Supreme Court dismisses appeal against municipal land expropriation, upholding lower court's finding of illegal self-help eviction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the illegal eviction of its land. The company argued the lower court erred in finding the municipality had lawful authority to act, but the court rejected this based on the municipality's admission of consent. Consequently, the court ruled that the company's self-help eviction was unlawful and the appeal was without merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 985 of the Civil Code; The right of self-help for the recovery of land is valid only when the possessor acts without legal basis, and any subsequent self-help eviction by a third party without judicial process is unlawful.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1534 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1534/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΕΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Χ και διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7 και 8. Ψ8, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σούφλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6918/1989 του ίδιου Δικαστηρίου και 5574/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεση του, με ην οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 985 παρ.1,2,3 ΑΚ: "0 νομέας έχει δικαίωμα να αποκρούσει με τη βία κάθε διατάραξη ή απειλούμενη αποβολή από τη νομή. Ο νομέας κινητού, από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα, έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία από το δράστη που συλλαμβάνεται ή καταδιώκεται επ', αυτοφώρω. Ο νομέας ακινήτου, από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία αμέσως μετά την αποβολή".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται: α) "Ότι το πρόσωπο, του οποίου η νομή επί πράγματος προσβάλλεται με αποβολή από αυτήν, έχει δικαίωμα (αποκαλούμενο δικαίωμα αποκατάστασης ή αυτοδικίας βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο 1991 παρ.22), περιεχόμενο του οποίου είναι η δυνατότητα του νομέα να ανακτήσει αυτοδυνάμως την απολεσθείσα νομή (τηρώντας πάντως το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο βίας), β) ότι παρόλο που, κατ' αρχήν, κάθε μορφής βία στις μεταξύ των προσώπων σχέσεις είναι πράξη αντικειμενικώς άδικη, στην περίπτωση της αυτοδύναμης ανάληψης της νομής, η χρησιμοποιούμενη βία δεν είναι τελικώς παράνομη, διότι αίρεται ο άδικος αυτής χαρακτήρας, δεν κολάζεται δε ποινικά, ούτε γεννά υποχρέωση αποζημίωσης, γ) Ότι, αφού δεν γίνεται στον Νόμο, ήτοι στις ανωτέρω διατάξεις, σχετική διάκριση, ούτε με άλλη διάταξη προβλέπεται οποιοδήποτε περιορισμός, το δικαίωμα της αυτοδύναμης προστασίας της νομής έχει κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, όπως είναι και το Δημόσιο και οι Δήμοι και οι Κοινότητες.
Στην περίπτωση μάλιστα του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η δυνατότητα αυτοδύναμης προστασίας επιβάλλεται να αναγνωρίζεται κατά μείζονα λόγο, αφού από την προσβολή της νομής αυτών επί πραγμάτων, όπως είναι οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, δεν βλάπτονται μόνο τα ίδια, αλλά και αόριστος αριθμός άλλων προσώπων, και δη εκείνων που τα χρησιμοποιούν.
Εξάλλου, η νομή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης προστατεύεται όπως και η νομή οποιουδήποτε ιδιώτη, δηλαδή με τις αγωγές περί νομής και άλλα ένδικα βοηθήματα, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 985 ΑΚ. Η κατ' εξαίρεση δε προστασία της νομής των ΟΤΑ επί των κοινοχρήστων (και) με ειδικούς νόμους δεν αποκλείει την προστασία της νομής με τις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 985 ΑΚ (Γεωργ.
Σταθ. ΑΚ άρθρ. 969 αριθ. 55, 987 - 988 αριθ. 62).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση έχει ως εξής: Στην από 27-5-1988 αγωγή της, η εδώ αναιρεσείουσα εταιρία ιστορούσε, ότι οι εδώ αναιρεσίβλητοι, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του δημάρχου (ο πρώτος) του αντιδημάρχου (ο δεύτερος), του δημοτικού συμβούλου (ο τρίτος) και των υπαλλήλων του Δήμου ... (οι λοιποί) "ενεργούντες από κοινού, χωρίς κανένα δικαίωμα και παρά τον νόμο, με σκοπό να παρεμποδίσουν και ματαιώσουν τη λειτουργία.
