Legislator Case Law & Legislation
1535/2016 AI generated

1535/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1535/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1535/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν.

Keywords

AI generated
fitness for detention mental health status psychological trauma testimony of victim exposure to danger sexual act with a prisoner
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1535 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1535/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Διονύσιο Γκούσκο και Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως της 54/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με κατηγορούμενους τους: 1) Γ. Μ. του Α., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Διονύσιο Γκούσκο και Αλέξιο Κούγια και 2) Ε. Μ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Διονύσιο Γκούσκο και Αλέξιο Κούγια. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ε. Ρ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, 2) Ε. Τ. του Η., κάτοικο ... και 3) Ν. Κ. του Ξ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν αμφότεροι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα και 4) Π. Ν. Κ. κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την με αριθμό και ημερομηνία 60/14-12-2015 έκθεση του αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη καθώς και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Γ. Μ. με την υπ’ αριθμ.πρωτ..../30-11-2015 αίτησή του, ζητούν τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις ανωτέρω αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1341/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης που αφορά το Γ. Μ..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Οι κρινόμενες αιτήσεις, από 14-12-2014 (αρ. 60/2015) και 26-11-2015 (αρ. 8694/2015), του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γ. Μ. του Α. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 54/2015 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και ειδικότερα, με τη μεν πρώτη από αυτές μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτής με τα οποία ι) κρίθηκε, κατά πλειοψηφία ατιμώρητος ο κατηγορούμενος Ε. Μ. για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, τελεσθείσα σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προξένησε η επίθεση και ιι) κηρύχθηκε, μετά από αυτά, αθώος ο ίδιος κατηγορούμενος για την πράξη της οπλοχρησίας κατά συρροή, με τη δε δεύτερη για την έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Γ. Μ., περί τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής και περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β’ και γ’ ΠΚ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.

ΙΙ] Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου.

Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στη μεν πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, στη δε δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης.

Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 του ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας, δηλαδή η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις.

Κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ’ αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο θα κριθεί αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς εκτίθενται στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ΠΚ, αλλά, όπως στη συνέχεια στην ίδια διάταξη αναφέρεται, και από τις λοιπές περιστάσεις.

Ο δικαστής από όλα τα πραγματικά περιστατικά θα σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άμυνας ποιο ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας και στη συνέχεια θα κρίνει αν ο αμυνόμενος το υπερέβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, επί καταδίκης για υπέρβαση των ορίων άμυνας πρέπει να καθορίζεται από το δικαστήριο στην απόφαση, ποιο το αναγκαίο μέτρο άμυνας και κατά ποιο άλλο τρόπο μπορούσε να αποκρουστεί η επίθεση.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Η απόφαση, που κρίνει ατιμώρητο το δράστη γιατί υπερέβη τα όρια της άμυνας ένεκα του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, έχει την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν παραθέτει τις αποδείξεις και τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο για να θεμελιώσει την κρίση του αυτή, ήτοι για τις συνθήκες της άμυνας και της υπέρβασης των ορίων της και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η υπέρβαση αυτή οφείλεται στο φόβο ή την ταραχή που προκάλεσε στο δράστη η σφοδρότητα και επικινδυνότητα της εναντίον του επίθεσης.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ή και άλλης ελαφρυντικής περίστασης εκτός των αναφερόμενων ενδεικτικά στο παραπάνω άρθρο, αφού η παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης αυτής οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί νομικά και να διερευνηθεί ουσιαστικά και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγεί στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ] Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠοινΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται προς τον σκοπό επανόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί από οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης 54/2015 απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, αναγνωσθείσα κατάθεση αλλοδαπού μάρτυρα δοθείσα στην προδικασία, συναινούντων των κατηγορουμένων, ιατροδικαστικές εκθέσεις, έκθεση αυτοψίας, έγγραφα, επισκοπηθείσες φωτογραφίες, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογίες των κατηγορουμένων), προέκυψε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο μεν αναιρεσείων - κατηγορούμενος, Γ.

Μ., έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο) σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Ξ. Κ., της παράνομης οπλοφορίας, της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και της οπλοχρησίας και καταδίκασε αυτόν σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, ο δε κατηγορούμενος Ε.

Μ., οποίος είχε καταδικασθεί με την 26-39/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ηρακλείου σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και συνολική ποινή φυλάκισης 23 μηνών για απόπειρα ανθρωποκτονίας (εις βάρος του Ε. Τ.), επικίνδυνη σωματική βλάβη (εις βάρος της Π. Κ.), οπλοφορία, οπλοχρησία και παράνομη κατοχή πυρομαχικών, ότι έχει τελέσει τις πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος αμφοτέρων (Ε.

Τ. και Π. Κ.) και μάλιστα καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας στην οποία αυτός βρισκόταν και στη συνέχεια, κατά πλειοψηφία, έκρινε τον τελευταίο ατιμώρητο για το λόγο ότι ενήργησε με τον τρόπο αυτόν εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση που δέχθηκε από την οικογένεια Κ. και αθώο για την πράξη της οπλοχρησίας κατά συρροή.

Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ των οικογενειών του Α. Μ. του Τ. και του Ν. Κ. του Ξ. υφίσταται χρόνια διαμάχη και αντιπαλότητα, οφειλομένη στα αισθήματα μίσους και αντεκδίκησης που διακατέχονταν αμφότερες από το γεγονός ότι στις 28-11-1987 ο Κ. Κ., συγγενής του Ν. Κ., σκότωσε τον Γ.

Μ. του Τ., αδελφό του Α. Μ.. Επιπροσθέτως, οι σχέσεις των δύο οικογενειών επιδεινώνονταν από τις κτηματικές διαφορές που είχαν αναφυεί εξ αιτίας της γειτνίασης των ακινήτων τους και από τις ζημιές που προκαλούσε το ποίμνιο της οικογένειας Μ. στα κτήματα της οικογένειας Κ.. Το κλίμα του μίσους και της επιθετικότητας είχε μεταφερθεί και στα παιδιά τους και δη στον πρώτο κατηγορούμενο και στο θύμα, με συνέπεια, αν και ήταν συνομήλικοι να μην μιλούν μεταξύ τους από την παιδική τους ηλικία και να εχθρεύονται ο ένας τον άλλο.

Στις 14-3-2009 και περί ώρα 14:00 ο Ν. και Π. Κ., μαζί με τον αλλοδαπό Αλβανό εργάτη τους Α. Χ. και το δεκαεξάχρονο εγγονό τους μετέβησαν στο αγρόκτημά τους, στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του ... του Δήμου Μηθύμνης, όπου ασχολήθηκαν με το κλάδεμα των ελιών, των αμπελιών και την καύση των κλαδιών. Κατά τον ίδιο χρόνο, στον όμορο αγρό βρίσκονταν ο Α.

Μ. του Τ. μαζί με τους δυο γιους του, τον Γ. και τον Τ. Μ. και τις δύο νύφες του, την Ε. Π. και Α. Χ. και το μικρό γιό της πρώτης και ποίμαιναν τα πρόβατα τους. Ο Ν. και Π. Κ. είχαν ανάψει φωτιά σε χώρο εκτός της περίφραξης του κτήματος τους, για τον οποίο αυτοί ισχυρίζονταν και ισχυρίζονται ότι ήταν δικός τους και παρανόμως είχαν αποβληθεί στο πρόσφατο παρελθόν από την οικογένεια των Μ..

