Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to failure to consider forged evidence and collusion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a bank dispute. The appellant argued that the lower court ignored forged documents and collusion between defendants to inflate a claim amount from 24 million to 80 million drachmas. The court found the appeal admissible because the lower court failed to examine evidence of forgery and collusion that could establish the validity of the third-party intervention.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must set aside a judgment if it fails to consider evidence of forgery or collusion that could establish the validity of a third-party intervention.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1535 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1535/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Ευθυμιάδη. Των αναιρεσίβλητων: 1) ...., 2) ....και 3) ...... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., η 2η εκπροσωπήθηκε από τον 1ο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ενώ ο τρίτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2003 αίτηση τριτανακοπής των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19023/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 883/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Απριλίου 2004 αίτησή της και τους από 1-9-2005 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 3 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την 10442Β΄/29.11.2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ματούλας Πολυχρονάκη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την από 5-10-2005 πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα στον τρίτο αναιρεσίβλητο. Επίσης, από την 10443Β΄/29-11-2005 έκθεση επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι επιδόθηκε στον ανωτέρω αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του από 1-9-2005 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά το άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και μπορεί γι' αυτό να λάβει υπόψη και να σταθμίσει και τις καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων.
Επομένως, οι λόγοι της αναιρέσεως πρώτος του κυρίως δικογράφου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, έκτο και όγδοο του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις α) 28030/21-2-2003 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Γεωργιάδου-Μακρίδου, β) 4027/1-10-2001 και 933/25-2-2003 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και γ) 1876/20-9-2002 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χριστίνας Στρογγύλη-Γκαλιμάνη, από τις οποίες οι δύο πρώτες δόθηκαν από τον ...., γιο του πρώτου, αδελφό της δεύτερης και πληρεξούσιο δικηγόρο του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, η τρίτη από τρεις δικηγόρους της Θεσσαλονίκης και η τέταρτη από τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων σε άλλη δίκη, παρά το ότι οι μάρτυρες που έδωσαν τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ήταν πρόσωπα αναξιόπιστα, λόγω της σχέσης τους με τους αναιρεσιβλήτους, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι.
Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου, επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, ένατο και δέκατο λόγους του δικογράφου των προσθέτων, από την παραπάνω διάταξη, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που πρότεινε η αναιρεσείουσα με τους έκτο, όγδοο ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό πρώτο, εικοστό δεύτερο και εικοστό τρίτο πρόσθετους λόγους της εφέσεώς της και συγκεκριμένα ότι 1) οι μάρτυρες, που έδωσαν τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη ένορκες βεβαιώσεις, δεν ήταν αξιόπιστοι, 2) εσφαλμένα επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη με την τριτανακοπή 26991/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στους πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους αμοιβή για τη σύνταξη του από 7-7-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχώρησης μισθωμάτων, αφού η εκχώρηση αυτή ήταν άκυρη, ως εικονική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, 3) η αμοιβή που επιδικάστηκε με την ανωτέρω απόφαση στους ίδιους αναιρεσιβλήτους για σύνταξη και κατάθεση εφέσεων κατ' αποφάσεων με τις οποίες απαγγέλλεται προσωπική κράτηση κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου είχε εξοφληθεί, 4) ο τρίτος αναιρεσίβλητος είχε οικονομική ευχέρεια και κατά συνέπεια ήταν αδύνατο να μην έχει εξοφλήσει τις απαιτήσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, 5) με τις υπ' αριθ. 1905/97, 10740/98, 602/99 και 16612/99 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδικάστηκαν στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους δικηγορικές αμοιβές, κατόπιν συμπαιγνίας με τρίτους δήθεν οφειλέτες αυτών, εναντίον των οποίων είχαν επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση διάφορες άλλες τράπεζες και 6) εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο, τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του ο τρίτος αναιρεσίβλητος.
Από το περιεχόμενο των ανωτέρω προσθέτων λόγων της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει, ότι η τελευταία παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναλύοντας και σχολιάζοντας δια μακρών τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως και προβάλλοντας επιχειρήματα που ενίσχυαν τους ισχυρισμούς που διελάμβανε στην τριτανακοπή της περί συμπαιγνίας των αναιρεσιβλήτων.
Οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, αν και αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι «πράγματα» με την έννοια που εκτέθηκε, αφού και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1996). Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εξετάζοντας τη βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε.