σταθμού αυτοκινήτων και... πρατηρίου πωλήσεως υγρών καυσίμων (που είχε κατασκευάσει η ενάγουσα εταιρία)... κατέστρεψαν -αποξήλωσαν με σκαπτικό μηχάνημα και αξίνες την από άοπλο σκυρόδεμα διαμορφωμένη δαπάναις αυτής κατασκευή του προ του σταθμού της χώρου, εισόδου-εξόδου και προσεγγίσεως των αυτοκινήτων κατά τμήμα επιφανείας αυτού από 65 περίπου μ2".
Ζητούσε δε να της επιδικασθεί (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 5.287.000 δραχμών ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε σ'αυτήν το εις βάρος της αδίκημα. Η αγωγή απερρίφθη ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 6918/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όμως εξαφανίσθηκε με την 1427/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με την απόφαση του εκείνη, το Εφετείο έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ερεύνησε δε και προσβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση, .για την οποία διέλαβε κατά λέξιν, τα εξής: "Επειδή οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα, για την δημιουργία της προσπελάσεως στο πρατήριο καυσίμων και στον σταθμό αυτοκινήτων, είχε καταλάβει και επιστρώσει με μπετόν το πεζοδρόμιο και τμήμα των οδών ..., δηλαδή κοινόχρηστους χώρους που ανήκαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του δήμου ..., χωρίς να έχει λάβει από τον δήμο την σχετική άδεια και χωρίς να έχει καταβάλει το κατά το άρθρο 3 του ν.1080/1980 οριζόμενο τέλος χρήσεως των ανωτέρω κοινοχρήστων δημοτικών χώρων, εκ της παραλείψεως δε αυτής της εναγούσης ήταν παράνομη η κατάληψη του κοινοχρήστου δημοτικού χώρου και είχαν το δικαίωμα, ως όργανα και υπάλληλοι του δήμου, να απαιτήσουν τη νομή του δημοτικού χώρου και αποκαταστήσουν τη χρήση του από τους δημότες με την αποξήλωση του μπετόν και την καταστροφή της προσπελάσεως προς το πρατήριο υγρών καυσίμων και στον σταθμό αυτοκινήτων.
Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι νόμιμος κατά τα άρθρα 282, 284 και 985 παρ.1 και 3 του ΑΚ δεδομένου ότι αν είναι αληθής αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της καταστροφής της προσπελάσεως και της παρεμποδίσεως της ανακατασκευής της από την ενάγουσα (Μπαλής, Εμπράγματον Δίκαιον παρ. 15 και Γενικαί Αρχαί παρ. 167, Γεωργιάδης εις Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ 914 αριθ. 58).
Επομένως, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτόν". Υποχρέωσε δε περαιτέρω το Εφετείο τους εναγομένους να αποδείξουν: "Ότι η ενάγουσα, για τη δημιουργία προσπελάσεως στο πρατήριο καυσίμων και στον σταθμό αυτοκινήτων, εν αγνοία των οργάνων του δήμου ..., είχε καταλάβει και επιστρώσει με μπετόν αρμέ το πεζοδρόμιο και τμήμα των οδών, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του δήμου και είχαν παραδοθεί από τον δήμο στην κοινή χρήση των δημοτών, χωρίς να έχει λάβει άδεια και χωρίς να έχει καταβάλει στον δήμο το κατά το άρθρο 3 του ν. 1080/1980 οριζόμενο τέλος χρήσεως των ανωτέρω κοινοχρήστων χώρων, η ανάγκη χρήσης των οποίων από τους δημότες ήταν επείγουσα και η κοινή χρήση τους δεν μπορούσε να αποκατασταθεί έγκαιρα με τις νόμιμες διαδικασίες και τη συνδρομή αρμοδίων αρχών".
