Legislator Case Law & Legislation
1535/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to grant building permit due to lack of legal basis.

Case Number 1535/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to deny a building permit. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient legal reasoning and improperly weighed evidence regarding construction feasibility. The court held that the lower court's evaluation of witness testimony and expert reports was a matter of free judicial assessment, not a legal error subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court accepted unproven facts or violated statutory definitions of evidence, but not merely because the court exercised free evaluation of conflicting testimonial evidence.

Keywords

AI generated
building permit denial free evaluation of evidence insufficient reasoning appeal admissibility judicial assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1535 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1535/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ., συζ. 1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Δ. του Π. και 2. Ε. Δ. του Π., 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5222/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5964/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση σε υπόθεση, η οποία αφορά αδικοπραξία, την οποία φέρονται να τέλεσαν σε βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας οι αντίδικές της (έκδοση μη νόμιμης άδειας οικοδομής και σύνταξη παρανόμου και ανακριβούς τοπογραφικού διαγράμματος).

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα εδώ νοούνται αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη, για τα πράγματα αυτά, ή, όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, από ποια αποδεικτικά μέσα αντλήθηκε η απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 379/2006). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, με εκτίμηση των προσκομισθέντων και μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρο 562 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 356/2002). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο λόγος αυτός, αν δεν αξιολογούνται επακριβώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε αναφέρεται, σε ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στηρίζεται κάθε μία από τις ουσιαστικές του παραδοχές (ΑΠ 1614/2002, ΑΠ 259/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: "... Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως ..., τις ένορκες βεβαιώσεις ... και από όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει συγκυρία μετά του συζύγου της ενός οικοπέδου 213,45 τ.μ ανήκοντος κατά ποσοστό 90% στην ίδια και 10% στον σύζυγό της ... Τον Δεκέμβριο του έτους 1998, η ενάγουσα η οποία ακόμη δεν είχε μεταβιβάσει το παραπάνω ποσοστό στον σύζυγο της, μαζί με τον τελευταίο αποφάσισαν να αξιοποιήσουν το παραπάνω οικόπεδο εντός του οποίου ευρίσκετο και παλαιά οίκημα (κατάστημα και άνωθεν αυτού οικία). Προς τον σκοπό αυτό επισκέφθηκαν τις εναγόμενες διπλωματούχους πολιτικούς μηχανικούς, εξαδέλφες της ενάγουσας, οι οποίες διατηρούν τεχνικό γραφείο στον Αυλώνα Αττικής. Η έκδοση νόμιμης άδειας προς ανοικοδόμηση του εν λόγω οικοπέδου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύνθετη, χρονοβόρος και αβέβαια.

Το ακίνητο αυτό δεν πληρούσε τους όρους δομήσεως λόγω μειωμένου προσώπου σε εγκεκριμένη οδό ... Ενόψει της δυσχέρειας αυτής και της επιθυμίας της ενάγουσας να οικοδομήσει και να κατοικήσει στο ακίνητο το ταχύτερο, οι εναγόμενες της πρότειναν ως λύση να παρουσιάσουν την προς βορρά πλευρά του οικοπέδου με πρόσωπο επί εγκεκριμένης οδού μήκους 8,15μ.

αντί του πραγματικά υπάρχοντος των 3,70μ., με μόνο στόχο την έκδοση της άδειας χωρίς καμία περαιτέρω επιβάρυνση των ομόρων ιδιοκτησιών από την νέα οικοδομή. Η ενάγουσα, μολονότι ήταν εγκρατέστατη γνώστης της μεθόδευσης αυτής, (ήτοι της άδικης -παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων), συναίνεσε μολαταύτα ρητώς και κατηγορηματικώς αφού ειδικότερα δηλαδή γνώριζε και για την μη οικοδομησιμότητα του ακινήτου της, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα.

Οι εναγόμενες μάλιστα ενημέρωσαν τους όμορους ιδιοκτήτες, για τις ως άνω ενέργειες τους, ως προς την έκδοση της σχετικής άδειας και αυτοί συμφώνησαν ενόψει του ότι οι ιδιοκτησίες τους δεν θα εβλάπτοντο και περαιτέρω θα δημιουργείτο νέα κατοικία στη θέση της παλαιωμένης και ερειπωμένης και με τον τρόπο αυτό θα αναβαθμίζετο αισθητικά η περιοχή.

Έτσι οι εναγόμενες προέβησαν στην υποβολή του από Δεκέμβριο του έτους 1998 τοπογραφικού διαγράμματος κάλυψης στο οποίο εμφαίνεται το οικόπεδο... με πλευρά προς βορρά μήκους 8,15μ. Παρά την αύξηση δε του μήκους της ανωτέρω πλευράς στο παραπάνω τοπογραφικό, δεν παρουσιάστηκε το εμβαδόν του οικοπέδου παραποιημένο και αυξημένο, ενώ η θέση στάθμευσης τοποθετήθηκε στα όρια του πραγματικού υπάρχοντος μήκους των 3,70 μ.

