Legislator Case Law & Legislation
1534/2014 AI generated

1534/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1534/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1534/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - επικαλείται ότι είχε λάβει προφορική άδεια και είχε μεταβεί στην Αρμενία, προκειμένου να μεταφέρει την οικοσκευή του στην Ελλάδα, προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του αυτού προσκομίζει το αεροπορικό εισιτήριό του και αντίγραφο του διαβατηρίου του, από τα οποία προκύπτει ότι αναχώρησε από την Ελλάδα για την Αρμενία στις 4-11-2005 και επανήλθε στις 18-11-2005.

Keywords

AI generated
bank resolution resignation of the government cancellation of securities lack of signature banking documents right to a decision
AI generated
1683/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/11/2011 αίτησή του.
911/2013
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding first-instance judgment against bank.
1735/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
1739/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
241/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/12/2005 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1534 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1534/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαμιχαήλ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3490/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι δεν προέκυψε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έγινε σε περίοδο, που ο ίδιος βρισκόταν σε κανονική άδεια. Έγγραφη απόδειξη περί του γεγονότος, ότι στις 7-11-2005, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η από 3-11-2005 καταγγελία της συμβάσεώς του, αυτός τελούσε σε άδεια, δεν υφίσταται, πράγμα που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, αφού, αφενός μεν τέτοιο στοιχείο δεν προσκομίζεται, αφετέρου δε προέκυψε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τηρούσε πλημμελώς το βιβλίο αδειών του προσωπικού της, λόγος για τον οποίο η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία είχε προσφύγει ο ενάγων, μετά από έρευνα του θέματος της τηρήσεως του σχετικού βιβλίου από την εναγομένη, έκανε εισήγηση στην Διεύθυνση Κοινωνικής Επιθεώρησης Αθηνών για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στην εναγομένη.

Ο ενάγων - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - επικαλείται ότι είχε λάβει προφορική άδεια και είχε μεταβεί στην Αρμενία, προκειμένου να μεταφέρει την οικοσκευή του στην Ελλάδα, προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του αυτού προσκομίζει το αεροπορικό εισιτήριό του και αντίγραφο του διαβατηρίου του, από τα οποία προκύπτει ότι αναχώρησε από την Ελλάδα για την Αρμενία στις 4-11-2005 και επανήλθε στις 18-11-2005.

Είναι, επίσης, γεγονός ότι, κατά τον χρόνο που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος (7-11-2005), οφειλόταν σ' αυτόν ακόμη υπόλοιπο αδείας 16 ημερών, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, αναφορικά με την διερεύνηση από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας του ζητήματος της αποζημιώσεώς του για μη ληφθείσα άδεια κατά τα έτη 2002 έως 2005.

Ειδικότερα, ο ενάγων ανακίνησε το ζήτημα αυτό με την από 8-7-2008 προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, σε χρόνο, δηλαδή, πολύ μεταγενέστερο της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, μετά ακόμη και από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 17-3-2008. Ύστερα δε από σχετική έρευνα πιστοποιήθηκε ότι ο ενάγων δεν ελάμβανε πλήρως την άδειά του κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001 έως 2005.

Οι λόγοι, για τους οποίους συνέβαινε το γεγονός αυτό - είπε το Εφετείο - δεν αφορούν την επίδικη υπόθεση. Εκείνο, όμως, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση και συντελεί αποφασιστικά στην διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου, ότι όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αυτός δεν βρισκόταν σε κανονική άδεια, είναι ότι ο ίδιος, όταν προσέφυγε αρχικά στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 16-1-2006, δηλαδή σε χρόνο πολύ κοντινό με την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεώς του, ουδεμία αναφορά έκανε περί ακυρότητας της καταγγελίας αυτής για τον συγκεκριμένο λόγο, ουδόλως δηλαδή διαμαρτυρήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία έγινε κατά την διάρκεια που βρισκόταν σε κανονική άδεια, όπως ευλόγως θα αναμενόταν, αν πράγματι συνέβαινε τούτο.