Μετά τη διεξαγωγή των εμμαρτύρων αποδείξεων το ίδιο Εφετείο, με την 6274/2000 απόφαση του ανέβαλε και πάλι τη έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης από τοπογράφο - μηχανικό διαλαμβάνοντας σχετικώς τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα αρνήθηκε τα πραγματικά περιστατικά της ενστάσεως.
Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι ο χώρος, τον οποίο διαμόρφωσε για τη δημιουργία προσπελάσεως προς το πρατήριο καυσίμων και το χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ανήκει κατά κυριότητα στην ίδια και δεν είχε αποδοθεί στην κοινή χρήση, διότι είχε μεν ρυμοτομηθεί με την υπ' αριθμ. 27/1975 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Νομαρχίας Αττικής, αλλά δεν καταβλήθηκε η ορισθείσα με την πράξη αυτή αποζημίωση από τον υπόχρεο δήμο ..., με αποτέλεσμα να παραμένει στην κυριότητα του διαχειριστή της ενάγουσας Αναστασίου Σωφρονιάδη, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Διονυσίου Μουρελάτου, με το οποίο αγόρασε αυτός τη μη ρυμοτομηθείσα έκταση του οικοπέδου των αδελφών .... Εξάλλου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι η εν λόγω εδαφική έκταση είχε ήδη ρυμοτομηθεί με την υπ' αριθμ. 93/1963 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Νομαρχίας ...
και είχε καταβληθεί η αποζημίωση που ορίστηκε με την πράξη αυτή με αποτέλεσμα να καταστεί κοινόχρηστος χώρος από το έτος 1968. Προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων η μεν ενάγουσα το από τον Ιούλιο του έτους 1994 σχεδιάγραμμα οι δε εναγόμενοι το από τον Μάρτιο 2000 διάγραμμα.
Από τα προαναφερόμενα όμως έγγραφα δεν προκύπτει με σαφήνεια αν ο χώρος που καταλαμβάνει η προσπέλαση της ενάγουσας ρυμοτομήθηκε με τη μία ή την άλλη από τις πράξεις αναλογισμού που προαναφέρθηκαν, ώστε να καταστεί κοινόχρηστος χώρος με την καταβολή και της νόμιμης αποζημίωσης, το γεγονός δε αυτό δεν μπορεί να διαπιστωθεί και από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται".
Όρισε δε το Εφετείο, ότι ο πραγματογνώμων έπρεπε "να αποφανθεί με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεση του 1) Αν η έκταση αυτή περιλαμβάνεται εν όλω ή εν μέρει στις προαναφερόμενες πράξεις προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, ή στη μία από τις πράξεις αυτές και 2) Σε περίπτωση που έχει ρυμοτομηθεί η προαναφερόμενη έκταση, εις βάρος ποιας ιδιοκτησίας έγινε η απαλλοτρίωση, ποιος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως και ποιος ο υπόχρεος".
Μετά ταύτα, εκδόθηκε η 5021/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου, με την οποία η αγωγή απερρίφθη, και η οποία όμως ανηρέθη με την 1188/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έχει ως εξής: "Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση του, προκύπτει ότι το Εφετείο, που έκρινε επί της από 27/5/1988 αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία, δέχεται ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα και ενάγουσα κατέλαβε και επέστρωσε με άοπλο σκυρόδεμα το πεζοδρόμιο και τμήμα οδού 65 τ.μ.
για δημιουργία προσπέλασης στο σταθμό αυτοκινήτων και πρατήριο καυσίμων που έχει στην περιοχή ..., καθώς και ότι την 1/6/1983 όλοι οι αναιρεσίβλητοι, ενεργούντες από κοινού και ασχέτως προς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας και αρμοδιότητας των ως οργάνων και υπαλλήλων του Δήμου ... και προκειμένου να απαιτήσουν τη νομή κοινόχρηστου δημοτικού χώρου και να αποκαταστήσουν τη χρήση του από τους δημότες, προέβησαν με σκαπτικό μηχάνημα και αξίνες στην αποξήλωση της προσπέλασης για να ανατρέψουν την παράνομη κατάληψη του κοινόχρηστου χώρου.
