1534/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1534/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1534 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1534/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. - Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κώτσαρη.
Της αναιρεσίβλητης: Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μαυρομάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, γιατί ανήκουν στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1449/2008). Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος Ν.
Δ. Π. και Ε. συζ. Ν. Π., που περιέχονται στις .../16-10-2003 ένορκες βεβαιώσεις αυτών ενώπιον της Ειρηνοδίκη Επιδαύρου Λιμηράς, και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Γ. Κ., αδελφού της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά εκτιμήσεις καταθέσεων μαρτύρων, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί, πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα νοούνται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος τα εν λόγω έγγραφα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή, τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυπα.
Αρκεί να έχει επιτραπεί η δια μαρτύρων απόδειξη και να μην αμφισβητείται το γεγονός, που συνιστά τη βάση του τεκμηρίου. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 ΚΠολΔ, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 ΚΠολΔ, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και με την έννοια αυτή δεν υπόκεινται στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 120/2008).
Η αυτή λύση αρμόζει και για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου αφενός μεν της από 21-3-2015 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Β.
Α., που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε της από 20-1-2015 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., η οποία διορίσθηκε με την 253/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μολάων στα πλαίσια ποινικής δίκης, αναφορικώς με το ζήτημα της αυθεντικότητας ή μη μιας συναλλαγματικής, εκδόσεως την 10-1-2011 και λήξεως την 10-1-2012 σε διαταγή της αναιρεσίβλητης και αποδοχής του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα ως προς την αυθεντικότητα των συμπληρώσεων του πληρωτέου ποσού (αριθμητικώς και ολογράφως).
Ο λόγος αυτός, κατ’ εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης της Μ. - Μ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι η εν λόγω γραφολόγος αποφαίνεται για το πρωτογενές και αυθεντικό της συμπλήρωσης των ιδιόγραφων ενδείξεων του ποσού των 21.000 ευρώ (ολογράφως και αριθμητικώς) στην επίμαχη συναλλαγματική, ενώ αντιθέτως η άλλη γραφολόγος περιορίζεται να αναφέρει ότι είναι πιθανόν το ποσόν να έχει υποστεί αλλοίωση με την προσθήκη του αριθμού "1" μεταξύ των αριθμών "2" και "0", αποφεύγοντας να λάβει καθαρή θέση.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και ουδόλως τα παραμόρφωσε.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουνίου 2016 αίτηση του Γ. - Χ. Α. για αναίρεση της 278/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που τα ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