Ο Α. Μ. που ενοχλήθηκε από τη φωτιά αυτή, η οποία τρόμαξε τα πρόβατα τους, με συνέπεια αυτά προς στιγμή να διασκορπιστούν, έκανε έντονες παρατηρήσεις στην Π. Κ. και στη συνέχεια ακολούθησε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, το οποίο κατέληξε σε πετροπόλεμο. Από τις πέτρες που ρίφθηκαν εκατέρωθεν, τραυματίσθηκε η Π.

Κ. στο πρόσωπο. Για το λόγο αυτό ο Ν. Κ. αποτράβηξε τη σύζυγό του σε εσωτερικό σημείο του χωραφιού τους για να προστατευθεί και να σταματήσει με κάποιο πρόχειρο τρόπο την αιμορραγία, ενώ ο Α. Μ. από κοινού πλέον με τον γιό του Τ., που παρίστατο εξ αρχής στο άνω επεισόδιο, καθώς και με τον άλλο γιό του, τον Γ., και τις δύο νύφες του, την Ε.

Π. συζ. Τ. Μ. και την Α. Χ. συζ. Ε. Μ., συνέχισαν για λίγα λεπτά, όλοι μαζί, να καταφέρονται εναντίον της οικογένειας Κ.. Τη στιγμή εκείνη, αιμόφυρτη και ταραγμένη όπως ήταν η Π. Κ., κάλεσε από το κινητό της τηλέφωνο τον γιό της, Ξ. Κ. και παραπονούμενη τον ενημέρωσε γι’ αυτό που είχε συμβεί και του ζήτησε να προστρέξει για βοήθεια, παίρνοντας μαζί του την καραμπίνα, γεγονός που έγινε αντιληπτό από τους προαναφερθέντες παρευρισκόμενους μεταξύ των οποίων και από τον πρώτο κατηγορούμενο, τον Γ.

Μ.. Ο τελευταίος συνειδητοποιώντας ότι σε λίγο θα κατέφθανε οπλισμένος ο Ξ. Κ. και ότι εξ αυτού του λόγου θα κινδύνευαν τα συγγενικά του πρόσωπα, αποφάσισε να αποχωρήσει από το σημείο και να μεταβεί πεζός σε κοντινό στάβλο του, προκειμένου να παραλάβει και αυτός όπλο που απέκρυπτε εκεί, για να αναμετρηθεί με τον Ξ.

Κ.. Ο στάβλος αυτός βρισκόταν σε κοντινή απόσταση, για τη διάνυση της οποίας απαιτούνταν χρονικό διάστημα περίπου 15-20 λεπτά της ώρας, με τα πόδια. Στη συνέχεια, σε σύντομο χρονικό διάστημα έφθασε στο χώρο, όπου διαδραματίστηκε το προαναφερθέν συμβάν του διαπληκτισμού, ο Ξ. Κ., μαζί με το φίλο του Ε. Ρ. και με το αυτοκίνητο του τελευταίου, αφού πρώτα μετέβησαν στο σπίτι του (του Ξ.

Κ.) στο χωριό ... για να παραλάβει το κυνηγετικό του όπλο με σκοπό να αναμετρηθεί και αυτός με την οικογένεια Μ. και να τους τιμωρήσει για αυτό που προξένησαν στην μητέρα του. Αντικρίζοντας την τραυματισμένη μητέρα του, εξεμάνη και κατευθύνθηκε προς το νότιο τμήμα του προαναφερόμενου λιόφυτου, όπου έκαναν αγροτικές εργασίες οι γονείς του, προκειμένου να συναντήσει τους άντρες από την οικογένεια Μ..

Όταν έφτασε στο όριο της ιδιοκτησίας των δύο οικογενειών, κοντά στη συρμάτινη περίφραξη, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανείς άνδρας από την οικογένεια Μ., δεδομένου ότι όλοι τους στο μεταξύ διάστημα είχαν αποχωρήσει. Πλησίασε, όμως, τις δύο ως άνω γυναίκες της οικογένειας Μ. που είχαν παραμείνει στο σημείο αυτό και διαπληκτίστηκε φραστικά μ’ αυτές, εκφράζοντας την αγανάκτησή του για την ενέργεια του πεθερού τους να τραυματίσει τη μητέρα του.

Τότε οι άνω γυναίκες, οι οποίες προφανώς είχαν αντιληφθεί την ενέργεια του Γ. Μ. να αποχωρήσει για να προμηθευθεί όπλο και να αναμετρηθεί με τον Ξ. Κ., είπαν στον τελευταίο να φύγει για να "μην γίνει κανένα κακό". Εν τω μεταξύ, ο Γ. Μ., αφού παρέλαβε από το στάβλο ένα πιστόλι διαμετρήματος των 9mm, αγνώστων λοιπών στοιχείων και αφού ήλεγξε την πληρότητα του σε φυσίγγια, επέστρεφε με τα πόδια στο προαναφερθέν σημείο, στη θέση "...".

Στο μέσο της διαδρομής, συνάντησε τον εξάδελφο του Τ. Μ. του Γ., ο οποίος εκινείτο με το όχημά του και δη ένα σκουρόχρωμο ΙΧΦ αυτοκίνητο, 4X4, με αρ. κυκλοφ. .... Επιβιβάστηκε λοιπόν σ’ αυτό και με μεγάλη για τις συνθήκες της αγροτικής οδού ταχύτητα κατευθύνθηκαν στη θέση "...", όπου εν τέλει έφθασαν, αφού είχε περάσει χρονικό διάστημα περίπου 30 λεπτών από τη στιγμή που ο Γ.

Μ. είχε αρχικά αποχωρήσει. Το χρονικό αυτό διάστημα δικαιολογεί μεν την γρήγορη αποχώρηση και την επιστροφή του και την άμεση παραλαβή του όπλου, δεν είναι ικανό, όμως, να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του ότι δεν πήγε να προμηθευθεί όπλο, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του δεν γνώριζε για την έλευση του Ξ. Κ., αλλά για να βάλει τροφή στα ζώα τα οποία στη συνέχεια θα τα επέστρεφαν στο στάβλο από τον αγρό της προαναφερθείσας περιοχής της θέσης "...".

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το ποίμνιο αποτελούνταν από 350 περίπου πρόβατα και το χρονικό διάστημα των 20 με 30 λεπτών δεν αρκούσε για να μεταβεί εκεί ο Γ. Μ., να βάλει τροφή και να επιστρέψει για να οδηγήσει πίσω τα πρόβατά του. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ενώπιον του ακροατηρίου ότι πράγματι εκείνη την ημέρα παρέλαβε από το στάβλο το όπλο το οποίο κατείχε παράνομα και ότι πράγματι ήλεγξε την πληρότητα του όπλου σε φυσίγγια.

Ισχυρίζεται, όμως ότι το όπλο το πήρε νωρίς το πρωί και όχι όταν επέστρεψε στο στάβλο δεύτερη φορά, χωρίς όμως να μπορέσει να δικαιολογήσει ποιος ήταν ο λόγος που πήρε το πρωί το όπλο και γιατί ήλεγξε την πληρότητα του όπλου σε φυσίγγια. Το προαναφερθέν λοιπόν αυτοκίνητο, κινούμενο με αυξημένη ταχύτητα, διενεργώντας ένα απότομο ελιγμό, τροχοπέδησε έμπροσθεν του σταθμευμένου στον ίδιο τόπο λευκού αγροτικού αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε η Ε.