Ότι, την 14/7/1983, όλοι οι αναιρεσίβλητοι αποξήλωσαν και πάλι την προσπέλαση που επανακατασκεύασε η αναιρεσείουσα, ασκούντες το ίδιο νόμιμο δικαίωμα έναντι της επίμονης και αυθαίρετης κατάληψης του ως άνω χώρου, η κοινή χρήση του οποίου από τους δημότες ήταν επείγουσα και δεν μπορούσε να αποκατασταθεί έγκαιρα με νόμιμη διαδικασία και συνδρομή των αρμοδίων αρχών.
Δέχεται τέλος το Εφετείο ότι ολόκληρη η -έκταση έμπροσθεν της οικοδομής της αναιρεσείουσας είναι δημοτική και οι αναιρεσίβλητοι ενήργησαν ως όργανα και υπάλληλοι του Δήμου ... για να προστατεύσουν τη νομή του δήμου επί της επίδικης εκτάσεως. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή αποζημιώσεως, με την οποία η αναιρεσείουσα ζήτησε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., την αποκατάσταση, πλην των αποθετικών ζημιών, και των θετικών ζημιών της με επιδίκαση α) 863.250 δραχμών ως αξία της κατασκευής από μπετόν που καταστράφηκε β) 203.000 δραχμών ζημία λόγω καταστροφών σε υαλοπίνακες και διαφημιστικές πινακίδες του καταστήματος της και σε χώρο που δεν έχει σχέση με τον αμφισβητούμενο χώρο προσπελάσεως και γ) 168.750 δραχμών για συγκέντρωση και αποκομιδή των κατεστραμμένων υλικών και μπάζων που προέκυψαν και καθαρισμό του χώρου.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο α) άφησε αδίκαστα τα ανωτέρω υπό στοιχεία β' εν όλω και γ' εν μέρει και κατά την αναλογούσα δαπάνη για τη συγκέντρωση και απομάκρυνση των υπό β' κατεστραμμένων υλικών διακεκριμένα κεφάλαια ζημιών και αντίστοιχα αιτήματα της αγωγής και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ.
β) διέλαβε στην απόφαση του αντιφατική αιτιολογία και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αφού δέχεται το μεν ότι οι αναιρεσίβλητοι ενήργησαν από κοινού και ασχέτως προς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας και αρμοδιότητας των ως οργάνων ή υπαλλήλων του Δήμου ... , το δε ότι αυτοί άσκησαν θεμιτή αυτοδικία ως όργανα και υπάλληλοι του Δήμου ...
για να προστατεύσουν τη νομή του δήμου επί της επίδικης εκτάσεως, ώστε δεν καθίσταται βέβαιον ποία διάταξη ουσιαστικού δικαίου το Εφετείο εφήρμοσε. Οι τρίτος και ένατος λόγοι της αναιρέσεως, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι". Τέλος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 5574/2006) απόφαση του Εφετείου, η οποία κατά το ουσιαστικό μέρος της έχει ως εξής: "Η ενάγουσα, η οποία διατηρεί επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού αυτοκινήτων σε ακίνητο της ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στο Δήμο ..., προκειμένου να δημιουργήσει χώρο ευχερούς προσπέλασης προς την εν λόγω επιχείρηση της κατέλαβε και άρχισε να επιστρώνει με άοπλο σκυρόδεμα το πεζοδρόμιο και τμήμα των παραπάνω δημοτικών οδών επιφανείας 65 τ.μ..
