1534/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1534/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σ. και Β (i) τον Α. Β. και (ii)Π. Β. και εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, εδιώκετο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτών, (α) η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής των εναγόντων της κληρονομίας του Χ. Β. και (β) η αναγνώριση της εγκυρότητας των (αα) ... και (ββ) ... δηλώσεων των εναγόντων αποποιήσεως της εν λόγω κληρονομίας.
Full text
Απόφαση 1534 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1534/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Α. χήρας Α. Σ., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γκολφίνο Γκολφινόπουλο 2. Α. Β. του Ι. και Π. Β. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Θεοδωρακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από Α. 9-2-2006 και Β. 23-5-2006 αγωγές της Α. Α. χήρας Α. Σ., το γένος Α. Β. και Β. 2. Α. Β. του Ι. και Π. Β. του Ι., ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 618/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 696/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 29/11-2-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 696/31-8-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών .
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 29/11-2-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 696/31-8-2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με τις Α.558/9-2-2006 και Β. 2144/23-5-2006 αγωγές, με ενάγοντες Α. την Α. χήρα Α.
Σ. και Β (i) τον Α. Β. και (ii)Π. Β. και εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, εδιώκετο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτών, (α) η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής των εναγόντων της κληρονομίας του Χ. Β. και (β) η αναγνώριση της εγκυρότητας των (αα) ... και (ββ) ... δηλώσεων των εναγόντων αποποιήσεως της εν λόγω κληρονομίας.
Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων δικογράφων αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, η 618/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 595/6-11-2007 έφεση του εναγομένου, η 696/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.
Ειδικότερα διέλαβε τις αιτιολογίες της <<Στην Πάτρα, στις ..., απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο αδελφός της εφεσίβλητης ενάγουσας της πρώτης αγωγής και θείος των εφεσίβλητων εναγόντων της δεύτερης αγωγής, Χ. Β. του Α. και της Ι., καταλείποντας εγγύτερους κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενείς, τη σύζυγο του Μ.
Β. και τις κόρες του Ι. Β. και Β. Β., από τις οποίες κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου. Στη συνέχεια, στις 22-12-2000, οι πιο πάνω κληρονόμοι , αποποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά (βλ. τις υπ1 αριθ. 253, 254, 255/22-12-2000 δηλώσεις αποποίησης κληρονομιάς προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών), με αποτέλεσμα η κληρονομιά μετά τις ως άνω αποποιήσεις να περιέλθει σε ποσοστό 1/2 αδιαίρετα στην εφεσίβλητη Α.
χήρα Α. Σ. και σε ποσοστό 1/2 αδιαίρετα στους εφεσίβλητους Α. Β. και Π. Β., οι οποίοι κλήθηκαν στη δεύτερη τάξη. Η μεν Α. χήρα Α. Σ. κλήθηκε ως αδελφή του κληρονομουμένου, οι δε Α. Β. και Π. Β., κλήθηκαν ως τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του κληρονομουμένου Ι. Β. (βλ. και το υπ' αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Δημάρχου Πατρέων), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1814, 1847 και 1856 ΑΚ.
Οι εφεσίβλητοι κλήθηκαν ως κληρονόμοι κατά τα πιο πάνω ποσοστά, λόγω παρέλευσης της τετράμηνης προθεσμίας περί αποποιήσεως, που άρχισε να τρέχει από την ημέρα που έλαβε χώρα ο λόγος της επαγωγής, δηλαδή από την ημέρα που έλαβαν χώρα οι αποποιήσεις της συζύγου και των τέκνων του κληρονομουμένου (κληρονόμοι της πρώτης τάξης εξ αδιαθέτου διαδοχής) και παρήλθε ολόκληρο το τετράμηνο, χωρίς οι ανωτέρω κληρονόμοι της δεύτερης τάξης να προβούν στην, εντός αυτού, δήλωση αποποίησης.
Θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου, ότι οι εφεσίβλητοι αποδέχτηκαν σιωπηρά την παραπάνω κληρονομιά, πλην όμως αυτοί αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή η σύζυγος και οι κόρες του κληρονομουμένου, λόγω των χρεών της κληρονομιάς, είχαν προβεί στις προαναφερόμενες δηλώσεις αποποίησης, τότε θα προέβαιναν άμεσα και οι ίδιοι στην αποποίηση της κληρονομιάς.