Π., κοντά στην περίφραξη, δηλαδή στο όριο των δύο ιδιοκτησιών, στραμμένο κατά μέτωπο προς το σημείο που βρισκόταν τα μέλη της οικογένειας Κ.. Την ίδια χρονική στιγμή ο Ξ. Κ. βλέποντας το αυτοκίνητο αναφώνησε "ήλθαν" και ευρισκόμενος κοντά στην περίφραξη, μόλις ο κατηγορούμενος Γ. Μ. εξήλθε από αυτό και πάτησε το πόδι του στο έδαφος, πυροβόλησε με την καραμπίνα του από απόσταση 20 περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα να πλήξει τον μεν Γ.

Μ. με τα σκάγια του όπλου (σκάγια προορισμένα για κυνήγι λαγού) στο πρόσωπο, το δε όχημα στο δεξιό φανό. Το γεγονός ότι τα σκάγια διείσδυσαν στο σώμα του Γ. Μ. καταδεικνύει ότι ο πυροβολισμός ρίφθηκε τη στιγμή που ο τελευταίος ήταν εκτός του οχήματος και ο Ξ. Κ. σε κοντινή απόσταση. Στη συνέχεια ο Γ. Μ., αντί να εισέλθει στο αυτοκίνητο και να αποχωρήσει από τον τόπο του συμβάντος, χωρίς μάλιστα, με τον τρόπο αυτό διαφυγής να θίγεται η τιμή και η αξιοπρέπεια του, ακολούθησε το όχημα που κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα, ως αποτέλεσμα της αντίδρασης του οδηγού του να προστατευθεί από τους πυροβολισμούς, και στη συνέχεια, όταν το όχημα ανέπτυξε ταχύτητα, πετάχτηκε στο πλάι σε μια πεζούλα για να προστατευθεί και από θέση ασφαλείας να ανταποδώσει τους πυροβολισμούς και να αναμετρηθεί με τον Ξ.

Κ., όπως ήδη είχε αποφασίσει σε προηγούμενο χρονικό σημείο, όταν δηλαδή έφυγε από τη θέση "..." για να πάει στον στάβλο και να πάρει το όπλο. Εν τω μεταξύ και ο Ξ.ς Κ. άλλαξε θέση απομακρυνόμενος προς το εσωτερικό του αγρού και από απόσταση περίπου 30 μέτρων πυροβόλησε προς το κινούμενο όπισθεν όχημα με αποτέλεσμα να πλήξει τον μεν οδηγό του στο αριστερό αντιβράχιο και παρειά, το δε όχημα στο μαξιλάρι του οδηγού και στον αριστερό καθρέπτη.

Σημειώνεται ότι τα σκάγια δεν διείσδυσαν στο σώμα του οδηγού, γεγονός που καταδεικνύει ότι η απόσταση βολής ήταν μακρινή, ενώ εξάλλου το ότι οι πυροβολισμοί του Ξ. Κ. ρίφθηκαν από δύο διαφορετικά σημεία προκύπτει από το γεγονός ότι δύο συγκεντρωτήρες των σκαγιών του βρέθηκαν σε δύο διαφορετικά σημεία.

Αμέσως, μετά από αυτά, ο Γ. Μ., ευρισκόμενος πίσω από την πεζούλα και χαμηλά, έχοντας καλή ορατότητα προς τα πάνω, προς την πλευρά του Ξ. Κ., ενόψει και του ότι είχε προηγηθεί η κλάδευση των ελιών, έρριψε, αφού πρώτα σημάδεψε τον Ξ. Κ., που βρισκόταν στο 5° ελαιόδεντρο της 3ης σειράς του λιόφυτου, δύο πυροβολισμούς με το προαναφερθέν πιστόλι διαμετρήματος 9mm, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο παρανόμως έφερε μαζί του.

Ο ένας από τους πυροβολισμούς έπληξε τον παθόντα (Ξ. Κ.). Η βολίδα διαπέρασε τον θώρακά του, από την δεξιά πλευρά του προς την αριστερή και διατρύπησε και τους δύο πνεύμονες του, το ήπαρ του και το στομάχι του με αποτέλεσμα να του προκαλέσει διαμπερές τραύμα στο θώρακα, με πύλη εισόδου από τη δεξιά πλευρά και εξόδου από την αριστερή και να του διατρυπήσει και τους δυο πνεύμονες, το ήπαρ του και το θόλο του στομάχου του.

Από την πολλαπλή δε αυτή τρώση των ως άνω ζωτικών του οργάνων και την επακόλουθη αιμορραγική καταπληξία που υπέστη επήλθε ο θάνατος του, ενώ ήδη είχε διακομισθεί με ασθενοφόρο από το Κέντρο Υγείας Κισάμου στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χανίων. Η άλλη βολίδα δεν έπληξε το θανόντα αλλά σφηνώθηκε σ’ ένα ελαιόδενδρο.

Περαιτέρω, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, ο κατηγορούμενος Γ. Μ. δεν σημάδεψε αλλά ούτε και πυροβόλησε σε βάρος του Ε. Ρ., ......... . Ο κατηγορούμενος Γ. Μ. ισχυρίζεται ότι πυροβόλησε εναντίον του θύματος ευρισκόμενος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, επειδή είχε θολώσει το μυαλό του και βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση από την αιφνίδια επίθεση που δεχόταν καθώς, ως ισχυρίζεται, δεν γνώριζε την έλευση του Ξ.

Κ. στο σημείο εκείνο και ότι πλημμυρισμένος από τα αισθήματα φόβου, ταραχής και κυρίως πανικού μπροστά στο σοβαρό κίνδυνο για την απώλεια της ζωής του, ανταπέδωσε ενστικτωδώς τους πυροβολισμούς με το πιστόλι που κρατούσε προς τις δύο κατευθύνσεις (διαφορετικές) από τις οποίες τον πυροβολούσε ο Ξ. Κ.. Όμως, από τα προαναφερθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο σχετικός ισχυρισμός του αποδεικνύεται αβάσιμος, δεδομένου ότι και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές παραδοχές, η λήψη απόφασης αναμέτρησης (αλληλο)εξόντωσης ανατρέπει τον ισχυρισμό περί βρασμού ψυχικής ορμής, αφού προϋποθέτει λογική επεξεργασία από το δράστη, που εκ των πραγμάτων αποκλείει την αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος.

Όπως προαναφέρθηκε, ο βρασμός ψυχικής ορμής πρέπει να υφίσταται τόσο κατά την λήψη της απόφασης για τέλεση ανθρωποκτονίας όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, ενώ αν υπάρχει ψυχική ηρεμία του δράστη σε ένα από τα δύο αυτά στάδια δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 299 παρ. 2 ΠΚ.

Εν προκειμένω, όμως, η απόφαση για την ανθρωποκτονία ελήφθη από τον κατηγορούμενο καθ’ όν χρόνο, αντιληφθείς ότι επρόκειτο να έλθει ο Ξ. Κ. στον τόπο όπου είχε συμβεί το επεισόδιο με τον τραυματισμό της Π. Κ., αναχώρησε και μετέβη στο στάβλο, παρέλαβε το όπλο, ήλεγξε την πληρότητά του σε φυσίγγια και έλαβε την απόφαση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να αντιπαρατεθεί με αυτόν και να τον σκοτώσει.

Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από τις καταθέσεις της Ε. Π. και Α. Χ., οι οποίες είναι σύζυγοι των αδελφών του και κατέθεσαν, η μεν πρώτη ότι "δεν κρατούσε ποτέ όπλο ο Γ., δεν ξέρω γιατί κρατούσε εκείνη την ημέρα", η δε δεύτερη ότι "ο Γ. δεν ασχολείται με τα όπλα, δεν γνωρίζω γιατί το κράταγε". Επίσης, η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε το αυτοκίνητο και έφθασε στην άνω θέση δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι ήταν ανυποψίαστος και ότι αγνοούσε την παρουσία του Ξ.

Κ. στην εν λόγω θέση. Αντίθετα, καταδεικνύει την επιθετική διάθεση του κατηγορουμένου να αιφνιδιάσει το θύμα και να προλάβει να επιτεθεί πρώτος αυτός, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το θύμα πρόλαβε να πυροβολήσει πρώτο. Επομένως, ο ισχυρισμός περί βρασμού ψυχικής ορμής που προέβαλε ο κατηγορούμενος πρέπει να απορριφθεί. .... .Περαιτέρω, όταν ο Ε.

Ρ. διαπίστωσε ότι ο φίλος του Ξ. Κ. τραυματίστηκε από τους πυροβολισμούς που έρριψε ο κατηγορούμενος, έτρεξε προς αυτόν και υποβαστάζοντας τον, τον μετέφερε μέχρι το ΙΧΦ αγροτικό τους αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο λίγο ψηλότερα, δίπλα στο άνωθεν του λιόφυτου αμπέλι, και οδηγώντας το ο ίδιος τον μετέφερε χωρίς καθυστέρηση στο Κέντρο Υγείας Κισάμου.

Οι γονείς δε του Ξ. Κ. μαζί με τον αλλοδαπό εργάτη τους επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του Ε. Ρ. και αφού πέρασαν πρώτα από το σπίτι τους, στα ..., που απείχε 5 λεπτά περίπου, για να αλλάξουν αυτοκίνητο, μετέβησαν και εκείνοι στο Κέντρο Υγείας. Στο μεταξύ στο εν λόγω Κέντρο Υγείας είχαν συγκεντρωθεί περί τα τριάντα άτομα, φίλοι του θύματος και συγγενείς της οικογένειας Κ., όπως ο Κ.

Κ. του Τ., ο Γ. Κ. του Ε., Ά. Κ. του Ε. και ο γαμπρός του θύματος Ε. Τ. του Η. με τη σύζυγο του, Ε. Ν. Κ.. Ενόσω δε οι γιατροί προσέφεραν τις πρώτες βοήθειες στον τραυματισμένο Ξ. Κ., που χαροπάλευε και τον ετοίμαζαν για άμεση διακομιδή με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Χανίων για να εισαχθεί στο χειρουργείο, εμφανίστηκαν αναπάντεχα στο Κέντρο Υγείας ο πρώτος κατηγορούμενος Γ.

Α. Μ., ο οποίος ήταν εντελώς ελαφρά τραυματισμένος απ’ ένα σκάγι στο δεξί του χέρι, τρία στ’ αριστερό του και ένα στην αριστερή κροταφοβρεγματική χώρα, μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον αδελφό του Ε. Μ., ο οποίος τον είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητο του για να του προσφερθούν οι πρώτες βοήθειες. Οι τελευταίοι δεν περίμεναν να συναντήσουν εκεί την οικογένεια Κ.

και ένιωσαν έκπληξη όταν αντίκρισαν τους συγγενείς του θύματος στο χώρο του Κέντρου Υγείας. Όπως ήταν φυσικό, προκάλεσαν και την μήνιν των παρευρισκομένων, οι οποίοι στην είσοδο του Κέντρου Υγείας τους προπηλάκισαν, έριξαν τον Ε. Μ. στο δάπεδο, και τους χτυπούσαν με δύναμη χωρίς προς στιγμή να μπορούν να διαφύγουν.

Σε κάποια στιγμή διέφυγαν, πλην όμως, τους πρόλαβαν στην έξοδο. Ο Ε. Μ. προκειμένου να διασωθεί και να διαφύγει έβγαλε ένα μαχαίρι - σουγιά που παρανόμως έφερε μαζί του και χτύπησε αρχικά τον Ε. Τ. σε διάφορα σημεία του σώματος του χωρίς να στοχεύει επί τούτου αλλά τυφλά, ενόψει της προαναφερθείσας επίθεσης του πλήθους.

Συγκεκριμένα, έπληξε αυτόν στη ράχη, στην κοιλιά, στην αριστερή θηλή, στην αριστερή πλευρά του θώρακα του καθώς και στο αριστερό του χέρι, προκαλώντας του τραύματα 1) στην ραχιαία χώρα αριστερά... τομής.. .μήκους περί τα 2,5 εκατοστά με κάθετη φορά 2) στην αριστερή κοιλιακή χώρα τομής...δύο χειρουργικών ραμμάτων.. 3) επί της θηλής αριστερά...

μήκους περί το 1 εκατοστό 4) στην αριστερή θωρακική χώρα... τομής...μήκους περί τα 1,5 εκατοστά... και 5) στον αντίχειρα ... του αριστερού χεριού... (τομής έξι ραμμάτων) " .... Όταν προς στιγμή διέφυγε, αλλά το πλήθος τον πρόλαβε στην έξοδο του Κέντρου Υγείας στο προαύλιο, προκειμένου και πάλι προστατευθεί με το ίδιο μαχαίρι επιχείρησε να πλήξει τον Ε.

Τ. που τον χτυπούσε, όμως, η Π. Κ. παρενεβλήθη ανάμεσά τους για να προστατέψει το γαμπρό της και δέχθηκε πλήξη με το μαχαίρι ελαφρώς στο πρόσωπο και βαρύτερα στην κοιλιακή χώρα. Υπέστη "τραύμα τομής τριών χειρουργικών ραμμάτων στην αριστερή υπογνάθια χώρα, στην αριστερή κοιλιακή χώρα, τραύμα τομής μήκους περί τα δύο εκατοστά .. (και) τρώση του περιτόναιου αριστερά...".

Ο Ε. Μ. δεν σκόπευε ούτε προέβλεπε ότι με την πράξη του είναι ενδεχόμενο να αφαιρέσει τη ζωή του Ε. Τ., διότι δεν είχε λόγο να επιδιώκει ή να αποδέχεται το θάνατο του, αφού δεν είχαν καμία προσωπική διαφορά. Στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο βρέθηκε χωρίς να το επιδιώξει. Πήγε για να περιθάλψει τον αδελφό του αγνοώντας την παρουσία των μελών της οικογένειας Κ..

Δεν είχε πρόθεση να του επιφέρει κάποιο θανατηφόρο πλήγμα κυρίως γύρω στην καρδιά ή στην κοιλιακή χώρα, δεδομένου ότι τα χτυπήματα γίνονταν από μέρους του τυφλά, χωρίς αυτός να στοχεύει σε καίρια σημεία, προκειμένου να προστατευθεί από τη βίαια και άδικη εναντίον του επίθεση του πλήθους της οικογένειας Κ., η οποία δεν δικαιολογούνταν σε βάρος του, έστω υπό την μορφή της αυτοδικίας για τα όσα ο αδερφός του διέπραξε σε βάρος του συγγενούς τους (βλ.

κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα αστυνομικού Γ. Ν. του Ε. "... Μόλις ήρθαν οι Μ. άρχισαν να τους χτυπούν και τους έριξαν κάτω .... Έφαγαν ξύλο και οι δυο ... Όταν ήρθαν οι Μ. τους έγινε έντονη επίθεση. Τους έριξαν κάτω στο πάτωμα, δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Όταν είδα τους κατηγορούμενους, δεν φαινόταν τραυματισμένοι ....

Στην είσοδο έγιναν όλα. ... Πιθανολογώ ότι δεν θα έρχονταν οι Μ. στο Κέντρο Υγείας αν ήξεραν ότι ήταν εκεί οι Κ.. Δεν είχαν επιθετική διάθεση οι Μ.. Έδειξαν έκπληξη όταν είδαν τους Κ.. Το κατάλαβα από το πρόσωπο τους. Μόλις είδαν οι Κ. τους Μ. αμέσως εκδήλωσαν επιθετική στάση. Τους έριξαν στο πάτωμα, τους πατούσαν με τα πόδια τους και τους τραβούσαν τα μαλλιά.

Οι Μ. κατευθύνονταν προς την είσοδο για να φύγουν. Στην είσοδο έβγαλε το σουγιά ο Μ. Μ.. Ήταν δύσκολο να διαφύγουν. Κατάφεραν στην έξοδο να ξεφύγουν. .."). Ούτε αποδεχόταν ο κατηγορούμενος το γεγονός ότι κάποιο από τα τυφλά κτυπήματα ήταν ενδεχόμενο να είναι θανατηφόρο. Πλην όμως, το μέσο και ο τρόπος που χρησιμοποίησε (μαχαίρι και πολλαπλές πλήξεις) μπορούσε, προφανώς, να προκαλέσει στον παθόντα Ε.

Τ., κίνδυνο για τη ζωή του αν τυχόν τον τραυμάτιζε βαθύτερα και έπληττε κάποιο ζωτικό του όργανο ή αν του προκαλούσε αιμορραγία. Για αυτό η πράξη η οποία θα πρέπει να αποδοθεί στο δεύτερο κατηγορούμενο, όσον αφορά στον Ε. Τ., πρέπει να είναι, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αυτή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και δεδομένου ότι στρέφεται και κατά της Π.

Κ., όπως έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή. Οι πράξεις αυτές τελέστηκαν στα πλαίσια της αυτοπροστασίας της δικής του σωματικής ακεραιότητας από την άδικη εναντίον του επίθεση του μελών της οικογένειας Κ., ήτοι στα πλαίσια άμυνας, δηλαδή προσβολής των επιτιθέμενων προς υπεράσπιση της ακεραιότητας του εαυτού του και του αδερφού του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά την κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου, την οποία εξέφρασαν οι ένορκοι του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πρέπει να μείνει ατιμώρητος της, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, διότι τελέσθηκαν σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων αμύνης, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προξένησε η επίθεση, διότι "Μετά την ακροαματική διαδικασία στην δικαστική αίθουσα και την επανεξέταση των στοιχείων που έχουν κατατεθεί στο φάκελο της δικογραφίας, οι ένορκοι αποφάσισαν ομόφωνα για τον Ε.

Μ. που κατηγορείται για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή, ότι βρισκόταν σε κατάσταση αυτοπροστασίας και αμυντικής στάσης απέναντι στην λεκτική και σωματική επίθεση που δέχτηκε από την οικογένεια Κ., η οποία βρίσκονταν στο κέντρο Υγείας Κισσάμου μετά την δολοφονική επίθεση κατά του Ξ. Κ.. Ο Ε. Μ. σε κατάσταση πανικού προσπάθησε να αμυνθεί για την σωματική ακεραιότητα τόσο την δική του, όσο και για τον αδερφό του, Γ.

Μ., τον οποίο συνόδευε ήδη τραυματισμένο από την συμπλοκή των οικογενειών. Και οι δύο κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν την ύπαρξη της άλλης οικογένειας στον ίδιο χώρο". .... Εν τέλει, ο Ξ. Κ. διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χανίων, όπου και, τελικώς, λόγω της πολλαπλής τρώσης των ζωτικών του οργάνων και της επακόλουθης αιμορραγικής καταπληξίας που υπέστη, εξέπνευσε (βλ.

την υπ’ αρ. πρωτ. 85/20.3.09 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης). Έπειτα δε από το θάνατο του ανωτέρω, οι αστυνομικές αρχές επιδόθηκαν στην αναζήτηση και στη σύλληψη των δραστών, οι οποίοι φυγοδικούσαν και στα πλαίσια των ενεργειών τους, πραγματοποίησαν αυθημερόν έρευνες στις κατοικίες τους στα ...

του Δήμου Μηθύμνης από τις οποίες προέκυψε ότι ο Ε. Μ. του Α. κατείχε παράνομα, εντός της οικίας του, είκοσι δύο (22) κάλυκες φυσιγγίων πιστολιού, διαμετρήματος 9 mm, καθώς και επτά (7) κάλυκες φυσιγγίων στρατιωτικού τυφεκίου τύπου Kalashnikov, διαμετρήματος 7,62Χ39 mm. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ο Γ. Μ. του Α. να κηρυχθεί ένοχος για τα εγκλήματα:

α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Ξ. Κ., β) της παράνομης οπλοφορίας γ) της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών και δ) της οπλοχρησίας, να κηρυχθεί δε αθώος της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Ε. Ρ.. Ο Ε. Μ. του Α. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών και ατιμώρητος της, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, τελεσθείσες σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων αμύνης, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προξένησε η επίθεση.

Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της οπλοχρησίας, καθώς απηλλάγη της κύριας πράξης, ήτοι της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, η οποία φέρεται ότι διεπράχθη με τη χρήση του όπλου, διότι για να υπάρξει καταδίκη για οπλοχρησία πρέπει να αποδειχθεί ότι με τη χρήση του όπλου διέπραξε κακούργημα ή πλημμέλημα με δόλο, γεγονός που δεν συμβαίνει εδώ.

Τέλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οδηγήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων (άρθρο 84 παρ. 2 γ’ του ΠΚ), πλην όμως, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, αφού η πράξη για την οποία κηρύχθηκε εν τέλει ένοχος ο κατηγορούμενος αυτός, ήτοι της κατοχής πυρομαχικών, ουδόλως συναρτάται με την άνω συμπεριφορά.

Επίσης, απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και το αίτημα του άνω κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, καθότι δεν προέκυψε με βάση κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, μη αρκούντος για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού μόνου του γεγονότος ότι τήρησε τους όρους της υπ’ αριθμό 71/2009 Διάταξης του κ.

Ανακριτή Πρωτοδικών Χανίων.". Στη συνέχεια στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον 1ο κατηγορούμενο, Γ. Μ., του ότι στις 14-3-2009, στην Κίσσαμο Χανίων και στους παρακάτω ειδικότερους τόπους, τέλεσε με πρόθεση έγκλημα: Ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση, σκότωσε άλλον άνθρωπο, και συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει να θανατώσει τον Ξ.

Κ. του Ν., γεννηθέντα στις 13-7-1984, μετέβη με το ΙΧΦ 4X4 αγροτικό αυτοκίνητο του εξαδέλφου του Τ. Μ. του Γ., που οδηγούσε ο τελευταίος, στην αγροτική περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου Μηθύμνης, όπου βρισκόταν το ανωτέρω θύμα, μαζί με τους γονείς του Ν. και Π. Κ., το φίλο του Ε.