Αντίθετα - συνεχίζει το Εφετείο - από την αναφορά του στην Επιθεώρηση Εργασίας και τα όσα εκθέτει σ' αυτήν συνάγεται το εντελώς αντίθετο. Ειδικότερα, ο ενάγων εκθέτει στην αναφορά του προς την Επιθεώρηση Εργασίας ότι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά την 1-7-2005, ήλθε σε συνεννοήσεις με τον υπεύθυνο του προσωπικού των θυγατρικών του Ομίλου της εναγομένης Δ.

Π., με τον οποίο συζήτησε σχετικά με την πιθανότητα χρησιμοποιήσεώς του σε άλλη θυγατρική της εναγομένης, στη Βουλγαρία ή στην Ελλάδα, και ότι, στα πλαίσια των σχετικών αποφάσεων που θα λαμβάνονταν αρμοδίως, μετά από τελική πρόταση του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης Λ. Ζ., ο τελευταίος του ζήτησε να κάνει χρήση του υπολοίπου της αδείας του, προηγουμένων ετών, ανερχομένου συνολικά σε 85 ημέρες.

Εκθέτει δε στη συνέχεια ο ενάγων, ότι πράγματι έκανε χρήση της εντολής αυτής του Γενικού Διευθυντή, αλλά την 1η Οκτωβρίου ζήτησε να διακοπεί η άδειά του, ενώ απέμενε υπόλοιπο 19 ημερών, το οποίο θα χρειαζόταν αργότερα, και να επανέλθει στην υπηρεσία του, "όπερ και εγένετο". Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι, σύμφωνα με τα όσα ομολογεί εξωδίκως στην αναφορά αυτή ο ίδιος ο ενάγων, η άδειά του διακόπηκε από 1-10-2005 και επανήλθε στην υπηρεσία του, χωρίς να του ανατεθεί κάποια αρμοδιότητα, αναμένοντας απάντηση περί της επικείμενης τοποθετήσεώς του σε συγκεκριμένη θέση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό αλλά, όπως ο ίδιος αναφέρει, αντί της απαντήσεως αυτής, θυροκολλήθηκε την 7η Νοεμβρίου στην εξώπορτα του σπιτιού του η από 18 Οκτωβρίου 2005 ληφθείσα απόφαση της Τράπεζας για την απόλυσή του.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι το συμπέρασμα ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του δεν βρισκόταν σε κανονική άδεια επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι ο ίδιος ομολογεί στο δικόγραφο της εφέσεώς του, στον δεύτερο λόγο αυτής, ότι όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του υπήρχε υπόλοιπο 17 ημερών αδείας, τις οποίες δεν του είχε χορηγήσει η εναγομένη, αλλά του κατέβαλε εκ των υστέρων το αντίτιμο τούτων, ως χρηματική αποζημίωση, πιστώνοντας τον λογαριασμό του τον Δεκέμβριο του έτους 2005.

Και καταλήγει το Εφετείο, ότι από τον συνδυασμό των όσων προεκτέθηκαν συνάγεται αβίαστα ότι ο ενάγων διέκοψε την άδειά του την 1-10-2005, αναμένοντας τις τελικές αποφάσεις της εναγομένης σχετικά με την συνέχιση της εργασίας του σ' αυτήν, κατά το διάστημα δε αυτό πραγματοποίησε ταξίδι στην Αρμενία, χρήση όμως των ημερών που εδικαιούτο ως υπόλοιπο άδειας ουδέποτε έκανε, άρα ούτε και κατά το χρονικό διάστημα από 4-11-2005 έως 18-11-2005, που προέκυψε ότι βρισκόταν στην Αρμενία, αφού τελικά τις υπόλοιπες ημέρες άδειας, που του όφειλε η εναγομένη μετά την 1-10-2005, δεν του της χορήγησε αυτούσιες, αλλά ως χρηματική αποζημίωση.

Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο επικύρωσε κατά τούτο, με απόρριψη του σχετικού δεύτερου λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 697/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί ομοίως, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων βρισκόταν σε κανονική άδεια όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, ώστε η καταγγελία αυτή να είναι άκυρη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 5 παρ. 6 του Α.Ν. 539/1945, σύμφωνα με την οποία η απόλυση του μισθωτού απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της υπό του Α.Ν. 539/1945 προβλεπομένης αδείας, όχι δε και κατά τη διάρκεια άλλης αδείας απουσίας, χορηγηθείσης τυχόν υπό του εργοδότη προς τον μισθωτό.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του. Εξάλλου, ο τρόπος ασκήσεως της κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων.

Επομένως, ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρέλειψε να συναγάγει ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι η σύμβαση του αναιρεσείοντος καταγγέλθηκε κατά την διάρκεια προφορικώς χορηγηθείσας σ' αυτόν άδειας αναψυχής, από τη μη ειδική αμφισβήτηση εκ μέρους της του αγωγικού αυτού ισχυρισμού, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού η περί ομολογίας ή μη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από τη μη ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού εναπόκειται στην κρίση του και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, οι υπ' αριθμ. ..., .../13-4-2007, .../18-4-2007 και .../28-1-2010 ένορκες βεβαιώσεις, νομοτύπως ληφθείσες, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελισάβετ Μωραΐτου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής (προσβαλλόμενης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα φερόμενα, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο της αναιρέσεως, ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελισάβετ Μωραΐτου, καθώς και το αντίγραφο του διαβατηρίου του αναιρεσείοντος και τα αεροπορικά εισιτήρια αυτού για την μετάβασή του στην Αρμενία και την επιστροφή του.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με το οικείο μέρος του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, και κατά το μέρος του αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος του, με το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων, αριθμητικώς μόνο, το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, χωρίς καμία αναφορά συγκεκριμένης πλημμέλειας, είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως αόριστος.

Για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πέρα από την τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 669, 670 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955, ήτοι τήρηση έγγραφου τύπου και προθεσμίας, καθώς και καταβολή της προβλεπόμενης αποζημιώσεως, απαιτείται η καταγγελία να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο - πληρεξούσιό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 232, 233 του ΑΚ, εφόσον δε ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου, η καταγγελία γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, χωρίς μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, να απαιτείται η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, κατ' άρθρο 226 ΑΚ.

Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 3 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920, για τις ανώνυμες εταιρείες ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, καθορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα, τα οποία θα εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένες μόνο πράξεις.

Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ως άνω Κ.Ν. 2190/1920 ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα, επί των οποίων η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρείας, με ανάλογο περιορισμό της παραγράφου 2 του άνω άρθρου 18.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο είναι το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της.

Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και της διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, να ανατεθεί, εν όλω ή εν μέρει, με το καταστατικό της, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Για τον λόγο αυτό, ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με τον δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με την εταιρεία και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σχετικά με το παράπονο του αναιρεσείοντος, που διατύπωσε με την έφεσή του, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (και) για τον λόγο ότι οι υπογράφοντες το έγγραφο της καταγγελίας δεν είχαν την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα (εξουσία αντιπροσώπευσης), δέχθηκε τα εξής:

Με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του ο ενάγων υποστηρίζει, ότι ο Ι. Ξ. και ο Ζ. Ζ., οι οποίοι υπογράφουν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, δεν είχαν πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση προς τούτο από την εναγομένη, με συνέπεια η καταγγελία να είναι άκυρη. Ο ενάγων δεν επικαλείται και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει, ότι, κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ζήτησε να του επιδειχθεί σχετικό έγγραφο πληρεξουσιότητας των προσώπων που την είχαν υπογράψει, ούτε αμφισβήτησε την καταγγελία, για τον λόγο αυτόν, τότε ή αργότερα, παρά μόνο περιέλαβε τον ισχυρισμό αυτόν στην ένδικη από 3-2-2006 αγωγή του, ως έναν εκ των λόγων ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως και, συνεπώς, η καταγγελία είναι έγκυρη.

