Legislator Case Law & Legislation
1534/2012 AI generated

1534/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1534/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 1-8-2007 αγωγή της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και β) με την από 8-10-2007 κύρια παρέμβαση της "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 727/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 855/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2011 αίτησή της και με τους από 19-4-2012 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1534/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Γεν. Αρχ., έκδοση όγδοη, παρ.203, σελ.527). Για τον ίδιο λόγο οι ως άνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε είναι αντίθετες στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, εφόσον το άρθρο αυτό δεν έχει την έννοια ότι κατοχυρώνει ουσιαστικά δικαιώματα, ούτε άλλωστε είναι αντίθετες στο άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος (για την προστασία της ιδιοκτησίας), το οποίο υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν έχει εδώ εφαρμογή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1534 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1534/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Κτηματικών και Πρακτοριακών Επιχειρήσεων", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιχαήλ Νταή και Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Δ.Δ. "ΔΗΜΟΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ" και κατά τη σημερινή του ονομασία "Δήμος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης", ο οποίος έδρευε στη Βουλιαγμένης Αττικής και εδρεύει στη Βούλα Αττικής, όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καρυστινό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", (πρώην "Οργανισμού Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας"), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α) Αντώνιο Αθανασόπουλο και β) Ιωάννη Σούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 1-8-2007 αγωγή της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και β) με την από 8-10-2007 κύρια παρέμβαση της "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 727/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 855/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2011 αίτησή της και με τους από 19-4-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων: α) του άρθρου 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων αεροπορικής αμύνης, απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της αεροπορικής αμύνης κ.λ.π.", που κυρώθηκε από τη Συντακτική Απόφαση 24 της 7/10.7.1926 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της αεροπορικής αμύνης και των Ιερών Μονών εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόμους", β) του ν.

ΔΞΗ/1912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του μέχρι του έτους 1930, περί αναστολής της λήξης κάθε παραγραφής και του χρόνου της χρησικτησίας, αναστολή η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γ) του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων", κατά το οποίο οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, δ) του άρθρου 17 παρ.3 του ν.δ. 3432/1955 " περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ο.Δ.Δ.Ε.Π.

νομοθεσίας", κατά το οποίο εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των ιερών μονών η διάταξη της παρ.3 του άρθρου 6 του ν. 4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο, και ε) του άρθρου 62 παρ.4 του ν. 580/1977 "περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", κατά το οποίο οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή κα για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι οι Μονές, προκύπτει, ότι επί των ακινήτων κτημάτων των ιερών μονών, μετά την 11.9.1915 δεν είναι δυνατόν να χωρήσει έκτακτη χρησικτησία από τρίτους και ειδικότερα ότι οι ιερές μονές, μετά την 11.9.1915, θεωρούνται ότι έχουν αδιαλείπτως τη νομή επί των κτημάτων αυτών από της κτήσης της κυριότητάς τους, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεσή της από οποιονδήποτε τρίτο, και άρα είναι αυτά ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ενώ πριν από τις 11.9.1915 ήταν δυνατή η έκτακτη χρησικτησία αυτών εκ μέρους τρίτων κατά τις διατάξεις κώδ. 1.2.23, Ν.111, Ν, 5-2-14 του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, με τη συμπλήρωση καλόπιστης νομής αρχικά 100 ετών και μεταγενέστερα 40 ετών (ΑΠ 1799/2006 Ελλ.Δνη 48.514, ΑΠ 777/2001 Ελλ.Δνη 43.1374).

Οι ως άνω διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν γιατί η διαληφθείσα ακίνητη ιδιοκτησία αποτέλεσε ανέκαθεν αντικείμενο καταπατήσεων και απέβη ατυχώς πηγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κακόπιστων ιδιωτών, δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται την κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), όχι δε και στη διασφάλιση υπαρκτών δικαιωμάτων επί ακινήτων μάλιστα ως άνω του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των ιερών μονών, ενόψει άλλωστε και της διάταξης του άρθρου 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου, από την οποία, εφόσον ορίζει, ότι: "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το εν λόγω πρωτόκολλο, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν κρίνει τούτο αναγκαίο, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει ως άνω και η προστασία της προμνημονευθείσας ακίνητης περιουσίας (ΑΠ 1135/2011).