Τούτο δε καταδεικνύει ότι ο σκοπός της ανωτέρω παραποίησης ήταν να εμφαίνεται η πρόσοψη του οικοπέδου μεγαλύτερη και τόση ώστε να το καταστήσει οικοδομήσιμο, χωρίς καμία περαιτέρω επιβάρυνση των ομόρων ιδιοκτησιών αλλά ούτε και αύξηση του συντελεστή δόμησης. Εξάλλου, στην πλευρά ΑΜΑ του τοπογραφικού διαγράμματος τέθηκε ρυμοτομική γραμμή ΡΓ, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ακόμη, στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα στην πλευρική διάσταση ΖΗ αναφέρεται ότι το οικόπεδο εφάπτεται με την οδό ..., ενώ η οδός αυτή δεν έχει ακόμη διανοίγει. Τέλος, οι εναγόμενες δεν απεικόνισαν στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα το παλαιό οίκημα. Αντιθέτως υπήρχε επ' αυτού ενυπόγραφη από τις εναγόμενες υπεύθυνη δήλωση ότι εντός του οικοπέδου δεν υπήρχε κτίσμα.

Με τον τρόπο δε αυτό δεν εκδόθηκε άδεια κατεδαφίσεως του παραπάνω κτίσματος. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι μετά την υποβολή του παραπάνω τοπογραφικού διατάγματος στην αρμόδια Πολεοδομία Καπανδριτίου και των σχετικών δικαιολογητικών εκδόθηκε η υπ' αριθ. …/13-5-1999 άδεια ανεγέρσεως νέας διώροφης οικοδομής.

Τον Αύγουστο 1999 άρχισε η κατεδάφιση της παλαιάς οικίας που βρισκόταν εντός του οικοπέδου και η εκσκαφή αυτού. Η ενάγουσα κατέβαλε στις εναγόμενες στις 28-12-1998 ως προκαταβολή της αμοιβής τους 500.000 δρχ.(1.467 ευρώ) και στην συνέχεια στις 13-4-1999, 2.400.000 δρχ. (7.043 ευρώ) σε εξόφληση της αμοιβής τους για την εκδοθεισομένη οικοδομική άδεια και την επίβλεψη της νέας προς ανέγερση οικοδομής ...

Πριν την ολοκλήρωση και αποπεράτωση της εκσκαφής, η ενάγουσα ζήτησε την επέκταση αυτής κατά μήκος της ιδιοκτησίας Δ. επί επιμήκους λωρίδας 16 περίπου τ.μ. Ο εργολάβος που εκτελούσε την εκσκαφή ενημέρωσε τις εναγόμενες οι οποίες του έδωσαν την εντολή να σταματήσει τις εργασίες. Το παραπάνω γεγονός αποτέλεσε τον λόγο ρήξεως της μεταξύ των διαδίκων σχέσεως και την εκ μέρους των εναγομένων παραίτηση από την επίβλεψη της ως άνω οικοδομής.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι οι παραπάνω αναφερόμενες ενέργειες των εναγομένων προς έκδοση της προαναφερόμενης οικοδομικής άδεια είναι παράνομες ως αντιβαίνουσες τις πολεοδομικές διατάξεις. Όμως οι ενέργειες και παραλείψεις αυτές εκ μέρους των εναγομένων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα υλικές ζημίες της ενάγουσας έγιναν με την συναίνεση της.

Οι εναγόμενες όπως αποδείχτηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία όχι μόνο δεν απέκρυψαν από την ενάγουσα ότι θα προβούν στις παραπάνω παράνομες ενέργειες, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια οικοδομής, αλλά της γνωστοποίησαν την μεθόδευση αυτή στην οποία συναίνεσε, αφού άλλωστε και η ίδια γνώριζε την δυσχέρεια της έκδοσης άδειας οικοδομής για το ακίνητο της.

Η ίδια η ενάγουσα από του έτους 1978 προσπαθούσε να χαρακτηρίσει το οικόπεδο της οικοδομήσιμο, όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, χωρίς όμως αποτέλεσμα, επομένως γνώριζε την μη οικοδομησιμότητα του ακινήτου της ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, συναίνεσε και στην εμφάνιση στο τοπογραφικό διάγραμμα μη υπάρξεως ακινήτου προς κατεδάφιση, προκειμένου να μην εκδοθεί άδεια κατεδαφίσεως και επιβαρυνθεί τα έξοδα εκδόσεως της αδείας αυτής, ενώ οι εναγόμενες κανένα λόγο δεν είχαν να παραλείψουν την έκδοση άδειας κατεδάφισης, παρά μόνο την απαλλαγή της ενάγουσας από τα έξοδα.