Ρ. του Ν. και καλυπτόμενος πίσω από μία πεζούλα και χαμηλά, έχοντας καλή ορατότητα προς τα πάνω, προ την πλευρά που στεκόταν το θύμα Ξ. Κ., που τότε βρισκόταν στο 5° ελαιόδενδρο της 3ης σειράς, μέσα στο ελαιόφυτο, έρριψε, αφού πρώτα σημάδεψε εναντίον του, δύο πυροβολισμούς, μ’ ένα πιστόλι διαμετρήματος 9mm, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο παρανόμως έφερε μαζί του, εκ των οποίων ο ένας έπληξε τον παθόντα (Ξ.

Κ.), με αποτέλεσμα να του προκαλέσει διαμπερές τραύμα στο θώρακα, με πύλη εισόδου από τη δεξιά πλευρά και εξόδου από την αριστερή και να του διατρυπήσει και τους δυο πνεύμονες, το ήπαρ του και το θόλο του στομάχου του. Από την πολλαπλή δε αυτή τρώση των ως άνω ζωτικών του οργάνων και την επακόλουθη αιμορραγική καταπληξία που υπέστη επήλθε ο θάνατός του, ενώ ήδη είχε διακομισθεί με ασθενοφόρο από το Κέντρο Υγείας Κισάμου στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χανίων.

Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου περί βρασμού ψυχικής ορμής. ΚΗΡΥΣΣΕΙ, κατά πλειοψηφία, αθώο τον πρώτο κατηγορούμενο .... . ΚΗΡΥΣΣΕΙ ομόφωνα ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο του ότι στις 14-3-2009 στη Κίσσαμο Χανίων α) έφερε μαζί του παράνομα όπλο και εφόδια βολής - πυρομαχικά και συγκεκριμένα, έφερε μαζί του το ως άνω αγνώστου τύπου πιστόλι με φυσίγγια διαμετρήματος 9 χιλιοστών, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, β) στα ...

του Δήμου Μηθύμνης και πριν μεταβεί στην αγροτική περιοχή "...", κατά την αυτή ως άνω ημερομηνία, δηλαδή στις 14-3-2009, κατείχε παράνομα όπλο και εφόδια βολής - πυρομαχικά και, συγκεκριμένα, κατείχε το ως άνω αγνώστου τύπου πιστόλι, καθώς και φυσίγγια διαμετρήματος 9 χιλιοστών, ως εφόδια βολής του εν λόγω πιστολιού, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, γ) στην αυτή ως άνω αγροτική περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ...

του Δήμου Μηθύμνης και στον ίδιο ως άνω χρόνο, με χρήση του ως άνω αγνώστου όπλου διέπραξε κακούργημα και, συγκεκριμένα, με τη χρήση όπλου διέπραξε κακούργημα και συγκεκριμένα με τη χρήση του ως άνω αγνώστου τύπου και στοιχείων πιστολιού, που έφερε φυσίγγια διαμετρήματος 9 χιλιοστών, πυροβόλησε δύο φορές και τραυμάτισε θανάσιμα τον Ξ.

Κ. του Ν., όπως περιγράφεται στην πρώτη πράξη τελώντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη χρήση του άνω όπλου το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Ξ. Κ. του Ν.. ΚΡΙΝΕΙ, κατά πλειοψηφία, τον 2ο κατηγορούμενο, Ε. Μ., ατιμώρητο της, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά συρροή, τελεσθείσας σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων αμύνης, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προξένησε η επίθεση.

Ειδικότερα: 1) Στο Κέντρο Υγείας Κισάμου, την 14-3-2009, προξένησε σωματική βλάβη με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του. Συγκεκριμένα, επιτέθηκε στον Ε. Τ. του Η. μ’ ένα σουγιά, με λάμα μήκους, 7 εκατοστών περίπου και τον έπληξε στη ράχη, στην κοιλιά, στην αριστερή θηλή, στην αριστερή πλευρά του θώρακα του και στο αριστερό του χέρι, προκαλώντας του τραύματα 1) στη ραχιαία χώρα, αριστερά, τομής μήκους περί τα 2,5 εκατοστά με κάθετη φορά, 2) στην αριστερή κοιλιακή χώρα, τομής δύο χειρουργικών ραμμάτων, 3) επί της θηλής αριστερά μήκους περί το 1 εκατοστό, 4) στην αριστερή θωρακική χώρα, τομής μήκους περί τα 1,5 εκατοστό και 5) στον αντίχειρα του αριστερού χεριού, τομής έξι ραμμάτων.

Με το παραπάνω μέσο που χρησιμοποίησε μπορούσε, προφανώς, να προκαλέσει στον ανωτέρω παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του, στην περίπτωση που τον τραυμάτιζε βαθύτερα και έπληττε κάποιο ζωτικό του όργανο. 2) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του και συγκεκριμένα, επιτέθηκε κατά της Π.

συζ. Ν. Κ. και την έπληξε με το ως άνω μαχαίρι ελαφρώς στο πρόσωπο και βαρύτερα στην κοιλιακή χώρα προκαλώντας της 1) τραύμα τομής τριών χειρουργικών ραμμάτων στην αριστερή υπογνάθια χώρα, 2) στην αριστερή κοιλιακή χώρα τραύμα τομής μήκους περί τα 6 εκατοστά, 3) στην κοιλιακή χώρα δεξιά, τραύμα τομής μήκους περί τα δυο εκατοστά και τρώση του περιτοναίου αριστερά.

Με το παραπάνω μέσο που χρησιμοποίησε μπορούσε, προφανώς, να προκαλέσει στην ανωτέρω παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της, στην περίπτωση που την τραυμάτιζε βαθύτερα και έπληττε κάποιο ζωτικό της όργανο ή αν της προκαλούσε αιμορραγία από την τρώση κάποιου κεντρικού αιμοφόρου αγγείου. Τις πράξεις δε αυτές τέλεσε ευρισκόμενος σε άμυνα από την άδικη και παρούσα επίθεση των μελών της οικογένειας Κ.

καθ’ υπέρβαση όμως των ορίων αμύνης, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που προξένησε η επίθεση των μελών της οικογένειας Κ.. ΚΗΡΥΣΣΕΙ ομόφωνα αθώο τον 2ο κατηγορούμενο του ότι στο Κέντρο Υγείας Κισσάμου, την 14-3-2009, με χρήση όπλου, διέπραξε πλημμέλημα από δόλο και συγκεκριμένα, με τη χρήση μαχαιριού με λάμα μήκους, 7 εκατοστών περίπου διέπραξε επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ ομόφωνα ένοχο τον 2° κατηγορούμενο του ότι στα ... του Δήμου Μηθύμνης, την 14-3-2009, κατείχε παράνομα πυρομαχικά πυροβόλου όπλου και, συγκεκριμένα, εντός της κατοικίας του, κατείχε είκοσι δυο (22) κάλυκες φυσιγγίων πιστολιού, διαμετρήματος 9 χιλιοστών, καθώς και επτά (7) κάλυκες φυσιγγίων στρατιωτικού τυφεκίου τύπου Κalashnikov, διαμετρήματος 7,62X39 mm.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ομόφωνα τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του δεύτερου κατηγορούμενου περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 84 §2 γ και ε του ΠΚ. .... Mετά την απαγγελία της περί ενοχής των κατηγορουμένων αποφάσεως, οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορουμένου προέβαλαν αυτοτελείς ισχυρισμούς και ζήτησαν να αναγνωρισθούν στον εντολέα τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 α’ , β’ , γ’ , δ’ και ε’ του ΠΚ και αναφέρθηκαν στους γραπτούς ισχυρισμούς που είχαν καταθέσει πρωτοδίκως, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά.".

Τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου απέρριψε το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, τους μεν από το άρθρο 84 παρ. 2 α, γ, δ και ε ΠΚ ομόφωνα, τον δε από το άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ κατά πλειοψηφία, με τις ακόλουθες σκέψεις "Αναφορικά με τον ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου για τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ο ανεπίληπτος και επωφελής για την κοινωνία βίος του κατηγορουμένου και το επικαλούμενο ποινικό μητρώο στο οποίο σημειώνεται μόνο μία καταδίκη σε δύο μήνες φυλάκιση για αγροτική φθορά από ανεπιτήρητο ποίμνιο, δεν πληροί από μόνο του τις προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διάταξης ....

Άλλωστε και η ομολογημένη επί χρόνια οπλοκατοχή και οπλοφορία του όπλου με το οποίο τελικά τέλεσε την ανθρωποκτονία κάθε άλλο παρά ανεπίληπτο βίο μαρτυρεί .... Απορριπτέοι κρίνονται και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων β και γ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, ότι δηλαδή ενήργησε διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, και ότι ωθήθηκε στην πράξη από οργή, θλίψη και άδικη και ανάρμοστη προηγούμενη συμπεριφορά σε βάρος του από τον παθόντα, ο οποίος τον πυροβόλησε πρώτος.

Οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένες πραγματικές προϋποθέσεις, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στην σκέψη περί της ενοχής του κατηγορουμένου, αυτός είχε ήδη αποφασίσει την αναμέτρηση με τον θανόντα και είχε λάβει την απόφαση για θανάτωση του Ξ. Κ. κατά τον χρόνο που έφυγε από τη θέση "...", πήγε στο στάβλο, πήρε το όπλο, διαπίστωσε ότι είχε φυσίγγια και επέστρεφε στον τόπο του εγκλήματος αποφασισμένος να θανατώσει τον ανωτέρω.

Το γεγονός δε ότι πρόλαβε το θύμα κατ’ ολίγο και πυροβόλησε πρώτο δεν επέδρασε στην ειλημμένη ήδη απόφαση του να τον σκοτώσει.

Συνεπώς, κατά την κρατήσασα άποψη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν ωθήθηκε στην πράξη της ανθρωποκτονίας από τα ανωτέρω αίτια και πρέπει να απορριφθούν οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί. ....". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, Γ. Μ., περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης καθώς και σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών και σε χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 ΠΚ και 1, παρ. 1 εδ.

β’ , 13 α’ , 14, 16 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, Γ. Μ., περί συνδρομής στο πρόσωπό του κατάστασης βρασμού ψυχικής ορμής, αφού δέχθηκε κάνοντας ειδική αναφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες έδρασε ο τελευταίος στη γενόμενη προετοιμασία του για την εξόντωση του Ξ.

Κ., με ανθρωποκτόνο πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πλήρη ικανότητα για καταλογισμό και χωρίς βρασμό ψυχικής ορμής, έχοντας δηλαδή τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην πράξη του και αυτά που θα τον συγκρατούσαν από τη διάπραξή της. Στη σειρά των παρατιθέμενων παραδοχών γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων, μετά από απλή διένεξη λόγω του ανάμματος φωτιάς και του επακολουθήσαντος πετροπολέμου στην περιοχή όπου βρίσκονται τα γειτνιάζοντα κτήματα των διακατεχόμενων από μίσος και έχθρα μελών των οικογενειών αυτού και εκείνης του θύματος, αντιλαμβανόμενος την τηλεφωνική προτροπή και παρότρυνση της Π.

Κ. στον γιό της Ξ. Κ. να προστρέξει στον τόπο του επεισοδίου με την καραμπίνα του, αποφάσισε να αναμετρηθεί και να αντιπαρατεθεί μαζί του ενόπλως, οπότε μετέβη και παρέλαβε από το απέχον από το σημείο του επεισοδίου 15-20 λεπτά ποιμνιοστάσιο του ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 mm ελέγχοντας την πληρότητά του σε φυσίγγια με σκοπό να θανατώσει τον κληθέντα σε βοήθεια από την εχθρική απέναντι σε αυτόν οικογένεια και ότι επιστρέφοντας με αυτοκίνητο συγγενούς του στο σημείο της αρχικής διένεξης, όπου ελάχιστα ενωρίτερα είχε καταφθάσει και ο κληθείς σε βοήθεια από τη μητέρα του, Ξ.

Κ.ς, φέρνοντας μαζί του την πλήρη φυσιγγίων κυνηγετική του καραμπίνα, με την οποία έρριψε δύο τουλάχιστον πυροβολισμούς με ανθρωποκτόνο πρόθεση κατά του αναιρεσείοντος, ο οποίος αντί να αποχωρήσει με το αυτοκίνητο, που το μετέφερε, διαφεύγοντας και μάλιστα ενόψει των διαμορφωθεισών συνθηκών κατά τρόπο που δεν θα έθιγε την τιμή και την αξιοπρέπειά του, οχυρώθηκε πίσω από ένα ανάλημμα (πεζούλα) και με το όπλο που έφερε σκόπευσε τον Ξ.

Κ. και πυροβόλησε δύο φορές κατ’ αυτού με αποτέλεσμα μία από τις βολές αυτές να πλήξει θανάσιμα τον τελευταίο. Η θανάτωση αποφασίσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθόσον οι ταυτόχρονοι σχεδόν πυροβολισμοί εναντίον αλλήλων με ανθρωποκτόνο σκοπό αποκλείουν τόσο την άμυνα όσο και τον επικαλούμενο βρασμό ψυχικής ορμής.

Επιπλέον ενόψει του ότι για να συντρέξουν οι όροι του 299 παρ. 2 ΠΚ πρέπει ο βρασμός ψυχικής ορμής να υφίσταται τόσον κατά τη λήψη της απόφασης για την τέλεση της ανθρωποκτονίας όσο και κατά την εκτέλεση αυτής, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι είχε ληφθεί από τον αναιρεσείοντα απόφαση αναμέτρησης και αλληλοεξόντωσης, ανατρέπει τον ισχυρισμό για συνδρομή κατάστασης βρασμού ψυχικής ορμής, αφού η λήψη τέτοιας απόφασης προϋπέθετε λογική επεξεργασία από την πλευρά του αναιρεσείοντος που εκ των πραγμάτων απέκλειε την αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος.

β) Με τις ως άνω επακριβώς παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογημένα απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, με τους οποίους ζητήθηκε από τους συνηγόρους του να αναγνωρισθούν σ’ αυτόν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των παραγράφων β’ και γ’ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 58 αυτής) "οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορούμενου προέβαλαν αυτοτελείς ισχυρισμούς και ζήτησαν να αναγνωρισθούν στον εντολέα τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α, β, γ, δ, και ε του ΠΚ και αναφέρθηκαν στους γραπτούς ισχυρισμούς που είχαν καταθέσει πρωτοδίκως, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά".

