Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for cargo theft due to driver's slight negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's decision to pay cargo theft compensation. The court found that while the drivers' actions constituted slight negligence rather than gross negligence or intent, this did not exempt the insurance carrier from liability under the relevant insurance law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 7 of Law 2496/1997; Slight negligence by the insured's agents does not exempt the insurer from liability, provided the risk was not excluded by intent or gross negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1534 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1534/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "TELECARD ΕΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τουρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6476/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 347/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 28-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 3 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", ορίζει στις παραγράφους του 1 εδ. α' και 5 τα εξής: Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή (παρ. 1 εδ.
α`). Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει τα δικαιώματα της παρ. 3 του άρθρου αυτού (δηλαδή να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία ενός μήνα αφότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων ή των περιστατικών) και επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί αν δεν υπήρχε η παράβαση (παρ. 5).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η από αμέλεια παράβαση της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου), που επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος, να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, δεν έχει ως συνέπεια, ούτε την ακυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης ούτε την απαλλαγή του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον οι συνέπειες αυτές δεν προβλέπονται ρητά στο νόμο (όπως στην περίπτωση της εκ δόλου παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης, κατά την οποία ρητά προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ανωτέρω νόμου ως συνέπεια η απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος) αλλά χορηγείται σ' αυτόν δικαίωμα είτε να καταγγείλει τη σύμβαση είτε να ζητήσει την τροποποίησή της και επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, δικαιούται να ζητήσει τη μείωση του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου.
Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί ο ασφαλιστής, εναγόμενος από το λήπτη της ασφαλίσεως, να τα προβάλει κατ` ένσταση. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988).
Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν από την αιτιολογία αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα αναγκαία κατά νόμο για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου πραγματικά περιστατικά ή όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ουσιαστικό ζήτημα, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 6476/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει μερικά δεκτή η από 31-1-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλισμένης εταιρείας για καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως (κλοπές των ασφαλισθέντων πραγμάτων κατά την μεταφορά τους), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, αναφορικά με τον προβληθέντα πρωτοβαθμίως και παραδεκτά επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της ασφαλιστικής συμβάσεως και απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος άλλως μειώσεως αυτού, για το λόγο ότι οι επικαλούμενες κλοπές δεν καλύπτονταν από την καταρτισθείσα μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση διότι οι μεταφορές των τηλεκαρτών, δεν έγιναν με ιδιόκτητα φορτηγά της αναιρεσείουσας, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων με αυτή (ασφαλιστική σύμβαση):
Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυρίσθηκε ότι δεν βαρύνεται με την καταβολή ασφαλίσματος, διότι οι ζημιές που προκλήθηκαν δεν καλύπτονται από την ασφαλιστική σύμβαση, που είναι άκυρη για το λόγο αυτό, άλλως το ασφάλισμα πρέπει να μειωθεί, διότι τα εμπορεύματα δεν μεταφέρονταν με τα συμφωνηθέντα στο ασφαλιστήριο μεταφορικά μέσα.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και συνιστά την ένσταση του άρθρου 3 παρ. 1, 5 και 6 του ν. 2496/1997. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα ίδια στοιχεία, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με τον υπό στοιχείο 4 όρο του παραρτήματος διαρκούς ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τα εμπορεύματα που ασφαλίστηκαν θα έπρεπε να μεταφέρονται με courier ή με ΙΧ φορτηγά ή με μεταφορική εταιρεία.
Τούτο συμφωνήθηκε για τον περιορισμό του κινδύνου της μεταφοράς. Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), χρησημοποιούσε τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... (για την πρώτη μεταφορά) και ..... (για τη δεύτερη μεταφορά) φορτηγά αυτοκίνητα που ανήκαν στην κυριότητα της εταιρείας SANTEL ΑΕ, η οποία έχει μεν διαφορετική νομική προσωπικότητα, πλην όμως ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών.
Πρόκειται δηλαδή για "αδελφή" εταιρεία της ενάγουσας που έχει την ίδια έδρα (.....), εμπορεύεται παρεμφερή πράγματα (τηλεπικοινωνιακά είδη) και οι εκπρόσωποί της είναι τα ίδια πρόσωπα με εκείνα που εκπροσωπούν την ενάγουσα, δηλαδή οι Α και Β. Η αναιρεσίβλητη κατά τη σύναψη της σύμβασης, γνώριζε ότι δεν διαθέτει ιδιόκτητα ΙΧ φορτηγά και συνεπώς δηλώνοντας τούτο στον όρο 4 του παραρτήματος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, υπέβαλε κατ' αρχήν ατελή (διφορούμενη) αναγγελία που αντικειμενικά κρίνεται ψευδής, εφόσον από τη σχετική δήλωση μπορούσαν να συναχθούν εσφαλμένα συμπεράσματα που ενδεχομένως θα επηρέαζαν το ύψος του ασφαλίστρου.
