1535/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1535/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην πρώτη περίπτωση, για κάθε ένα έτος ασφάλισης υπολογίζονται 300 ημέρες, οι επιπλέον δε ημέρες που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι, τυχόν υπολογισμός και των πέρα των 300 ημερών ασφάλισης, θα είχε σαν αποτέλεσμα κατά την μετατροπή των ημερών σε έτη ασφάλισης, τα έτη ασφάλισης να είναι περισσότερα από τα ημερολογιακά έτη μέσα στα οποία είχαν πραγματοποιηθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1535 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1535/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΔΡΑΜΑΣ ΝΕΟΓΑΛ ΑΕ", που εδρεύει στην Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριαζή - Κηπουρό.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2011 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 929/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 26-9-2013 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 26-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", για τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, ως Ειδικό Ταμείο, μεταξύ άλλων, θεωρείται και το Ταμείο Συντάξεων και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. πρώην ΤΑΥΣΟ). Κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του αυτού νόμου, ασφαλισμένοι των Ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31-12-1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με την συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ίδιου Ν. 3029/2002, ο κλάδος σύνταξης του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. (όπως και άλλων Ταμείων) έως 1-1-2008 εντάσσεται στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ., με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με την υπ' αριθμ. Φ. 10023/17105/1054/6-7-2007 κοινή απόφαση των παραπάνω Υπουργών, εκδοθείσα κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3029/2002, ο κλάδος κύριας σύνταξης του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.
εντάχθηκε, από 1-8-2007, στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Κατά δε την παρ. 6 του άνω άρθρου 5 του ίδιου πάντοτε νόμου, από την ημερομηνία ένταξης (1-8-2007) οι ήδη ασφαλισμένοι του ενταχθέντος Ταμείου (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.) ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και εξακολουθούν να διέπονται, ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης, από τις καταστατικές διατάξεις του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο., όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992 και τις διατάξεις του εν λόγω Ν. 3029/2002.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 15 εδάφιο γ' του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 54883/Σ.1667 της 22 Ιαν./10 Φεβρ. 1940 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 48, τεύχος δεύτερον, 10-2-1940) - με το Ν. 935/ 1979 ο Κλάδος Προνοίας μετονομάσθηκε σε Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως - όπως το εδάφιο γ' αντικαταστάθηκε και ισχύει έκτοτε με την παρ. 1 της υπ' αριθμ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών "Δικαίωμα συντάξεως έχει πας ασφαλισμένος, εάν αποχωρήσει οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, εξ ης 25ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας".
Επίσης, κατά το άρθρο 29 παρ. 5 της από 8-7-2004 Κλαδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 20-9-2004 με την ΥΑ 13152/2004 (ΦΕΚ 1648 Β' 2004), οι εργαζόμενοι στις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις απολύονται αυτοδίκαια αμέσως μόλις συμπληρώσουν τριακονταπενταετή (35ετή) πραγματική και πλήρη συντάξιμη υπηρεσία, όπως οι οικείες διατάξεις του ΤΑΥΣΟ (ήδη Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.) ορίζουν.
Στους εξερχόμενους λόγω τριακονταπενταετίας χορηγείται το 75% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 4202/1961 "περί διατηρήσεως των εκ της κοινωνικής ασφαλίσεως δικαιωμάτων εις περιπτώσεις μεταβολής ασφαλιστικού φορέως", σε περίπτωση διαδοχικής ασφαλίσεως, για τον υπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεως που διανύθηκε σε οργανισμούς στους οποίους η ασφάλιση καθορίζεται όχι σε ημέρες εργασίας, αλλά σε μήνες ή σε έτη, θεωρείται ότι ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε είκοσι ημέρες κάθε μήνα ή διακόσιες σαράντα ημέρες κάθε έτος ασφαλίσεως, εκτός αν από τη νομοθεσία του οργανισμού προκύπτει διάφορος πράγματι αριθμός ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν σε ένα μήνα ή σε ένα έτος.