Ούτε είναι αντίθετη και η ρύθμιση η οποία προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 1054 ΑΚ, ότι τα εκτός συναλλαγής πράγματα, στα οποία εμπίπτουν και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ως εξυπηρετούντα δημόσιους σκοπούς (Μπαλή:

Γεν. Αρχ., έκδοση όγδοη, παρ.203, σελ.527). Για τον ίδιο λόγο οι ως άνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε είναι αντίθετες στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, εφόσον το άρθρο αυτό δεν έχει την έννοια ότι κατοχυρώνει ουσιαστικά δικαιώματα, ούτε άλλωστε είναι αντίθετες στο άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος (για την προστασία της ιδιοκτησίας), το οποίο υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν έχει εδώ εφαρμογή.

Εξάλλου, η μακροχρόνια κατοχή ακινήτου δυνάμει μισθωτικής σύμβασης δεν αποτελεί επαρκή βάση δικαιολόγησης προσδοκίας, νομής ή κυριότητας επ' αυτού προστατευτέας μάλιστα κατά το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η απαγόρευση αυτή ήδη διακηρύσσεται και με το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται γενικώς και αδιακρίτως στην άσκηση κάθε δικαιώματος (ΟλΑΠ 448/1984 ΝοΒ 33.61), συνάδει δε με την αρχή της αναλογικότητας που ήδη έχει ρητώς καθιερωθεί με την παρ.1 του ίδιου άρθρου -25- του Συντάγματος. Όμως, η προβολή της κατάχρησης δικαιώματος γίνεται μόνο σε αντίκρουση αξίωσης που στοχεύει στην ενάσκηση δικαιώματος με οποιοδήποτε δικονομικό τρόπο και επομένως μόνο κατ'ένσταση προβάλλεται και όχι με αγωγή, εκτός αν η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συνιστά και παράνομη πράξη, που έγινε υπαίτια και προκάλεσε ζημία, οπότε παρέχεται αγωγική αξίωση με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 919 ΑΚ (ΑΠ 555/1974 ΝοΒ 23,144, ΑΠ 214/1972 ΝοΒ 20.901).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης- από 1.8.2007- αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε: Ότι μεταξύ του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου Βουλιαγμένης και του Οργανισμού Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.), ως Διοικητή και Διαχειριστή της ρευστοποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη αφενός και του Ελληνικού Δημοσίου αφετέρου συμφωνήθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../21-2-1951 πράξεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ.

Κατσαφαρόπουλου, η οποία κυρώθηκε με το από 20/24 Απριλίου 1951 Βασιλικό Διάταγμα, μεταξύ άλλων και ότι ο Ο.Δ.Ε.Π. και το Εκκλησιαστικό Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης παραιτούνται ελευθέρως από κάθε εμπράγματο δικαίωμα πλην της ψιλής κυριότητας, δηλαδή με το βάρος της κοινής χρήσεως κυριότητας, επί των αντιστοίχως σε καθένα απ' αυτούς ανηκόντων χώρων στο "Μεγάλο Καβούρι" και "Μικρό Καβούρι" και που προορίζονται από το νέο υπό έγκριση σχέδιο για κοινή χρήση.