Η παράβαση όμως του προσυμβατικού καθήκοντος αναγγελίας, δεν επιφέρει την ακυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά εκτός από την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος ή της μείωσης αυτού, δικαίωμα καταγγελίας υπέρ του ασφαλιστή.
Συνεπώς η ένδικη σύμβαση ασφάλισης εξακολουθεί να είναι ισχυρή, ενώ πράγματι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση ασφάλισης με την από 5-12-2002 εξώδικη καταγγελία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε περαιτέρω το Εφετείο, ότι η ως άνω ατελής δήλωση της αναιρεσίβλητης ασφαλισμένης εταιρείας δεν έγινε δολίως αλλά από αμέλεια, ούτε ήταν αντικειμενικά ουσιώδης για την εκτίμηση του κινδύνου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής άλλως μειώσεως του ασφαλίσματος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997 και 361 ΑΚ, αλλά αντίθετα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι, η από αμέλεια παράβαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, της ανακοίνωσης κάθε στοιχείου ή περιστατικού ουσιώδους για την εκτίμηση του κινδύνου, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της ασφαλιστικής συμβάσεως αλλά παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως ασφαλίσεως, προβαλλόμενο κατ' ένσταση, δικαίωμα το οποίο άσκησε στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα καταγγέλοντας τη σύμβαση ασφαλίσεως και περαιτέρω, ότι εφόσον το μη δηλωθέν περιστατικό, δεν ήταν ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο μείωση του ασφαλίσματος η δε προσβαλλόμενη δεν στερείται νόμιμης βάσης, γιατί περιέχει σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες για την νομική και ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η παράβαση του συμβατικού όρου περί μεταφοράς των ασφαλισθέντων εμπορευμάτων με ιδιόκτητα φορτηγά της αναιρεσείουσας έχει ως έννομη συνέπεια την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, διότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενη με τη σύμβαση όροι, δεν ασκεί έννομη επιρροή, εφόσον δεν επικαλέσθηκε αυτή ότι περιελήφθηκε ρητά στην ασφαλιστική σύμβαση τέτοια απαλλακτική ρήτρα στην περίπτωση παραβιάσεως οιουδήποτε όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα μέρη του με τα οποία γίνεται επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό κατά τον οποίο από την ασφάλιση καλύπτονται μόνον οι μεταφορές με ΙΧ φορτηγά ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό κατά την έρευνα της επί του άρθρου 3 παρ. 1, 5 και 6 του ν. 2496/1997 ενστάσεως και τον απέρριψε.
Αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν είναι επιτυχής, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Περαιτέρω, στον Αστικό Κώδικα δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαρείας αμέλειας, έχει όμως νομολογηθεί ότι συντρέχει, όταν η παράλειψη του υπαιτίου να καταβάλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή (ΑΠ 978/2001) και στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε υπ' αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων περιστατικών στη νομική έννοια της ελαφράς ή βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, την κρίση του για την νομική βασιμότητα της προβληθείσης από την αναιρεσείουσα ενστάσεως απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω δόλου ή βαρείας αμέλειας των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων που μετέφεραν τα κλαπέντα εμπορεύματα, στήριξε στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2496/1997, την οποία ως ειδική έκρινε ότι κατισχύει της ειδικής του άρθρου 7 παρ. 5 του ίδιου νόμου και με επάλληλη αιτιολογία στην τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997), κατά την οποία προβλέπεται απαλλαγή του ασφαλιστή (μόνον) αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Και περαιτέρω, κρίνοντας σε σχέση με τις συνθήκες των κλοπών και ως προς το εάν συνέτρεχε βαρεία ή ελαφρά αμέλεια των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη οδηγών, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Την 8-11-2002 και περί ώρα 11.30 η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) φόρτωσε από την αποθήκη της στο υπ' αριθμ. κυκλ. ..... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρείας SANTEL AE, η οποία είναι μέλος του ομίλου εταιρειών της εφεσίβλητης, είναι δηλαδή "αδελφή εταιρεία", δύο χαρτοκιβώτια με κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας με προορισμό τα πρακτορεία μεταφορών ΛΑΔΑ και ΛΗΤΩ, μέσω των οποίων θα μεταφέρονταν περαιτέρω στον προορισμό τους, στα πρακτορεία σιγαρέτων της Γ και Δ που βρίσκονται στην Αίγινα και στο Ηράκλειο Κρήτης αντίστοιχα.