Σε καμία περίπτωση πάντως δεν λογίζεται ότι ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε περισσότερες των 25 κατά μήνα ή των 300 κατ' έτος ημερών εργασίας. Από τις παραπάνω διατάξεις και ενόψει του ότι, για τις περιπτώσεις μετατροπής ημερών ασφάλισης σε μήνες και έτη, δεν υπάρχει καμία σχετική ρύθμιση στη νομοθεσία της διαδοχικής ασφάλισης, συνάγεται ότι, κατά την μετατροπή ημερών ασφάλισης σε έτη, γίνεται διάκριση μεταξύ α) περιπτώσεων κατά τις οποίες έχουν πραγματοποιηθεί από τον ασφαλισμένο περισσότερες από 300 ημέρες ασφάλισης για κάθε ένα έτος ασφάλισης κατά την χρονική διάρκεια της ασφάλισής του και β) περιπτώσεων κατά τις οποίες ο ασφαλισμένος ορισμένα έτη της ασφάλισής του πραγματοποίησε άνω των 300 ημερών ασφάλισης και άλλα έτη λιγότερες από 300 ημέρες ασφάλισης.
Στην πρώτη περίπτωση, για κάθε ένα έτος ασφάλισης υπολογίζονται 300 ημέρες, οι επιπλέον δε ημέρες που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι, τυχόν υπολογισμός και των πέρα των 300 ημερών ασφάλισης, θα είχε σαν αποτέλεσμα κατά την μετατροπή των ημερών σε έτη ασφάλισης, τα έτη ασφάλισης να είναι περισσότερα από τα ημερολογιακά έτη μέσα στα οποία είχαν πραγματοποιηθεί.
Στην δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή ο ασφαλισμένος σε μερικά έτη είχε πραγματοποιήσει περισσότερες από 300 ημέρες ασφάλισης και σε άλλα λιγότερες από 300 ημέρες, τότε, εφόσον από την διαίρεση του συνόλου των ημερών ασφάλισης διά του αριθμού τριακόσια (300) προκύπτει αριθμός ίσος ή μικρότερος από τα ημερολογιακά έτη κατά τα οποία υπήρξε ασφάλιση, ο αριθμός αυτός θα αποτελεί τα έτη ασφάλισης του ασφαλισμένου (βλ.
και το υπ' αριθμ. Β2/61/272/1983 έγγραφο του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τμήμα Διαδοχικής Ασφάλισης, καθώς και το υπ' αριθμ. Φ. 61/88/12-7-1990 σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τμήμα Διαδοχικής Ασφάλισης, με θέμα: Οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν.Δ. 4202/1961 προς όλους τους Οργανισμούς Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία λειτουργεί και εκμεταλλεύεται στη Δράμα εργοστασιακή μονάδα βιομηχανίας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, για τις ανάγκες της οποίας στις 15-5-1970 προσέλαβε τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έτους, προκειμένου να τον απασχολήσει ως εργατοτεχνίτη παρασκευής τυριού φέτα στο τμήμα τυροκομίας του εργοστασίου της, έναντι του εκάστοτε νομίμου ημερομισθίου.
Εις εκτέλεση της εργασιακής αυτής συμβάσεως ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, κατά τα συμφωνηθέντα, έως τις 15-5-1971, οπότε ανανεώθηκε η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας για τρία ακόμη έτη, κατά το οποίο διάστημα συμπλήρωσε το 21ο έτος της ηλικίας του και αποχώρησε από την εργασία του λόγω στρατεύσεως.
Μετά την απόλυσή του από το στρατό επαναπροσλήφθηκε από την εναγομένη, στις 16-4-1974, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε στο εργοστάσιό της με τους ίδιους παραπάνω όρους και συμφωνίες. Από τον Οκτώβριο του 1979 εργαζόταν παράλληλα και στο τμήμα του εργοστασίου παραγωγής βουτύρου, κακάο, ξυνόγαλου και παστεριώσεως κρέμας.