Ότι στην παραίτηση αυτή από κάθε εμπράγματο δικαίωμα δεν περιλαμβάνονται οι οικοδομικές νησίδες. Ότι μεταξύ των ακινήτων αυτών περιλαμβάνεται και εδαφική έκταση συνολικής επιφάνειας 6.406,55 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μεγάλο Καβούρι" της περιφέρειας του Δήμου Βουλιαγμένης Αττικής και επί της οδού ... αρ. 1, όπως περιγράφεται αναλυτικά κατά τα όρια της στο δικόγραφο της αγωγής, ότι εντός της εκτάσεως αυτής περιλαμβάνεται έκταση που χαρακτηρίζεται από το ρυμοτομικό σχέδιο Βουλιαγμένης ως οικοδομική νησίδα με αριθμό ..., εμβαδού 2.811,96 τ.μ., με την εντός αυτής υπάρχουσα διώροφη κατοικία και πισίνα, τα όρια της οποίας επίσης περιγράφονται αναλυτικά στην αγωγή και ότι η περιβάλλουσα την οικοδομική αυτή νησίδα περιμανδρωμένη έκταση εμβαδού 3.594,59 τ.μ., όπως τα όρια της περιγράφονται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής, βρίσκεται εκτός σχεδίου, είναι αγροτικής μορφής και αποτελεί, λόγω της επ' αυτής αδιάλειπτης ασκήσεως νομής και κατοχής από την ίδια και τους δικαιοπαρόχους της, ιστό και αυλή του εντός σχεδίου ακινήτου της, δηλαδή της οικοδομικής νησίδας.

Ότι η συνολική αυτή έκταση, περιφραγμένη από ογδοηκονταετίας και πλέον με μανδρότοιχο, μαζί με άλλες εκτάσεις της ευρύτερης περιοχής Βουλιαγμένης, ανήκε προ αμνημονεύτων χρόνων στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη και περιλαμβάνεται στη χαρακτηρισθείσα με το από 21-1-1933 Προεδρικό Διάταγμα ως εκποιητέα περιουσία της μονής.

Ότι η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη εκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Η ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΙΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ" ολόκληρη την περιοχή Βουλιαγμένης, στην οποία περιλαμβάνεται και η ανωτέρω συνολική έκταση των 6.406,55 τ.μ., δηλαδή η οικοπεδική νησίδα με τον αριθμό ... και η περιβάλλουσα αυτήν έκταση και ότι ακολούθως η ως άνω μισθώτρια εταιρεία, με το υπ' αριθμ. .../9-4-1928 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδου, υπεκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΓΛΟΑΜΕΡΙΚΑΝ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΥ" τις εκμισθωμένες σ' αυτήν εκτάσεις.

Ότι η τελευταία αυτή υπομισθώτρια εταιρεία, με το υπ' αριθμ. .../24-10-1934 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κλεομένους Παπαδόπουλου, υπεκμίσθωσε στη Μ. θυγ. Γ. Σ. την προαναφερόμενη οικοπεδική νησίδα με αριθμό ... και την ως άνω έκταση που την περιβάλλει για το μέχρι την 1-1-1974 χρονικό διάστημα και ότι η υπομισθώτρια αυτή, με το υπ' αριθμ. .../16-3-1938 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοχάρη Κολοβέα, υπεκμίσθωσε την έκταση αυτή προς τη Ζ.

ή Ζ. συζ. Ο. Τ.. Ότι η τελευταία, με το υπ' αριθμ. .../28-8-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Λούρου, απέκτησε λόγω αγοράς από τον Ο.Δ.Ε.Π. την κυριότητα της οικοδομικής νησίδας ... και ότι στη συνέχεια αυτή, με το υπ' αριθμ. .../31-8-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Κροντήρη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητα της οικοδομικής νησίδας στην ενάγουσα εταιρεία.

Και ότι η πέριξ της οικοδομικής νησίδας εκτός σχεδίου έκταση των 3.594,59 τ.μ. της παραχωρήθηκε ατύπως από την ως άνω πωλήτρια με τα κεκτημένα δικαιώματα της νομής και κατοχής αυτής και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της επ' αυτής από του έτους 1938, ασκώντας καλόπιστα, συνεχώς και αδιαλείπτως τις αναφερόμενες στην αγωγή υλικές διακατοχικές πράξεις εφ'όλης της ανωτέρω εκτάσεως, οι οποίες ασκούνται και από την ίδια μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και αφού επιπλέον ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος αμφισβητεί την αποκτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία κυριότητα της επί της πέριξ της οικοπεδικής νησίδας εκτάσεως των 3.594,59 τ.μ. που της παραχωρήθηκε ατύπως, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία ζήτησε -με την ένδικη αγωγή- να αναγνωρισθεί ότι είναι αποκλειστική κυρία της πέριξ της οικοδομικής νησίδας ...

