Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding res judicata and jurisdictional errors in water flow disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a water flow obstruction case. The appellants argued that the lower court erred by treating a previously rejected claim as valid and by ruling on matters not properly appealed. The court found these arguments invalid because the claim of res judicata was not properly raised in the lower court, and the lower court's jurisdictional error was based on a false premise regarding the scope of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 984, 989, 1024 of the Civil Code; Article 559(16) and 562(2) of the Code of Civil Procedure: A claim of res judicata must be formally raised in the court of first instance and referenced in the appeal petition to constitute a valid ground for appeal before the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1534 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1534/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. X1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1093/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2006 αίτησή τoυς.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 23-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδάφ. α' και 989 εδάφ. α' ΑΚ, εκείνος που διαταράσσεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του στην άσκηση της νομής του επί του πράγματος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παύση της διατάραξης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον. Διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ` αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1024 ΑΚ τα αγροτικά ακίνητα που βρίσκονται χαμηλότερα δέχονται τα νερά που τρέχουν φυσικά και χωρίς χειροποίητο έργο απ' αυτά που βρίσκονται ψηλότερα. Στον κύριο του χαμηλότερου ή του ψηλότερου ακινήτου απαγορεύεται κατασκεύασμα που εμποδίζει ή μεταβάλλει τη φυσική ροή. Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή τόσο επί αγροτικών ακινήτων, δηλαδή επί ακινήτων που προορισμός τους είναι η αγροτική εκμετάλλευση, ανεξάρτητα αν σ' αυτά είναι δυνατή η ανοικοδόμηση αστικών ακινήτων, όσο και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, για την ταυτότητα του λόγου, και επί αστικών ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές χωρίς οργανωμένο σύστημα υπονόμων, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1004 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος του χαμηλότερου ακινήτου έχει μεν υποχρέωση να δέχεται τα νερά που έρχονται από το ψηλότερο αλλά μόνον εφόσον αυτά ακολουθούν τη φυσική ροή, εάν όμως με κατασκεύασμα του κυρίου του ψηλότερου ή χαμηλότερου ακινήτου μεταβληθεί η φυσική ροή και διαταραχθεί απ' αυτό η νομή του κυρίου του χαμηλότερου ή ψηλότερου ακινήτου, έχει ο τελευταίος την από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 989 εδ.α ΑΚ αξίωση, να ζητήσει την άρση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία ,κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής, ανταγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης ή αντένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το ακίνητο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, στο οποίο ανήγειρε διώροφη οικοδομή στην οποία κατοικεί με την οικογένειά του, βρίσκεται στην θέση "..." ή "..." της αγροτικής περιοχής του Δήμου ..., έχει έκταση 5.500 τ.μ, και έχει βόρειο όριο κοινόχρηστο δρόμο, πέραν αυτού αρδευτικό αύλακα και πέραν αυτού αγροτεμάχιο, συγκυριότητας, κατ' ισομοιρία, των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εμβαδού 2.000 τ.μ..
Το τελευταίο αυτό ακίνητο είχε περιτοιχισθεί, από το δικαιοπάροχο των εναγομένων, προ εικοσιπενταετίας περίπου, με τοιχίο από σκυρόδεμα, ύψους 0,80 έως 1,50 μ., και πλάτους 0,20μ.,και έτσι τα όμβρια και λοιπά ύδατα τούτου, αλλά και των βορείως αυτού ευρισκόμενων ακινήτων(τα οποία παλιότερα αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο), διοχετεύονταν στο δυτικό τμήμα αυτού, όπου υπήρχε αποστραγγιστικό σύστημα, δηλαδή αυλάκι, χοάνη από σκυρόδεμα και υπόγειος σωλήνας, που διοχέτευε τα ύδατα κάτω από τον κοινόχρηστο δρόμο Οι εναγόμενοι όμως, που εκτρέφουν στο ακίνητό τους οικόσιτα ζώα, εγκατέλειψαν τη φροντίδα και χρήση του συστήματος αυτού διοχέτευσης των υδάτων στα δυτικά του ακινήτου τους, ενώ ταυτόχρονα κατασκεύασαν, στο σημείο αυτό, βάση από σκυρόδεμα, επιφάνειας 40 τ.μ., αποκόπτοντας έτσι τη δίοδο των υδάτων προς τον εκεί υπάρχοντα αποστραγγιστικό αύλακα, με αποτέλεσμα τα όμβρια κυρίως ύδατα τόσο της δικής τους ιδιοκτησίας, όσο και των βορείως αυτής ευρισκόμενων ιδιοκτησιών, τα οποία κατέληγαν σ' αυτήν, παρέμειναν σ' αυτήν και την πλημμύριζαν.
Έτσι, το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου του έτους 2003,άνοιξαν στο ως άνω νότιο τοιχίο της ιδιοκτησίας τους τρεις οπές, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου μεταξύ τους και 0,5 μ από το έδαφος, μέσω των οποίων διοχετεύονται πλέον τα ύδατα έξω από την ιδιοκτησία τους, καταλήγουν στο έξω από το τοιχίο μικρό αρδευτικό και όχι αποστραγγιστικό αύλακα, πλην όμως, σε περίοδο βροχοπτώσεων, λόγω της μεγάλης ποσότητας αυτών, υπερκαλύπτεται ο αύλακας και ακολούθως τα ύδατα πλημμυρίζουν τον κοινόχρηστο δρόμο και την στη συνέχεια αυτού ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με την ενέργειά τους αυτή οι εναγόμενοι διαταράσσουν τη νομή ,που ο ενάγων ασκεί στο ακίνητό του, αφού δυσκολεύεται στην χρήση αυτού και στην πρόσβαση του στην κατοικία του, η δε υποχρέωσή του να δέχεται τα νερά που έρχονται από το ψηλότερο ακίνητο των εναγομένων υφίσταται μόνο εφόσον αυτά ακολουθούν τη φυσική ροή, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αφού παρά την απαγόρευση του άρθρου 1024 εδ.β ΑΚ υφίσταται στο ακίνητο των εναγομένων το ως άνω χειροποίητο έργο, που εμποδίζει ή μεταβάλλει τη φυσική αυτή ροή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε εν μέρει βάσιμη την ένδικη, περί προστασίας της νομής του ενάγοντος αγωγή, μόνο ως προς το αίτημά της να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να κλείσουν, με σκυρόδεμα, τις τρεις οπές επί του τοιχίου στο νότιο όριο της ιδιοκτησίας τους, και, σε περίπτωση άρνησής τους να συμμορφωθούν στην πράξη αυτή, να πράξει αυτό ο ενάγων με δαπάνη των εναγομένων.
Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παράνομης και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος διατάραξης της νομής αυτού επί του ακινήτου του, από τους εναγόμενους, με την κατασκευή από αυτούς στο ψηλότερο ακίνητό τους κατασκευάσματος (οπών) που μεταβάλει τη φυσική ροή των νερών που έρχονται από το ψηλότερο ακίνητο και, σε περίπτωση βροχοπτώσεων, πλημμυρίζουν τον κοινόχρηστο δρόμο και την στη συνέχεια αυτού ιδιοκτησία του ενάγοντος, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων των ανωτέρω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της πληττόμενη απόφασης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, διότι δε διευκρινίζεται με αυτήν: α) γιατί οι εναγόμενοι και όχι ο Δήμος ήταν υπόχρεοι για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία του αποστραγγιστικού συστήματος,(χοάνης, αύλακα από σκυρόδεμα και υπόγειου σωλήνα, που διοχέτευε τα ύδατα κάτω από τον κοινόχρηστο δρόμο), β) για ποιο λόγο υπεύθυνοι για την κατασκευή μεγάλου αποστραγγιστικού αύλακα, προς διοχέτευση των υδάτων, είναι οι εναγόμενοι και όχι ο ενάγων, ως κύριος χαμηλότερου ακινήτου, καθώς και ο Δήμος, και διότι, επίσης, γ) ενώ με την απόφαση έγινε δεκτό ότι, οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν κάθε φροντίδα συντήρησης του συστήματος διοχέτευσης των υδάτων, περαιτέρω, κατ' αντίφαση, έγινε δεκτό με αυτήν, ότι οι ίδιοι διάδικοι, με το να κατασκευάσουν βάση από σκυρόδεμα, επιφάνειας 40 τμ, απέκοψαν τη δίοδο των υδάτων προς το ως άνω σύστημα διοχέτευσης αυτών, με αποτέλεσμα τα όμβρια ύδατα να πλημμυρίζουν.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως προς τις ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β' πλημμέλειες, διότι αυτές δε συνιστούν ουσιώδη ζητήματα, ήτοι ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της ένδικης αγωγής, καθόσον τέτοιοι ισχυρισμοί είναι, η νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος ή ένστασης, αλλά άρνηση των αναιρεσειόντων ότι παρανόμως διαταράσσουν τη νομή των αναιρεσιβλήτων και επομένως αυτές δε θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης και αβάσιμος ως προς την τρίτη αιτίαση αφού οι αναφερόμενες σ'αυτήν παραδοχές δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους.
Επειδή, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γιαυτό για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την πρωτόδικη 140/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία απορρίφθηκε, ως εκπρόθεσμη, η ένδικη αγωγή ως προς τη διαταρακτική ενέργεια της κατασκευής από τους εναγομένους βάσης από σκυρόδεμα, επιφάνειας 40 τμ, με την οποία αποκόπηκε η δίοδος των υδάτων προς τον εκεί υπάρχοντα αποστραγγιστικό αύλακα, με αποτέλεσμα τα όμβρια κυρίως ύδατα, τόσο της ιδικής τους ιδιοκτησίας, όσο και των βορείων αυτής ευρισκομένων ιδιοκτησιών, τα οποία κατέληγαν σ' αυτήν παρέμεινα σ' αυτήν και την πλημμύριζαν, και η οποία κατέστη τελεσίδικη, καθόσον δεν ασκήθηκε έφεση κατά του απορριπτικού αυτού μέρους της απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη του δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' ορθή υπαγωγή η από το άρθρο 559 αριθ 8 περ. α ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ.14,όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), ότι ενώ η πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος, ήτοι ως προς τη διαταρακτική ενέργεια της κατασκευής από τους εναγομένους βάσης από σκυρόδεμα, επιφάνειας 40 τ.μ., δεν είχε προσβληθεί με λόγο έφεσης, δίκασε την αγωγή και ως προς το απορριφθέν αυτό μέρος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι με αυτήν, αφού έγινε δεκτό ότι με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε, ως εκπρόθεσμη η ένδικη αγωγή κατά το ως άνω μέρος της, στη συνέχεια δικάστηκε και κρίθηκε η ορθότητα της απόφασης αυτής μόνο κατά το μέρος που προσβλήθηκε με την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, ήτοι μόνο ως προς τη διαταρακτική πράξη της διάνοιξης από τους εναγομένους, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 2003, στο νότιο τοιχίο της ιδιοκτησίας τους, τριών οπών, μέσω των οποίων διοχετεύονται πλέον τα ύδατα έξω από την ιδιοκτησία τους και πλημμυρίζουν την ιδιοκτησία του ενάγοντος, όχι δε και κατά το μέρος της που απορρίφθηκε πρωτοδίκως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 1093/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