Επομένως, οι εναγόμενες ουδέν κίνητρο είχαν για να προβούν στις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις παρά μόνο την εξυπηρέτηση της ενάγουσας, η οποία συναίνεσε στις πράξεις αυτές, προς εξυπηρέτηση ίδιου σκοπού. Η μετέπειτα εκ μέρους της ίδιας της ενάγουσας αίτηση προς την Πολεοδομία Καπανδριτίου (25-9-2001) με την οποία ζητούσε τον έλεγχο της νομιμότητας της εκδοθείσας από τις εναγόμενες οικοδομικής άδειας, δεν αίρει την συναίνεση της, αλλά εξηγεί την προσπάθεια της να απεκδυθεί από κάθε συνέπεια και ευθύνη από την παρανόμως εκδοθείσα αυτή οικοδομική άδεια, την οποία μετά βεβαιότητος οι ιδιοκτήτες του όμορου ακινήτου, στο οποίο επιχείρησε να επεκταθεί, θα προσέβαλαν.

Ήδη δε μεταξύ της ενάγουσας και των ιδιοκτητών αυτών έχουν εγερθεί αγωγές περί νομής και κυριότητας, για την εδαφική αυτή λωρίδα. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι υπήρχε δυνατότητα εκδόσεως νομίμως άδειας οικοδομής, η οποία τελικώς εκδόθηκε δυνάμει μελέτης άλλου πολιτικού μηχανικού το έτος 2007 και στην οποία δεν προέβησαν οι εναγόμενες, δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Τούτο διότι η ως άνω οικοδομική άδεια έχει προσβληθεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δυνάμει... σχετικής αιτήσεως ... ομόρων ιδιοκτητών ... οι οποίες επικαλούνται μη σύννομες ενέργειες για την έκδοση της άδειας αυτής. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε τις ως άνω παράνομες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενες και παραλείψεις αυτών, κατά παράβαση των κανόνων του ΓΟΚ (1577/1985) και Π.Δ 13-7-1993 ΦΕΚ Δ 795 Περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών, προκειμένου να προβούν στην έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας και συναίνεσε σ' αυτές.

Επομένως, αίρεται το παράνομο των πράξεων αυτών εις βάρος της ενάγουσας μη οφειλομένης σ' αυτή αποζημίωση, για την επελθούσα ζημία από τις ως άνω πράξεις των εναγομένων δεκτού γενομένου του προβαλλόμενου εκ μέρους, των τελευταίων σχετικού νομίμου ισχυρισμού και ως βασίμου κατ' ουσίαν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.

Επιπροσθέτως, τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι αν η ενάγουσα, γνώριζε τις πράξεις και παραλείψεις αυτές των εναγομένων σε καμία περίπτωση δεν θα έστεργε στην κατεδάφιση της παλαιάς οικίας την οποία θα επισκεύαζε, κρίνονται ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικνύεται, η γνώση της, ως προς τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και η συναίνεση της για την κατεδάφιση της παλαιάς οικοδομής.

Άλλωστε αν επεδίωκε ως εναλλακτική λύση την επισκευή της υπάρχουσας πεπαλαιωμένης εντός του οικοπέδου οικίας, θα το είχε ήδη πράξει. Όμως αυτή από ετών επεδίωκε να καταστήσει οικοδομήσιμο το ακίνητο με σκοπό να ανοικοδομήσει νέα οικοδομή. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, κατόπιν της από 26-11-2002 αναφοράς της ενάγουσας και του συζύγου της, στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, κατά των εναγομένων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 140/2004 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, δυνάμει της οποία κρίθηκε ότι η υπόθεση πρέπει να τεθεί στο Αρχείο, ενόψει της παραγραφής του φερομένου ως πειθαρχικού παραπτώματος".

Η αναιρεσείουσα προβάλλει, πως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, αποτελούν αυθαίρετες κρίσεις του Εφετείου, είναι αναπόδεικτες και αντιφατικές και έρχονται σε αντίθεση με έγγραφα που η ίδια προσκόμισε. Επιπρόσθετα, πως το Εφετείο παραγνώρισε την απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, παραγνώρισε την ύπαρξη νόμιμης άδειας, εκ μόνου του λόγου της προσβολής της ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, γενικότερα δε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Σύμφωνα, όμως, με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, οι παραπάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εκθέτει αναλυτικά, όπως παραπάνω, τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την ουσιαστική κρίση του και διέλαβε αιτιολογίες, σχετικά με τις κρίσεις του, στους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.