εδαφικής εκτάσεως εμβαδού 3.594,59 τ.μ., να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Ο.Τ.Α. δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της εκτάσεως αυτής, άλλως ότι το οποιοδήποτε δικαίωμα του αποσβέστηκε και υπέπεσε σε παραγραφή λόγω της επ' αυτής ασκήσεως, τόσον από την ίδια όσον και από τους δικαιοπαρόχους της, πράξεων νομής επί χρόνο που υπερβαίνει την τριακονταετία μέχρι την 1.12.1968.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, εφόσον δέχτηκε, ότι " ενόψει των ως άνω διατάξεων, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή τα πραγματικά περιστατικά που ιστορεί στην κατά τα ανωτέρω ένδικη αγωγή της η ενάγουσα εταιρεία, αυτή ποτέ δεν απέκτησε κατά το νόμο την κυριότητα ή τη νομή της επίδικης εκτάσεως των 3.594,59 τ.μ.

που κατά τους ισχυρισμούς της ανήκε κατά κυριότητα στην Ι. Μονή Ασωμάτων Πετράκη από αμνημονεύτων ετών και την οποία μη νόμιμα ισχυρίζεται ότι νέμεται αυτή και οι δικαιοπάροχοί της από του έτους 1938, με συνέπεια, ανεξάρτητα από το αν κατέστη ή όχι η επίδικη εδαφική έκταση κοινόχρηστος χώρος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν.Δ. 690/1948 και 2 παρ.1 εδ.

α, 3 παρ.2, 7 παρ.1 και 2 του Ν.Δ. της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων ή αν αυτή εξακολουθεί να παραμένει στη νομή και κυριότητα της Ι. Μονής Ασωμάτων Πετράκη, η ενάγουσα να μη νομιμοποιείται ούτε ως κυρία, αλλ' ούτε και ως νομέας στην άσκηση της ένδικης αγωγής κατά του εναγόμενου Δήμου", και ακολούθως απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", για την απαγόρευση της χρησικτησίας στα δημοτικά ή κοινοτικά κτήματα από 2.12.1968, αφότου άρχισε να ισχύει το νομοθετικό αυτό διάταγμα, ούτε εκείνες των άρθρων 974, 1041, 1045, 1051 ΑΚ.

Για τη νομή και χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), οι οποίες, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν έχουν εδώ εφαρμογή, ούτε, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό της από την ΑΚ 281, δηλαδή ότι στην προκείμενη περίπτωση η ανατροπή της κατάστασης, η οποία επιδιώκεται από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, όπως έχει διαμορφωθεί προ του έτους 1938, θα προκαλέσει αφόρητες ή και δυσβάστακτες συνέπειες γι' αυτήν.

Συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρώτος πρόσθετος και δεύτερος πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Για την ίδρυση των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 10, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι, α) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, β) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και γ) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Έτσι, οι λόγοι αυτοί δεν ιδρύονται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 1379/1984). Επομένως, οι λόγοι της αναίρεσης, τρίτος από τον αριθμό 10, δεύτερος και τέταρτος , όπως ο τελευταίος ορθά εκτιμάται, από τον αριθμό 11 περ.γ', και πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος και δεύτερος πρόσθετος, κατά το τρίτο μέρος του, όπως το μέρος αυτό ορθά εκτιμάται, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένδικη αγωγή, α) δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν απέκτησε τη νομή της επίδικης έκτασης, β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε νόμιμα με επίκληση , και γ) στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε ασαφή αιτιολογία ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, 1) της νομής της επίδικης έκτασης" ...

από τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (1936) ...", 2) της νομιμοποίησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως κυρίας και νομέα της επίδικης έκτασης, και 3) του ουσιώδους ισχυρισμού της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Δικαστικά έξοδα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.4.2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Κτηματικών και Πρακτοριακών Επιχειρήσεων" για αναίρεση της 855/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 19.4.20012 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012. Και

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