Ωστόσο, τέτοια γνώση δεν θα μπορούσε να έχει η εφεσίβλητη, γιατί δεν είχε σχέσεις με τον αδελφό της για πολλά χρόνια και κυρίως από τότε που αυτός παντρεύτηκε, ούτε με τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση των πιο πάνω αποποιήσεων και να πιστεύει ότι κληρονόμοι του ήταν η σύζυγος και τα τέκνα του.
Επιπλέον, αυτή - εφεσίβλητη δεν έχει καμία μόρφωση και κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου αδελφού της ήταν ηλικίας 70 ετών, αγνοούσε την προβλεπόμενη από το νόμο τετράμηνη προθεσμία και την πλασματική αποδοχή κληρονομιάς, η οποία επήλθε με την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση και ότι κατέστη κατ' αυτό τον τρόπο κληρονόμος αυτού (αδελφού της).
Αν γνώριζε τα γεγονότα αυτά, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία, αφού η κληρονομιά μόνο χρέη είχε. Η άγνοια της αυτή συνεχίστηκε μέχρι την ..., που η εφεσίβλητη ειδοποιήθηκε από τη Β' Δ.Ο.Υ. Πατρών δια του αρμόδιου ελεγκτού, ότι ο αποβιώσας αδελφός της Χ. Β. κατά το χρόνο του θανάτου είχε μεγάλο χρέος προς την Εφορία, ότι η σύζυγος και τα τέκνα του κληρονομούμενου είχαν αποποιηθεί, λόγω των χρεών, την κληρονομιά του και ότι η εφεσίβλητη ως κληρονόμος στη δεύτερη τάξη, σε ποσοστό 1/2, ,καλείτο να πληρώσει προς την Β' ΔΟΥ.
Πατρών, το συνολικό ποσό των 1.239.501,48, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται αναλυτικά στις επιδοθείσες σ' αυτή, την 29-12-2005 εκθέσεις ελέγχου - αποφάσεις επιβολής προστίμων - πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. φύλλα ελέγχου φορολογίας εισοδήματος. Την ίδια ημέρα, στις 25-11 -2005, η εφεσίβλητη προέβη στην υπ' αριθ. ... δήλωση αποποίησης της παραπάνω κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Πατρών.
Αποδείχθηκε ότι η μη αποποίηση της κληρονομιάς εκ μέρους της εφεσίβλητης, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, οφείλονταν σε ουσιώδη πλάνη της και συγκεκριμένα, τόσο στην αγνοία των πραγματικών περιστατικών του λόγου της επαγωγής, δηλαδή σε άγνοια του γεγονότος ότι η σύζυγος και οι κόρες του αποβιώσαντος αδελφού της είχαν αποποιηθεί την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά, όσο και στην άγνοια των νομικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί την επαγωγή και κτήση της κληρονομιάς και των συνεπειών της παραμέλησης της προθεσμίας αποποίησης (πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς), εξαιτίας της έλλειψης σχέσεων με την οικογένεια του αδελφού της και της έλλειψης γραμματικών γνώσεων.
Το ότι η εφεσίβλητη πεπλανημένα πίστευε ότι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αδελφού της ήταν η σύζυγος και οι κόρες του, ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ αναμειχθεί στην κληρονομιά, ούτε άλλωστε είχε συμφέρον. Η άγνοια της αυτή εξομοιώνεται προς τη μη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και αποκλείει την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ..., ημερομηνία κατά την οποία έλαβε για πρώτη φορά γνώση του λόγου της επαγωγής, οπότε και' αρχίζει να τρέχει η προθεσμία αυτή αποποίησης Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι και οι λοιποί εφεσίβλητοι, Α.
Β., ο οποίος είναι πατέρας δύο παιδιών, και Π. Β., ο οποίος είναι παραπληγικός σε ποσοστό 100%, δεν γνώριζαν ότι η σύζυγος και οι κόρες του κληρονομούμενου θείου τους είχαν αποποιηθεί, λόγω των χρεών της, την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά, καθόσον αυτοί δεν είχαν σχέσεις με τον αποβιώσαντα θείο τους, ούτε πολύ περισσότερο με τη σύζυγο και τις κόρες του.