Το αντίθετο δεν συνάγεται από το γεγονός ότι δεν απήντησε ειδικώς στα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αυτά δεν αποτελούν «πράγματα» και όταν ακόμη προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 1274/1994). Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως.
Ειδικά ως προς την αιτίαση με αριθ. 6, πρέπει να σημειωθεί ότι η αποδιδόμενη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένη λήψη υπόψη των προτάσεων του τρίτου αναιρεσιβλήτου ως αποδεικτικού μέσου, θα δικαιολογούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως μόνο αν το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις χωρίς να λάβει υπόψη – ως αποδεικτικό μέσο – τις προτάσεις αυτές, κατέληγε σε διαφορετική κρίση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως το Εφετείο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να λάβει υπόψη τις ως άνω προτάσεις και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Αντιθέτως, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν ναι μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της αποφάσεως υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 74/1994).
Εξάλλου τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως η αγωγή και οι προτάσεις, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., όταν όμως σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση διαδικαστικών εγγράφων άλλης δίκης, που προσκομίζονται προς απόδειξη κρίσιμου για την εκκρεμή δίκη πραγματικού περιστατικού ή γεγονότος που μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση δικαστικού τεκμηρίου, τότε τα έγγραφα αυτά προσλαμβάνουν το χαρακτήρα αποδεικτικών εγγράφων και η μη λήψη αυτών υπόψη από το Δικαστήριο θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του κυρίως δικογράφου, όπως αυτοί συμπληρώθηκαν με τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους του δικογράφου των προσθέτων, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα και αναμφισβήτητα γεγονότα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα οποία συνάγεται το βάσιμο των λόγων της ένδικης τριτανακοπής και συγκεκριμένα 1)αναφορικά με το υπ' αριθ. 12 αγωγικό κονδύλιο ποσού ύψους 250.000 δρχ.
για τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού εκχώρησης μισθωμάτων και ποσού 7.500 δρχ. για δαπάνες δακτυλογράφησης, λήψης φωτοαντιγράφων και επίδοσης του συμφωνητικού, το γεγονός ότι η εκχώρηση έγινε μετά την κατάσχεση του μισθίου διαμερίσματος, προδήλως για να αποστερηθεί ο υπερθεματιστής από τα μισθώματα, και ότι κατά συνέπεια η εκχώρηση είναι άκυρη ως εικονική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, 2) αναφορικά με τα υπ' αριθ. 6,7,9 και 14 αγωγικά κονδύλια, που αφορούσαν δικηγορικές αμοιβές για τη σύνταξη και κατάθεση εφέσεων κατά αποφάσεων με τις οποίες απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τη φύση των υπηρεσιών αυτών, που δεν δικαιολογούσε την καθυστέρηση εξοφλήσεως των σχετικών απαιτήσεων, 3) ότι κατά τον πλειστηριασμό του ακινήτου του τρίτου αναιρεσιβλήτου, που έγινε στις 9-12-1998 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Παπαδοπούλου-Βερυκίου, εμφανίστηκε και πλειοδότησε ο ηλικίας 21 ετών γιος του ...., ο οποίος ήταν τότε σπουδαστής ΙΕΚ, 4) ότι στις 18-10-2000 ο ίδιος (....) έλαβε μέρος στον πλειστηριασμό ενός γραφείου του πατέρα του που διενεργήθηκε ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου και μάλιστα το εν λόγω ακίνητο κατακυρώθηκε σ' αυτόν ως υπερθεματιστή, 5) ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος είχε σταθερό μηνιαίο εισόδημα ύψους 800.000 δρχ.
κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-1996 έως 31-3-2004 από τη μίσθωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου του προς την εταιρεία «....Ο.Ε», 6) ότι με αίτηση του τρίτου αναιρεσιβλήτου διατάχθηκε, με την 28624/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναστολή του πλειστηριασμού ενός ακινήτου, ιδιοκτησίας του, που είχε οριστεί για τις 15-11-2000, με τον όρο καταβολής χρηματικού ποσού 471.250 δρχ., 7) ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος είχε εξοφλήσει μέρος των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας και της Τράπεζας Εργασίας (EFG EUROBANK) κατά της ανώνυμης εταιρείας «Πλάτων Πρότυπο Διαγνωστικό Κέντρο Ελλάδος Λ.
