει το ποσό των 88.000.000 δρχ., εφόσον δέχεται στη συνέχεια ότι το ποσόν αυτό δεν το κατέχει η πρώτη αναιρεσίβλητη, γιατί βρίσκεται "εις χείρας πελατών της" και δεν είχε υποχρέωση ούτε δικαίωμα να το εισπράξει μετά την ανάκληση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η οποία πλέον είχε το βάρος να επιδιώξει δικαστικά ή εξώδικα την είσπραξη των απαιτήσεών της από τους πελάτες της.
Ούτε, εξάλλου, συνιστά παράβαση των αυτών διατάξεων η μη σύνδεση του αιτουμένου καταλοίπου με τη μη κατάθεση του καταλόγου από την πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού η παράλειψή της αυτή δεν μπορούσε να επισύρει άλλες συνέπειες, πέραν εκείνων που προέβλεπε η 183/2004 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Περαιτέρω, είναι αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ο ισχυρισμός ότι το Εφετείο αναφέρεται σε οφειλές πελατών μετά την 31-7-1995, εφόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία ότι η αναιρεσείουσα, για να διακριβώσει ποιο είναι το υπόλοιπο κάθε πελάτη, δημιούργησε νέες καρτέλες με βάση τις καρτέλες που της χορήγησε η πρώτη αναιρεσίβλητη, στις οποίες αναγραφόταν το κατά την 31-12-1994 υπόλοιπο, τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από 1-1-1995 έως 31-7-1995 και τις καταβολές των πελατών της, και ουδεμία αναφορά γίνεται για το μετέπειτα διάστημα.
Τέλος, ενόψει της ανωτέρω ρητής παραδοχής, δεν στερείται αιτιολογιών η προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του γεγονότος ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν το μη εκκαθαρισθέν ποσό την 31-7-1995, ώστε μετ’ αφαίρεση της προμήθειας της πρώτης αναιρεσίβλητης ποσοστού 8% επί των πωλήσεων, να προκύψει το οφειλόμενο να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα ποσό, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή, με βάση τις καρτέλες των πελατών με το υπόλοιπο έως 31-12-1994 και τα τιμολόγια για το διάστημα από 1-1-1995 έως 31-7-1995, που της παρέδωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη, είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τι ποσόν οφείλουν οι πελάτες της αναιρεσείουσας, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι στα χέρια της πρώτης αναιρεσίβλητης, ούτε να δικαιούται να το εισπράξει.
Συνακόλουθα τούτων, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ μόνος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αμφότερα τα μέρη του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς αναφορά των οφειλόμενων ποσών από τους πελάτες της και των ποσών που είχε εισπράξει η πρώτη αναιρεσίβλητη για λογαριασμό της ή για τα οφειλόμενα ποσά μετά τη λήξη της συνεργασίας τους.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Αυγούστου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΒΕΕ ..." για αναίρεση της 19/2016 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δευτέρου των αναιρεσίβλητων, που τα ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