Κατά την 1.6.83, και ενώ δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες επίστρωσης, οι εναγόμενοι, από τους οποίους κατά το χρόνον αυτόν, ο πρώτος ήταν δήμαρχος ο δεύτερος αντιδήμαρχος, ο τρίτος δημοτικός σύμβουλος και οι άλλοι υπάλληλοι του Δήμου ..., ενεργούντες εντός του αντικειμενικά αναγκαίου από την ως άνω προσβολή χρονικού διαστήματος, από κοινού και με τις παραπάνω ιδιότητες τους ως όργανα και υπάλληλοι του εν λόγω δήμου, προκειμένου αφενός να απαιτήσουν τη νομή του καταλειφθέντος ως άνω τμήματος, το οποίο, με τη μη αναιρεθείσα ως προς τη σχετικά με το χαρακτήρα αυτού κρίση της ως άνω 5021/2002 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, κρίθηκε αμετάκλητα ότι αποτελεί κοινόχρηστο χώρο (πράγμα), που ανήκει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Δήμου ... (άρθρα 967, 968 ΑΚ), και αφετέρου να αποδώσουν τη χρήση του στους δημότες, ενόψει μάλιστα του ότι η ενάγουσα δεν είχε λάβει σχετική άδεια από τον ως άνω Δήμο, ούτε είχε καταβάλει το κατ' άρθρο 3 ν. 1080/1980 οριζόμενο τέλος του κοινοχρήστου αυτού τμήματος, προέβησαν αυτοδυνάμως με τη χρήση αξινών και εκσκαπτικού μηχανήματος, στην αποξήλωση του αόπλου σκυροδέματος με το οποίο είχε επιστρωθεί ο καταληφθείς ως άνω κοινόχρηστος χώρος, τον οποίο όμως η ως άνω ενάγουσα επέστρωσε και πάλι με άοπλο σκυρόδεμα στις 6.6.1983.
Προς προστασία της εκ νέου προσβληθείσας από την ενέργεια αυτήν της ενάγουσας, νομής του Δήμου ... επί του κατά τα άνω κοινοχρήστου τμήματος, οι εναγόμενοι, ενεργούντες από κοινού και υπό τις προδιαληφθείσες ως άνω ιδιότητες τους προέβησαν, παραχρήμα, και πάλι αυτοδυνάμως, στην αποξήλωση του επιστρωθέντος σκυροδέματος.
Υπό τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι προδιαληφθεισες ενέργειες των εναγομένων, αποτελούσες ενάσκηση του από τις διατάξεις του άρθρου 985 παρ.1 και 3 ΑΚ παρεχομένου στο νομέα δικαιώματος της αυτοδύναμης προστασίας, υπό τη μορφή της αποκατάστασης της αφαιρεθείσας νομής του Δήμου ...επί του ανήκοντος στην κυριότητα νομή και κατοχή του ως άνω τμήματος, και μη υπερβαίνουσα το προς αποτροπή του κινδύνου της προσβολής απαιτούμενο μέτρο, δεν αποτελούν παράνομη πράξη και δεν γεννούν την κατ' αρθρ. 914 υποχρέωση προς αποζημίωση όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η ενάγουσα, γι' αυτό και πρέπει, κατά αποδοχή της ως και ουσιαστικά βάσιμης αποδεικνυομένης σχετικής [από το αρθρ. 985 1, 3 ΑΚ] ένστασης των εναγομένων, για την οποία έχει ταχθεί η δέουσα απόδειξη, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η αγωγή στο σύνολο της δηλαδή και ως προς τα μη αναφερόμενα με αυτοδύναμη αποξήλωση του επιστρώματος σκυροδέματος και αποτελούντα ως εκ τούτου, κατά τη δεσμευτική ως προς το θέμα αυτό κρίση της αναιρετικής ως άνω 1188/2004 απόφασης, "διακεκριμένα κεφάλαια ζημιών από 203.000 και 168.750 δρχ.
αίτημα της", αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η, συνεπεία των ως άνω ενεργειών των εφεσίβλητων, επικαλούμενη ως προκληθείσα καταστροφή των υαλοπινάκων και των διαφημιστικών πινακίδων της επιχείρησης της ενάγουσας και συνακολούθως η για τη μεταφορά των φερομένων ως καταστραφέντων ως άνω αντικειμένων αναλογούσα δαπάνη της αποκομιδής αυτών.