Πληροφορήθηκαν (εφεσίβλητοι) για πρώτη φορά το λόγο της επαγωγής στις ..., όταν τους κοινοποιήθηκε από τη Β' Δ.Ο.Υ. Πατρών η με αριθ. πρωτ. ... πρόσκληση υποβολής φορολογικών στοιχείων, που αφορούσαν τον κληρονομούμενο. Τότε επίσης πληροφορήθηκαν ότι ο αποβιώσας Χ. Β., κατά το χρόνο του θανάτου, είχε μεγάλο χρέος προς την εφορία, ότι η σύζυγος και τα τέκνα του είχαν αποποιηθεί, λόγω του χρέους, την κληρονομιά του και ότι αυτοί, ως κληρονόμοι του πλέον σε ποσοστό 1/2 ο καθένας αδιαίρετα, καλούνταν να πληρώσου προς τη Β' Δ.Ο.Υ.
Πατρών, το συνολικό ποσό των 619.750,7 €, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται αναλυτικά στις εκθέσεις ελέγχου, στις συνταχθείσες το έτος 2005 αποφάσεις επιβολής προστίμων, στις από 29-12-2005 πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. και στα με αριθ. 319, 321, 106, 68, 98, 83, 81, 93 54, 27, 12/2005 φύλλα ελέγχου φορολογίας εισοδήματος. Την επόμενη μέρα, στις ..., οι .εφεσίβλητοι προέβησαν στις υπ' αριθ. 481 και 482/...
δηλώσεις αποποίησης της παραπάνω κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Πατρών. Αποδείχθηκε, ότι η μη αποποίηση της κληρονομιάς εκ μέρους των εκκαλούντων μέσα στη νόμιμη προθεσμία, οφείλονταν σε ουσιώδη πλάνη τους και συγκεκριμένα τόσο στην άγνοια των πραγματικών περιστατικών του λόγου της επαγωγής, όσο και στην άγνοια των νομικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί την επαγωγή και κτήση της κληρονομιάς και των συνεπειών της παραμέλησης της προθεσμίας αποποίησης (πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς).
Αγνοούσαν το γεγονός ότι η σύζυγος και οι κόρες του αποβιώσαντος κληρονομούμενου θείου τους είχαν αποποιηθεί την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά, εξαιτίας της έλλειψης σχέσεων με την οικογένεια του θείου τους. Άλλωστε, οι εφεσίβλητοι ουδέποτε αναμείχθηκαν στην πιο πάνω κληρονομιά ούτε και είχαν συμφέρον.
Η άγνοια τους αυτή εξομοιώνεται προς τη μη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και αποκλείει την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ..., ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν για πρώτη φορά γνώση του λόγου της επαγωγής, οπότε και αρχίζει να τρέχει η προθεσμία αυτή - αποποίησης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 7980/24-5-2006 και 11801/24-5-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ.
Μ. και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Χ. Γ. αντίστοιχα, οι εφεσίβλητοι επέδωσαν στο εκκαλούν επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής τους προς ακύρωση, στις 24-5-2006, ήτοι εντός της εξάμηνης προθεσμίας, η οποία σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, αρχίζει από την ημέρα που οι εφεσίβλητοι πληροφορήθηκαν την επαγωγή, ήτοι από ....
Τα ίδια ισχύουν και για την εφεσίβλητη, η οποία κοινοποίησε επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής της στο εκκαλούν στις 2-3-2006 (βλ. τις με αριθ. 3678Β/2-3-2006 και 7477/13-2-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Α. Μ. και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Ι. Φ.
αντίστοιχα), ενώ η ημέρα που πληροφορήθηκε την επαγωγή ήταν η 25η -11-2005.
Συνεπώς, από την τελευταία αυτή ημερομηνία μέχρι την άσκηση των ένδικων αγωγών δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του εξαμήνου.και ως εκ τούτου η σχετική ένσταση τους εκκαλούντος, που επαναλαμβάνεται με λόγο εφέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι έχουν προφανές έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η εγκυρότητα των δηλώσεων αποποίησης της κληρονομιάς, στις οποίες προέβησαν στις ..., αφού η τετράμηνη προθεσμία αποποίησης άρχιζε γι' αυτούς από τις ... (για την εφεσίβλητη) και από τις ... (για τους εφεσίβλητους), λόγω του ότι τότε πληροφορήθηκαν το λόγο της επαγωγής και έπρεπε εντός αυτής να προβούν στις δηλώσεις αποποίησης, δεδομένου ότι, χωρίς την αναγνώριση της εγκυρότητας των δηλώσεων αυτών, εξακολουθούν να φέρονται ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Χ.