Το αν οι κρίσεις της ουσίας από το Εφετείο, είναι ατυχείς ή ανακριβείς ή λανθασμένες, κατά την αναιρεσείουσα, τούτο, προφανώς, δεν έχει την έννοια της λήψης υπόψιν πραγμάτων μη αποδειχθέντων. 'Αλλωστε, υπάρχει σειρά κρίσεων για την δυνατότητα ύπαρξης αδείας οικοδομής και η κρίση για την προσβολή της οικοδομικής αδείας του έτους 2007, ως νόμιμης ή μη, δεν αναιρεί το σύνολο των προηγούμενων παραδοχών της απόφασης.

Εξ άλλου, η διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση των αποδείξεων από την αναιρεσείουσα δεν συνιστά τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Ούτε ήταν υποχρεωμένο, κατά τα προαναφερθέντα, το δικαστήριο, σε κάθε ουσιαστική κρίση, να παραθέτει, αναλυτικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία εξήγαγε το πόρισμά του. Επίσης, εντελώς αόριστα αναφέρεται η αντίθεση των ουσιαστικών κρίσεων του δικαστηρίου σε "αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα" που η αναιρεσείουσα προσκόμισε, τα οποία, όμως, δεν αναφέρονται, αλλά γίνεται απλά λόγος για "πληθώρα αποδεικτικών μέσων" μη παρατιθέμενων όμως. 'Αρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.πολ.Δ.

πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση των ασκούμενου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004).

Επιπλέον, δεν υπάρχει ο λόγος αυτός, όταν, το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1933/2006).

Η εσφαλμένη, όμως, απόρριψη ισχυρισμού ως απαράδεκτου ή μη νομίμου δεν καθιδρύει τον παραπάνω λόγο. Ακόμη, αν το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, δεν ιδρύεται ο λόγος υπ' αριθμ. 8 (ΑΠ 1703/2008).

Όμως, δεν είναι πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 994/2004), ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ακόμη και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 106/2005, ΑΠ 94/2008). Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα εκθέτει, πως το Εφετείο, δεν έλαβε υπ' όψιν του, τα ακόλουθα "πράγματα": α) τη νέα οικοδομική άδεια β) τρεις μακέττες προοπτικού σχεδίου του ακινήτου του γ) τα πρακτικά συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου της 28-11-2002, δ) την από 26.5.2009 ένορκη βεβαίωση της αδελφής της Ε. Κ., ε) την από 26.5.2009 ένορκη βεβαίωση του μηχανικού - πολεοδόμου Χ. Σ.. Όμως κατά τα προεκτεθέντα, δεν πρόκειται για "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, αλλά για προσκομισθέντα, από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, κατά την άποψή της, δεν συνεκτιμήθηκαν. Συνακόλουθα, εφ' όσον δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986). Η προσβαλλόμενη απόφαση, εν προκειμένω, έχει, κατά τα προπαρατεθέντα, σαφείς επαρκείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, οι οποίες στηρίζουν σαφώς και πλήρως το διατακτικό της.

Το αν η αναιρεσείουσα θεωρεί, πως το πόρισμα του Εφετείου δεν αιτιολογήθηκε αναλυτικά, ότι οι αιτιολογίες είναι ελλιπείς και οι κρίσεις του αναιτιολόγητες, επειδή δεν έγιναν δεκτές οι δικές της ουσιαστικές προσεγγίσεις, αυτό δεν αποτελεί, άνευ άλλου, αντιφατική αιτιολογία. Ακόμη το αν οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς, κατά την αναιρεσείουσα, τούτο δεν είναι δυνατόν να εστιαστεί στη διαφορετική χρησιμοποίηση συγκεκριμένων λέξεων (δυσχερής, αδύνατη, δυσχέρεια οικοδόμησης και οικοδομησιμότητα).

Άρα, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την πιο πάνω απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι ωσαύτως αβάσιμος.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζει, δεσμευτικά για το δικαστήριο, ο νόμος (ΑΠ 540/2006). Δεν ιδρύεται, όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας ελεύθερα αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα ισοδύναμα, κατά νόμον, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 30/2005).

Εδώ, η αναιρεσείουσα εκθέτει, πως το Εφετείο έδωσε πίστη και βαρύτητα σε αποδεικτικά στοιχεία των αντιδίκων της, ενώ υποβάθμισε τους δικούς της μάρτυρες. Αυτό, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως αποτελεί παράβαση της πιο πάνω διάταξης, εφ' όσον, απλά το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία, και απέδωσε σε κάποια μεγαλύτερα και σε άλλα μικρότερη βαρύτητα. Άλλωστε, δεν αναφέρονται στοιχεία, στα οποία ο νόμος, να αποδίδει δεσμευτικά, για το δικαστήριο, συγκεκριμένη δύναμη απόδειξης, την οποία το δικαστήριο δεν δέχτηκε. Άρα και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ.176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-1-2010 αίτηση της Α. Κ. κατά της με αριθμό 5964/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αντιδίκων της από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