Κελέκης Α.Ε.», στην οποία ήταν και ο ίδιος μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής 38%, προκειμένου να ματαιωθεί ο επισπευδόμενος εις βάρος του, ως εγγυητή, πλειστηριασμός, και ακολούθως, με την από 10-9-2002 αγωγή του από αναγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εταιρείας αυτής, ζήτησε να του επιδικαστεί ποσό 539.023, 52 ευρώ, ενώ με την από 25-11-2002 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζήτησε, προς εξασφάλιση της εν λόγω απαιτήσεως, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της ανωτέρω εταιρείας, και 8) ότι με τις υπ' αριθ. 1905/1997, 10740/1998, 602/1999 και 16612/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επιδικάστηκαν δικηγορικές αμοιβές στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και στην ....., κατά συμπαιγνία αυτών με τρίτους, των οποίων είχαν εκπλειστηριαστεί ακίνητα προς ικανοποίηση απαιτήσεων άλλων τραπεζών.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και «όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν», και τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και την έλλειψη της, κατά τη βάση της τριτανακοπής, συμπαιγνίας αυτών, σε συνδυασμό με την αντίκρουση της συγκριτικής αναφοράς των μαρτύρων αποδείξεως σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζών, που είχαν επισπεύσει πλειστηριασμούς εις βάρος άλλων πελατών τους, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω έγγραφα και γεγονότα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου, όπως συμπληρώθηκε με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) το αντίγραφο των προτάσεων, που είχε συντάξει και καταθέσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος δικηγόρος στις 25-1-2000 προς απόκρουση της αγωγής για τη διάρρηξη δικαιοπραξίας, που είχε ασκήσει η Εθνική Τράπεζα κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, και 2) το αντίγραφο των προτάσεων αυτών που προσκόμισαν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης προς απόδειξη της από 9-12-2000 αγωγής τους, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, καθώς και την προκύπτουσα εμφανώς από την αντιπαραβολή των ανωτέρω εγγράφων νόθευση του δευτέρου αντιγράφου, από την οποία συνάγεται η βασιμότητα της ένδικης τριτανακοπής, αναφορικά με το υπ' αριθ.1 κονδύλιο της παραπάνω αγωγής.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί συμπαιγνίας των αναιρεσιβλήτων κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε μεταξύ αυτών η προσβαλλόμενη με την ένδικη τριτανακοπή της 26991/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 9-12-2000 αγωγή των πρώτου και δευτέρας κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκε ενώπιον του Εφετείου με τον υπ' αριθ. 10 πρόσθετο λόγο της εφέσεώς της, ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, προς απόδειξη της παραπάνω αγωγής, προσκόμισαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο και στο Εφετείο Θεσσαλονίκης αντίγραφο των προτάσεων του τρίτου αναιρεσιβλήτου, που συνέταξαν και κατέθεσαν οι ίδιοι δικηγόροι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στις 25-1-2000 προς αντίκρουση της εναντίον του αγωγής της Εθνικής Τράπεζας με αντικείμενο τη διάρρηξη δικαιοπραξίας -με την οποία ο τελευταίος μεταβίβασε το ½ εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος σε τρίτους- στο οποίο αντίγραφο είχε νοθευτεί ο αριθμός 24.000.000 (δρχ.), που αντιστοιχούσε στην αξία του αντικειμένου της αγωγής, σε 80.000.000 (δρχ.).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το παραπάνω κονδύλιο, δέχτηκε ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το αιτούμενο ποσό των 1.600.000 δρχ., στο οποίο είχε συμφωνηθεί η αμοιβή τους για τη σύνταξη και κατάθεση των ανωτέρω προτάσεων, με βάση και την πραγματική αξία του μεταβιβασθέντος εμπραγμάτου δικαιώματος, που ανερχόταν στο ποσό των 80.000.000 δρχ., χωρίς να λάβει υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, καθώς και το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι δικηγόροι χρησιμοποίησαν ψευδή αποδεικτικά μέσα, παρότι από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία μπορεί να συναχθεί δικαστικό τεκμήριο προς απόδειξη της αξίας του ως άνω εμπραγμάτου δικαιώματος και εντεύθεν της ένδικης τριτανακοπής αναφορικά με το υπ' αριθ.1 κονδυλίου της από 9.12.2000 αγωγής αυτών.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, κατά τους ανωτέρω βάσιμους περί αυτού λόγους της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 883/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