Με την από 12-3-1991 αγωγή - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - που άσκησε ο ενάγων κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εργασία που παρείχε στην επιχείρησή της ήταν εργασία υπαλλήλου και όχι εργατοτεχνίτη. Η αγωγή εκείνη έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 114/1991 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, κατά της οποίας η εναγομένη δεν άσκησε έφεση και έκτοτε απασχολούσε πλέον τον ενάγοντα στην επιχείρησή της ως υπάλληλο αυτής, καταβάλλοντάς του τις αντίστοιχες αποδοχές, έως τις 30-6-2008, οπότε κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, για τον λόγο ότι ο ενάγων είχε συμπληρώσει 35 έτη υπηρεσίας, θεμελιώνοντας έτσι δικαίωμα συνταξιοδοτήσεώς του, και ως εκ τούτου απολυόταν αυτοδίκαια, λαμβάνοντας το 75% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920.
Σχετικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1970, που προσλήφθηκε από την εναγομένη, υπήχθη στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., που είναι φορέας κύριας ασφαλίσεως. Την 1-5-1992 υπήχθη στην ασφάλιση του Ταμείου Συντάξεων και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.), το οποίο θεωρείται ως Ειδικό Ταμείο και στη συνέχεια, μετά την ισχύ, από 3-4-2008, του Ν. 3655/2008 "Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), υπήχθη και πάλι στο ΙΚΑ.
Συνεπώς, ο ενάγων, ως ασφαλισμένος Ειδικού Ταμείου, που υπήχθη στην ασφάλιση φορέα κύριας ασφαλίσεως (Ι.Κ.Α.) έως τις 31-12-1982, θεμελιώνει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως με την συμπλήρωση 35 ετών ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 3029/2002, που ασφαλώς ισχύει για την περίπτωσή του, ως νόμος νεώτερος και ειδικότερος του Ν. 825/1978.
Ο ενάγων - συνεχίζει το Εφετείο - όπως προκύπτει από την με χρονολογία 7-7-2008 Βεβαίωση του Ι.Κ.Α. Δράμας, πραγματοποίησε κατά το διάστημα από 1-5-1970 έως 31-5-2007 και ειδικότερα κατά τα έτη 1970, 1971, 1974 έως και 2007 (36 έτη), συνολικά 10.379 ημέρες εργασίας, όπως δε προκύπτει από την με χρονολογία 13-3-2009 Βεβαίωση του ίδιου ως άνω Ταμείου (Ι.Κ.Α.
Δράμας), από τον Αύγουστο του 2007 έως και τον Ιούνιο του 2008 πραγματοποίησε άλλες 200 ημέρες εργασίας. Για την συμπλήρωση, όμως, της τριακονταπενταετίας - είπε το Εφετείο - και ειδικότερα για τον υπολογισμό των 10.500 ημερών εργασίας, από τις οποίες αποτελείται η τριακονταπενταετία, δεν λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του άνω Ν. 825/1978, ο χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας ετησίως.
Ενόψει δε του ότι - όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - ο ενάγων, κατά τα έτη 1975, 1976, 1977, 1978, 1979, 1980, 1981, 1982, 1983, 1984, 1985, 1986, 1987, 1988, 1989, 1990, 1991, 1993 και 2001 (19 έτη) πραγματοποίησε, αντίστοιχα, 324, 321, 321, 312, 310, 309, 327, 321, 307, 302, 314, 313, 325, 331, 341, 339, 314, 302 και 301 ημέρες εργασίας, δηλαδή πραγματοποίησε συνολικά 334 επιπλέον ημέρες εργασίας (24 + 21 + 21 + 12 + 10 + 9 + 27 + 21 + 7 + 2 + 14 + 13 + 25 + 31 + 41 + 39 + 14 + 2 + 1), οι ημέρες αυτές (334) πρέπει να αφαιρεθούν από τις παραπάνω 10.379 ημέρες εργασίες.