Ακόμη, όμως, και αν είχε υπογραφεί από πρόσωπα, που δεν είχαν εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εναγόμενης Τράπεζας, δεν θα ήταν άκυρη, αλλά ανυπόστατη, δηλαδή ξένη προς το νομικό πρόσωπο της Τράπεζας, και, επομένως, η ίδια, ούτως ή άλλως, δεν θα όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας, αφού, μετά την καταγγελία, αυτός έπαυσε να προσέρχεται στην εργασία του, εξαιτίας ακριβώς αυτής της καταγγελίας.

Ανεξαρτήτως, όμως, τούτων - δέχεται επίσης το Εφετείο - ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει και από το έγγραφο της καταγγελίας, που ο ίδιος επικαλείται και προσκομίζει, αυτή υπογράφεται από τον Ι. Ξ., ο οποίος ήταν Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας και από τον Ζ.

Ζ., ο οποίος ήταν Διευθυντής του Τομέα Διαχείρισης Προσωπικού της Τράπεζας, και συνυπογράφεται, με την ένδειξη "ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ", και από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και νόμιμο εκπρόσωπό της Γ. Π.. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε τον σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι από τα παραπάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά δεν προκύπτει αν το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι υπογράφοντες το έγγραφο της καταγγελίας Ι. Ξ. και Ζ. Ζ. ενήργησαν ως πληρεξούσιοι των αρμοδίων, κατά το νόμο ή το καταστατικό οργάνων (ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ) ή αν ενήργησαν ως αρμόδια καταστατικά όργανα (οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ).

Επιπροσθέτως, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καταγγελία έγινε κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που ήταν αρμόδιο προς τούτο όργανό της, ούτε ότι ο Πρόεδρος αυτού (Δ.Σ.) Γ. Π. είχε (και) την εξουσία να προβεί μόνος του στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο θεσπιζόμενος με τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου, όταν δηλαδή από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέγνωσε το έγγραφο λανθασμένα, δεχόμενο έτσι ότι έχει περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό περιεχόμενό του και ακολούθως κατέληξε, αφού στηρίχθηκε στο έγγραφο αυτό μόνο ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και όταν από το αναφερόμενο στην απόφαση έγγραφο, που εκτιμήθηκε από το δικαστήριο, παραλείπεται κάποιο κρίσιμο στοιχείο του κειμένου, δηλαδή τέτοιο που μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα, ή όταν δεν λαμβάνονται υπόψη όλα τα γεγονότα, που περιέχονται στο έγγραφο ή, αντίθετα, όταν γίνονται δεκτά γεγονότα που δεν περιέχονται σ' αυτό.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ μέρος του, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο που δίκασε παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 3-11-2005 εγγράφου της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, με το να δεχθεί γεγονός που δεν περιέχεται σ' αυτό, κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι η καταγγελία αυτή συνυπογράφεται, με την ένδειξη "ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ", και από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και νόμιμο εκπρόσωπό της Γ.

Π.. Πράγματι, όπως προκύπτει από το ως άνω έγγραφο της καταγγελίας, δεν υπάρχει επ' αυτού η λέξη "ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ", ούτε το όνομα "Γ. Π.", ούτε και η υπογραφή αυτού, παρά μόνο οι υπογραφές των Ι. Β. Ξ. και Ζ. Σ. Ζ. και κάτω από αυτές το ονοματεπώνυμό τους. Έτσι, όμως, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το οποίο μάλιστα εξαίρει για να καταλήξει στο πόρισμά του ότι νομοτύπως και εγκύρως καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος.

Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ μέρος του.

Κατ' ακολουθίαν όλων όσων έχουν προεκτεθεί, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά την παραπάνω βάση της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του δεύτερου λόγο της αναιρέσεως, κατά τα λοιπά, από τους αριθμούς 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρη του, που αναφέρονται στην ίδια βάση. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Η αναιρεσίβλητη, ως εν μέρει ηττώμενη, πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3490/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό βάση της.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς εκ νέου εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