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η αναίρεση, με την 11882004 απόφαση του Αρείου Πάγου, της ως άνω .5021/02 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού καταλαμβάνει και την κρίση της τελευταίας αναφορικά με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα, της καταλειφθείσας εκτάσεως, εκδοχή την οποία αποκρούει το Δικαστήριο, και πάλι η αγωγή κρίνεται απορριπτέα για τον ίδιο ως άνω λόγο, αφού ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του καταλειφθέντος από την ενάγουσα τμήματος αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα νομίμως μετ' επικλήσεως αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία ο διορισθείς πραγ/νας ρητώς αποφαίνεται ότι "ολόκληρη η έκταση των 65 τ.μ.
της προσπελάσεως εισόδου είναι δημοτική περιλαμβάνουσα α) τμήμα πεζοδρομίου επιφανείας 29,12 τμ, β) ρυμοτομούμενο, με την 93/63 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού, τμήμα επιφανείας 17,15 τμ και γ) ρυμοτομούμενο, με την 27/75 ανάλογη πράξη, τμήμα επιφανείας 18,76 τμ, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στην ως άνω 93/63 πράξη με εικαζομένους ιδιοκτήτες ...
και ..." για τα οποία (ρυμοτομούμενα) τμήματα έχουν παρακαταθέτει υπέρ των δικαιούχων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό του Δήμου ... οι ορισθείσες σχετικώς αποζημιώσεις (βλ. σχ. ΦΕΚ 146Δ/13.7.70) με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατά τον τρόπο αυτόν απόκτηση των ως άνω τμημάτων της ιδιότητας του κοινοχρήστου.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, υπό τα αποδειχθέντα δεν μπορεί να. γίνει λόγος για άσκηση εκ μέρους των εφεσίβλητων, ενεργούντων πάντα υπό την κατά τα άνω ιδιότητα τους πλην του δικαιώματος τους προς αυτοδύναμη προστασία της νομής και θεμιτής κατά της ενάγουσας αυτοδικίας, ενόψει του γενομένου δεκτού ότι δεν χωρεί αυτοδικία προς προστασία δικαιώματος Δημοσίου δικαίου".
Υπό τις παραδοχές αυτές το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις βασικές και νομικώς ουσιώδεις αυτού παραδοχές: α)ότι, πριν από την επέμβαση της ενάγουσας εταιρίας στην επίμαχη εδαφική έκταση, την επ' αυτής νομή, ήτοι την φυσική εξουσίασή της με διάνοια ιδιοκτήμονος, είχε ο δήμος ..., ο οποίος την ασκούσε έχοντας παραδώσει τον χώρο στην κοινή χρήση, β) ότι αμέσως μετά την κατάληψη του χώρου από την ενάγουσα, οι εναγόμενοι-ενεργώντας για λογαριασμό του νομέως ήτοι του δήμου ..., που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου-ανέκτησαν αυτοδυνάμως τη νομή και αποκατέστησαν την προηγούμενη κατάσταση. Κρίνοντας δε έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 985 ΑΚ, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, και με βάση τα προεκτεθέντα:
1) Ο τρίτος αναιρετικός λόγος, ο οποίος ερείδεται στο άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του, και στο άρθρο 559 αριθμ. 1. και 4 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο καθώς και ο πρώτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), προβάλλονται αλυσιτελώς. Και τούτο, διότι έχουν ως βάση τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης, ότι ο επίμαχος εδαφικός χώρο δεν ανήκε κατά κυριότητα στον δήμο ... και δεν ήταν κοινόχρηστος, αλλά ήταν ιδιωτικός χώρος, που ανήκε στους δικαιοπαρόχους του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Ο ισχυρισμός όμως αυτός (μετά την παραδοχή ότι την νομή του χώρου είχε ο δήμος ...) δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος να ερευνηθεί, και ως εκ περισσού ερευνήθηκε, από το Εφετείο, αφού, για την στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως του> αρκούσε η παραδοχή ότι ο δήμος ... είχε την νομή του χώρου, και ότι οι εναγόμενοι - μετά την προσβολή αυτής από την ενάγουσα εταιρία - ανέκτησαν αμέσως και αυτοδυνάμως αυτήν για λογαριασμό του νομέως. Κατά συνέπεια, ούτε δεδικασμένο δημιουργείται περί του ισχυρισμού αυτού, αφού δεν ήταν ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης.
2) Είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δέχθηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 985 ΑΚ και έκρινε ουσιαστικώς βάσιμη "την υποτιθέμενη άνω καταλυτική ένσταση, άλλως ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων", χωρίς να έχει ταχθεί σχετική απόδειξη. Τούτο δε διότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το Εφετείο, με την προδικαστική απόφαση του, έταξε αποδείξεις περί των αναφερομένων εκεί (και ανωτέρω στην παρούσα) πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό του άρθρου 985 παρ.1, 3 ΑΚ.
3) Στην προαναφερόμενη παραδοχή του Εφετείου, ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν δήμαρχος ..., ο δεύτερος αντιδήμαρχος ..., ο τρίτος δημοτικός σύμβουλος και ότι αυτοί ενήργησαν στην προκειμένη περίπτωση "ως όργανα του εν λόγω δήμου", εμπεριέχεται προφανώς και η παραδοχή ότι αυτοί είχαν σχετική εντολή και συναίνεση των συλλογικών οργάνων του δήμου. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, και δη τόσο κατά το μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το οποίο οι εναγόμενοι δεν είχαν νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τα συλλογικά όργανα του δήμου για να προβούν στις ένδικες ενέργειες τους και το μέρος του κατά το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, ότι δεν τους είχε παρασχεθεί εξουσιοδότηση ή έγκριση του Δημοτικού Συμβουλίου, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτό, δεν συνάγεται τέτοια ομολογία, όσο και κατά το μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ) με το οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επαρκείς σχετικές αιτιολογίες.
4) Προβάλλεται αλυσιτελώς ο έκτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο "ψευδώς ερμήνευσε και πάντως εσφαλμένως εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 3 ν. 1080/1980 με το να θεωρήσει ότι προϋπόθεση για την χορήγηση αδείας διαμορφώσεως του προ του σταθμού αυτοκινήτων χώρου είναι η καταβολή του από τη διάταξη αυτή επιβαλλομένου τέλους αφετέρου δε δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του ΝΔ 511/70, του ΒΔ 466/70 και ΓΟΚ 1973 και του ΠΔ 455/76". Τούτο δε διότι η σχετική αναφορά του Εφετείου έγινε ως εκ περισσού και δεν επέδρασε στο διατακτικό της αποφάσεως, αφού οι διατάξεις αυτές δεν ρυθμίζουν το δικαίωμα του νομέως να αποκρούσει την προσβολή της νομής του.
5) Είναι αβάσιμος - υπό τα δεκτά γενόμενα από το ουσιαστικό δικαστήριο - ο έβδομος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος αυτού (εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν και / "αγνόησε παντελώς κατά τρόπο εκπλήσσοντα" τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, ότι αυτή προέβη στην επίμαχη διαμόρφωση του προ του ακινήτου της χώρου συννόμως. Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι την νομή του επίμαχου χώρου είχε ο δήμος ... και ότι η επ' αυτού επέμβαση της αναιρεσειούσης έγινε χωρίς την συναίνεση του νομέως και χωρίς προσφυγή σε νόμιμη (δικαστική) διαδικασία.
6) Αβασίμως, τέλος υποστηρίζεται με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν συγκεκριμένα έγγραφα, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών της. Τούτο δε διότι από την σχετική βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ρηθέντα έγγραφα, που φέρονται αγνοηθέντα. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17-10-2007 αίτηση της εταιρίας "Χ ΕΕ" για αναίρεση της 5574/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