Β. και συνακόλουθα ως οφειλέτες των χρεών της κληρονομιάς του έναντι του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου" Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθροθ 559 αρ./ 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν τό δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή με υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1847 παρ.. 1 εδ. 1, 1850 εδ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, η οποία αρχίζει από τη γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Αν παρέλθει η εν λόγω προθεσμία η κληρονομία θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή.
Γνώση της υπαγωγής, ως γεγονός της ενάρξεως της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομούμενου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης ή κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομία. Με την έννοια αυτή, όταν πρόκειται για διαδοχή εξ αδιαθέτου, οπότε ο δικαιολογητικώς αυτής λόγος της, συγγενικής σχέσεως μεταξύ κληρονομούμενου και κληρονόμου είναι από την αρχή δεδομένος και γνωστός στον τελευταίο, η τετράμηνη προθεσμία προς αποποίηση αρχίζει από τη γνώση του κληρονόμου του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου συγγενούς του, εκτός συνδρομής μεταγενεστέρων της επαγωγής γεγονότων, με ενδεικτική αναφορά εκείνου της αποποιήσεως της κληρονομίας.
Στην περίπτωση αυτή της νομότυπης και εμπρόθεσμης αποποιήσεως της επαχθείσης στον κληρονόμο κληρονομίας η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή της κληρονομίας αναιρείται, ως μη γενόμενη, και κατά συνέπεια επάγεται εις εκείνον ο οποίος θα εκαλείτο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αν ο αποποιηθείς δεν ζούσε κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας του θανάτου του κληρονομούμενου, στον οποίο ανατρέχει η επαγωγή (ΑΚ 1856).
Παρά ταύτα η προθεσμία της αποποιήσεως της κληρονομίας δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομούμενου, αλλά από τη γνώση της αποποιήσεως, μεταγενέστερο αυτού γεγονός με το οποίο συνδέεται η επαγωγή της κληρονομίας.Στης σημειούμενες στην αρχή παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται Ι.
ότι οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση της αποποιήσεως της κληρονομίας του αποβιώσαντος στις ... Χ. Β. από τους εγγύτερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμους Μ. Β., σύζυγό του, και Ι. και Β. Β., θυγατέρες του, και εντεύθεν της κλήσεώς τους ως κληρονόμων αυτού κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή στις Α....
και Β...., αντίστοιχα, όταν ειδοποιήθηκαν από τη Β' ΔΟΥ Πατρών, με έναρξη από της επομένης (...) της οριζόμενης προς αποποίηση τετράμηνης προθεσμίας και
ΙΙ. Ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε δήλωση αποποιήσεως της λόγω κληρονομίας στον γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών, κατά τις συνταχθείσες προς τούτο Α.... και Β. ... αντίστοιχες εκθέσεις αυτού, η εντεύθεν εγκυρότερα των οποίων αναιρεί την πλασματική κατά το νόμο αποδοχή της κληρονομίας, για την οποία δεν συνέτρεχε η απαιτούμενη προϋπόθεση της παρελεύσεως της τετράμηνης προθεσμίας, που, όπως προαναφέρθηκε, άρχεται από το μεταγενέστερο γεγονός της γνώσεως της αποποιήσεως της κληρονομίας.
Η προέχουσα αξιολογικώς αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν πλήττεται με την ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής, με άμεση δικονομική συνέπεια αλυσιτελώς να εναντιώνεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τα της παράλληλης αιτιολογίας της περί πλάνης των αναιρεσίβλητων με την διατυπούμενη μοναδική από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ.
α', 1850 εδ. β', 140, 141 ΑΚ. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αιτίαση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις τα οποία ορίζει, με βάση την αυτοτελή εκάστου τούτων παράσταση και κατ' επιταγή του άρθρου 22παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 εκδοθείσα υ.α. 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ 11/τ.β'/20-1-1993), στο ποσό των 300,00 ευρώ για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ομοίως στο ποσό των 300,00 ευρώ για τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 29/11-2-2010 αίτηση για αναίρεση της 696/31-8-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ομοίως στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ για τους λοιπούς , δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