Ο συγκεκριμένος τρόπος υποβολής του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού δεν είναι παραδεκτός διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης το περιεχόμενό του. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης (26-39/2010 Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ηρακλείου - σελ. 81 - 82) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε καθόλου ενώπιον του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Δικαστηρίου ισχυρισμό για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

γ’ ΠΚ. Συνέπεια αυτού είναι ότι ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό να μην υφίσταται στα εν λόγω πρακτικά στα οποία παρέπεμψε ο αναιρεσείων κατά την υποβολή του ισχυρισμού του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παράθεση οποιουδήποτε θεμελιωτικού πραγματικού περιστατικού. Επιπροσθέτως ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

β’ ΠΚ που αφορούσε το αίτημα της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης της τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας με πρόθεση υπό την επίδραση σοβαρής απειλής δεν προσδιορίζονται στην πρωτόδικη απόφαση με σαφή και ορισμένο τρόπο τα ελάχιστα αναγκαία πραγματικά περιστατικά. Κατόπιν αυτών οι υποβληθέντες με την παράθεση μόνον των νομικών διατάξεων αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση των προαναφερθεισών ελαφρυντικών περιστάσεων, από τους οποίους ο μεν ένας από αυτούς, που αναφέρεται στην πρόκληση του εγκλήματος από την ανάρμοστη συμπεριφορά του θανόντος (ΠΚ 84 παρ. 2 γ’ ), με παραπομπή στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου δεν προκύπτει υποβολή αντίστοιχου αιτήματος, ο δε δεύτερος που αναφέρεται στην τέλεση της πράξης υπό την επίδραση σοβαρής απειλής (ΠΚ 84 παρ. 2 β’ ) αορίστως, είναι απαράδεκτοι και κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν όφειλε να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς.

Παρόλα αυτά το εν λόγω δικαστήριο απάντησε επί λέξει ως εξής: "Απορριπτέοι κρίνονται και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων β’ και γ’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, ότι δηλαδή ενήργησε διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, και ότι ωθήθηκε στην πράξη από οργή, θλίψη και άδικη και ανάρμοστη προηγούμενη συμπεριφορά σε βάρος του από τον παθόντα, ο οποίος τον πυροβόλησε πρώτος.

Οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένες πραγματικές προϋποθέσεις, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στην σκέψη περί της ενοχής του κατηγορουμένου, αυτός είχε ήδη αποφασίσει την αναμέτρηση με τον θανόντα και είχε λάβει την απόφαση για θανάτωση του Ξ. Κ. κατά τον χρόνο που έφυγε από τη θέση "...", πήγε στο στάβλο, πήρε το όπλο, διαπίστωσε ότι είχε φυσίγγια και επέστρεφε στον τόπο του εγκλήματος αποφασισμένος να θανατώσει τον ανωτέρω.

Το γεγονός δε ότι πρόλαβε το θύμα κατ’ ολίγο και πυροβόλησε πρώτο δεν επέδρασε στην ειλημμένη ήδη απόφαση του να τον σκοτώσει.

Συνεπώς, κατά την κρατήσασα άποψη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν ωθήθηκε στην πράξη της ανθρωποκτονίας από τα ανωτέρω αίτια και πρέπει να απορριφθούν οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί. ....". Κατόπιν αυτών αλλά και του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης η τελευταία απέρριψε αιτιολογημένα τα ελαφρυντικά της πρόκλησης της εγκληματικής πράξης από την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και της τέλεσης της πράξης υπό την επίδραση σοβαρής απειλής δεχόμενη ότι οι οικογένειες του θύτη και θύματος βρίσκονταν σε διαρκή έχθρα και μόνιμη αντιπαλότητα από δεκαετίες, αφού μέλος της οικογένειας του θύτη είχε σκοτωθεί από μέλος της οικογένειας του θύματος και ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει την απόφαση να αναμετρηθεί με τον θανόντα και να τον εξοντώσει από τη χρονική στιγμή που έφυγε από το σημείο της αρχικής διένεξης για να αναζητήσει τον οπλισμό του και αφού τον εξασφάλισε επιβιβάσθηκε στο εκεί όχημα που το μετέφερε στο αρχικό σημείο για να πραγματώσει την απόφασή του και επιπλέον ότι ο αναιρεσείων επέστρεψε στο σημείο της αρχικής διένεξης οπλισμένος για να αντιπαρατεθεί με το επίσης οπλισμένο θύμα και δεν αιφνιδιάσθηκε ούτε αντέδρασε πυροβολώντας αυτό επειδή το θύμα πυροβόλησε πρώτο.

Μετά από αυτά ο σχετικός αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού με τα οποία ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σ’ αυτήν κατά την απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των παραγράφων β’ και γ’ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές στους πιο πάνω λόγους διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι’ αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, εφόσον ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ μοναδικός τρισκελής λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, πρέπει αυτός να απορριφθεί και μαζί με αυτόν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Γ.

Μ. στο σύνολό της, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων, με τον ίδιο δικηγόρο, πολιτικώς εναγόντων, (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

IV] Εξάλλου, σχετικά με την αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αφορά τον κατηγορούμενο Ε. Μ., ο οποίος καταδικάσθηκε για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή [σε βάρος των Ε. Τ. και Π. συζ. Ν. Κ.] τελεσθείσας σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση και στη συνέχεια κρίθηκε αθώος για την πράξη της οπλοχρησίας κατά συρροή, λεκτέα τα ακόλουθα:

Η προσβαλλόμενη απόφαση αρχικά δέχεται ότι οι πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης τελέσθηκαν από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια άμυνας, δηλαδή προσβολής των επιτιθεμένων προς αυτοπροστασία και υπεράσπιση της ακεραιότητας του ιδίου και του αδελφού του και ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να μείνει ατιμώρητος για τις ανωτέρω πράξεις, διότι τελέσθηκαν σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προξένησε η επίθεση, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση αυτοπροστασίας και αμυντικής στάσης απέναντι στη λεκτική και σωματική επίθεση που δέχθηκε από την οικογένεια Κ., και ότι σε κατάσταση πανικού προσπάθησε να αμυνθεί για τη σωματική ακεραιότητα τη δική του και του αδελφού του, Γ.

Μ., τον οποίο συνόδευε ..., χωρίς να αναφέρει ότι διαπιστώθηκε υπέρβαση των ορίων άμυνας και ότι η υπέρβαση αυτή οφείλεται σε φόβο ή ταραχή από την εναντίον του επίθεση. Περαιτέρω και στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι πράξεις του κατηγορουμένου τελέσθηκαν σε άμυνα και καθ’ υπέρβαση των ορίων άμυνας, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προξένησε η σε βάρος επίθεση, δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο για να θεμελιώσει την κρίση του αυτή, δηλαδή για τις συνθήκες της άμυνας και της υπέρβασης των ορίων της και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η υπέρβαση αυτή οφείλεται στο φόβο ή την ταραχή που προκάλεσε στο δράστη η σφοδρότητα και επικινδυνότητα της εναντίον του επίθεσης.

Με τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει όσον αφορά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια την αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στερείται νόμιμης βάσης και για το λόγο αυτό, αφού συντρέχουν οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει αυτή να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τα πληττόμενα κεφάλαια σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2015 (αρ.πρωτ..../2015) αίτηση του Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 54/2015 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων [Π. Κ., Ν. Κ. και Ε. Τ.], που ανέρχονται στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 54/2015 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης κατά το σκέλος της που αφορά τον Ε. Μ. του Α..

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν αυτήν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