Μετά δε την αφαίρεση των 334 ημερών εργασίας, στις απομένουσες 10.045 (10.379 - 334) ημέρες εργασίας πρέπει να προστεθούν οι ως άνω 200 ημέρες εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2007 έως και τον Ιούνιο του 2008, καθώς και άλλες 61 ημέρες εργασίας για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2007 (που δεν καλύπτονται από καμία βεβαίωση του Ι.Κ.Α.).
Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - κατά τον χρόνο της επίδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (30-6-2008), ο ενάγων είχε πραγματοποιήσει 10.306 (10.045 + 200 + 61) ημέρες εργασίας, που μπορούν να υπολογισθούν για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, και ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, δεν είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (γιατί δεν είχε πραγματοποιήσει 10.500 ημέρες εργασίας), με συνέπεια η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του να είναι άκυρη, να θεωρείται σαν να μη έγινε και η εναγομένη να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 30-6-2008 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, και δέχθηκε εν μέρει (ως προς τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας) την αγωγή.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, παραβίασε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 και του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 3029/2002, του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 4202/1961, του άρθρου 15 εδ. γ' του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και του άρθρου 29 παρ. 5 της από 8-7-2004 Σ.Σ.Ε.
για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού την Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, τις οποίες έπρεπε να εφαρμόσει, αλλά τελικά δεν εφήρμοσε, παρόλο που δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, ως ασφαλισμένος Ειδικού Ταμείου (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.), που υπήχθη στην ασφάλιση φορέα κύριας ασφάλισης έως 31-12-1982, θεμελίωνε δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως με την συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.
Συνάμα δε παραβίασε, με την εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 825/1978, την οποία δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθόσον, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα, ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να διέπεται, ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του και τον τρόπο υπολογισμού της συντάξεώς του, από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.
και τις διατάξεις του άνω Ν. 3029/2002, σύμφωνα με τις οποίες η ασφάλιση καθορίζεται όχι σε ημέρες εργασίας (όπως η ασφάλιση των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), αλλά σε έτη. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος, καθ' όλη την χρονική διάρκεια της ασφαλίσεώς του (36 και πλέον έτη), δεν πραγματοποίησε κάθε ένα έτος περισσότερες από 300 ημέρες ασφάλισης, αλλά μόνο κατά τα έτη 1975, 1976, 1977, 1978, 1979, 1980, 1981, 1982, 1983, 1984, 1985, 1986, 1987, 1988, 1989, 1990, 1991, 1993 και 2001 είχε πραγματοποιήσει περισσότερες από 300 ημέρες ασφάλισης (πράγμα που σημαίνει προφανώς ότι κατά τα υπόλοιπα έτη πραγματοποίησε κάθε έτος 300 μόνο ημέρες ασφάλισης ή και λιγότερες).
Κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου, το σύνολο των ημερών ασφάλισης, που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος από 1-5-1970 έως 31-5-2007, ανερχόταν σε 10.379 ημέρες ασφάλισης, ενώ από τον Αύγουστο του 2007 έως και τον Ιούνιο του 2008 πραγματοποίησε άλλες 200 ημέρες ασφάλισης, και κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2007 πραγματοποίησε 61 ημέρες ασφάλισης.
Έτσι το σύνολο των ημερών ασφάλισης, που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος έως την καταγγελία, στις 30-6-2008, της εργασιακής του συμβάσεως από την αναιρεσείουσα, ανερχόταν, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, σε 10.640 ημέρες (10379 + 200 + 61), οι οποίες, διαιρούμενες διά του αριθμού 300, αντιστοιχούν στον αριθμό 35,46, που είναι μικρότερος από τα ημερολογιακά έτη ασφάλισής του (36 και πλέον συνολικά) και, επομένως, ο αριθμός αυτός (35) αποτελεί τα έτη ασφάλισης του αναιρεσιβλήτου.
Συνακόλουθα, με βάση τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως (30-6-2008), ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει 35 έτη ασφάλισης (συντάξιμης υπηρεσίας) και, ως εκ τούτου, είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, γι' αυτό και η σύμβαση εργασίας του λύθηκε αυτοδικαίως και η καταγγελία αυτής από την αναιρεσείουσα, η οποία, κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου, κατέβαλε σ' αυτόν το 75% της αποζημιώσεως που εδικαιούτο, δεν ήταν άκυρη.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19, αληθώς όμως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, που πλήττει το αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας". Από τη διάταξη αυτή και τον επιδιωκόμενο με τη θέσπισή της σκοπό, συνιστάμενο στην εκκαθάριση σε βραχύ χρονικό διάστημα των αξιώσεων των εργαζομένων από τη λύση της εργασιακής σχέσεως, για την ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας ως προς αυτές, ο οποίος (σκοπός) πληρούται και με την προβολή με ένσταση ή αντένσταση της ακυρότητας της καταγγελίας, συνάγεται ότι και η κατά τον ως άνω τρόπο προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας, την οποία προϋποθέτουν οι ενασκούμενες με την αγωγή αξιώσεις του μισθωτού, εμπίπτει στην καθιερούμενη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία.
Η άρση όμως της αβεβαιότητας ως προς το κύρος της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, στην οποία στοχεύει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κατόπιν προβολής της με κοινοποιηθείσα στην τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία από την λύση της σχέσεως εργασίας αγωγή ή με εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υποβληθείσα ένσταση ή αντένσταση, πληροί τον επιδιωχθέντα με την θέσπιση της ως άνω διατάξεως σκοπό και οι μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής εγειρόμενες αγωγές περί καταψηφίσεως των αποδοχών του μισθωτού για το μετά την άκυρη καταγγελία χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης ευρίσκεται σε υπερημερία, δεν είναι απαράδεκτες (ΑΠ 284/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, με την προηγούμενη από 19-1-2006 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε την ακυρότητα της από 31-10-2005 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, στην οποία είχε προβεί αυτή (πριν από την επίδικη καταγγελία, στις 30-6-2008) και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας.
Η αγωγή εκείνη είχε ασκηθεί εντός της ως άνω τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας και η από 31-10-2005 καταγγελία κρίθηκε άκυρη με την υπ' αριθμ. 573/2007 απόφασή του (Εφετείου Θράκης). Έτσι ήρθη η αβεβαιότητα ως προς το έγκυρο ή μη της από 31-10-2005 καταγγελίας, ώστε να μη υπόκειται στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία η κρινόμενη (ένδικη) αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς το αίτημα αυτής (που δεν είχε υποβληθεί με την προηγηθείσα ως άνω από 19-1-2006 αγωγή του) περί επιδικάσεως αποζημιώσεως αδείας για το έτος 2006, κατά το οποίο διαρκούσε η υπερημερία της αναιρεσείουσας, στην οποία είχε περιέλθει αυτή, λόγω της ακυρότητας της από 31-10-2005 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, στον οποίο οφείλει πράγματι η αναιρεσείουσα το αναφερόμενο ποσό (2.122,97 ευρώ) για αποζημίωση αδείας του έτους 2006, η οποία (άδεια) δεν του χορηγήθηκε μέχρι το τέλος του έτους αυτού.
Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε ως απαράδεκτο το παραπάνω αίτημα της ένδικης αγωγής, για τον λόγο ότι δεν ασκήθηκε σχετική με το αίτημα αυτό αγωγή μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 από την λύση της μεταξύ των διαδίκων σχέσεως εργασίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, γι' αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, να εξαφανισθεί. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και, επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην ακυρότητα της γενόμενης, στις 30-6-2008, από την αναιρεσείουσα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, καθώς και κατά τα μέρη της που επηρεάζονται από την ακυρότητα αυτή. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της κατά τα αναιρούμενα μέρη της, στο ίδιο Εφετείο (Τριμελές Εφετείο Θράκης), το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 254/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