Κατά τη διάρκεια που το φορτηγό αυτοκίνητο βρισκόταν στον υπαίθριο χώρο στάθμευσης του καταστήματος ΜΑΚΡΟ Κηφισσού, από το οποίο είχε προγραμματισμένο δρομολόγιο να παραλάβει επίσης κάρτες κινητής τηλεφωνίας για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, άγνωστος δράστης παραβίασε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και αφαίρεσε από αυτό τα δύο δέματα με τις τηλεκάρτες.
Λίγες ημέρες μετά την ως άνω κλοπή και συγκεκριμένα την 18-11-2002, περί ώρα 11.30, η εφεσίβλητη φόρτωσε εκ νέου από την αποθήκη της στο υπ' αριθμ. κυκλ. ..... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο της ως άνω αδελφής εταιρείας ένα χαρτοκιβώτιο που περιείχε 9000 κάρτες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, με προορισμό το πρακτορείο μεταφορών ΕΜΕΓΕΠ, μέσω του οποίου θα μεταφερόταν στην εταιρεία TELEFON SHOP EΠE στη Θεσσαλονίκη.
Ο οδηγός στάθμευσε το όχημα έμπροσθεν του Super market ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, στο οποίο είχε προγραμματισμένο δρομολόγιο να παραδώσει εμπορεύματα της εταιρείας SANTEL, σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από τη ράμπα φόρτωσης-εκφόρτωσης, που ήταν κατειλημμένη και ενώ βρισκόταν εντός του καταστήματος, άγνωστος δράστης παραβίασε την κλειδαριά της συρόμενης πόρτας του φορτηγού από την πλευρά του οδηγού και αφαίρεσε μεταξύ άλλων εμπορευμάτων το χαρτοκιβώτιο με τις τηλεκάρτες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι οι οδηγοί των φορτηγών που χρησιμοποιήθηκαν για τις ένδικες δύο μεταφορές των ασφαλισμένων τηλεκαρτών, κατά τη διάρκεια της στάσης που έκαναν στα καταστήματα ΜΑΚΡΟ και ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, ως μόνο μέτρο ασφάλειας που έλαβαν ήταν το απλό κλείδωμα του αυτοκινήτου τους, Οι χώροι αυτοί δεν φυλάσσονται από προσωπικό ασφαλείας και τα οχήματα δεν διέθεταν συνοδηγό.
Βέβαια ήταν ημέρα και υπήρχε κόσμος στους χώρους στάθμευσης. Όμως ενόψει της μεγάλης αξίας των μεταφερομένων εμπορευμάτων, οι οδηγοί θα έπρεπε να φροντίσουν να οδηγήσουν τα οχήματά τους σε φυλασσόμενους χώρους. Επίσης τα οχήματα θα έπρεπε να είναι εφοδιασμένα με ειδικούς αντικλεπτικούς μηχανισμούς.
Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα, ο οδηγός θα μπορούσε να αναμείνει μέχρι να ελευθερωθεί η ράμπα φόρτωσης-εκφόρτωσης και να είναι περισσότερος προσεκτικός, διότι είχε ήδη προηγηθεί η κλοπή της 8-12-2002. Και στις δύο όμως μεταφορές δεν συντρέχει περίπτωση δόλου, εφόσον η στάθμευση ήταν σύντομη, έγινε ημέρα και σε χώρους πολυσύχναστους.
Επομένως είναι βέβαιο ότι δεν επιδιώχθηκε η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Η παραπάνω επίσης συμπεριφορά των οδηγών, για τους ίδιους λόγους, δεν συνιστά κατά την κρίση του Δικαστηρίου, βαρεία αμέλεια. Όμως, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, συντρέχει περίπτωση ελαφράς αμέλειας των οδηγών, η οποία δεν αποκλείεται από την ασφαλιστική προστασία.
Συνεπώς η εκκαλούσα ασφαλιστής παρά την ύπαρξη ελαφράς αμέλειας στο πρόσωπο των οδηγών εξακολουθεί να ευθύνεται από τη σύμβαση ασφάλισης. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί απαλλαγής της από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω δόλου η βαριάς αμέλειας των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων. Τα εν λόγω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα από το Εφετείο περιστατικά, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, συνιστούν πράγματι την γενομένη υπ' αυτού δεκτή ελαφρά αμέλεια των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων, ως εκ της οποίας δεν αποκλειόταν η απαλλαγή της αναιρεσείουσας από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω παραβάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 330 ΑΚ και 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου ενόψει του ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω αιτιολογία περί υπάρξεως ελαφράς αμέλειας των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη οδηγών των φορτηγών με τα οποία μεταφέρονταν τα ασφαλισθέντα εμπορεύματα, αλυσιτελείς παρίστανται οι λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η απόφαση για μη ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 και αντίστοιχη εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 2 του ίδιου νόμου (που προβλέπει ευθύνη του ασφαλιστή ακόμη και στην περίπτωση που ο κίνδυνος επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια του μεταφορέα ή των προστηθέντων του), ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της κατάρτισης σύμβασης μεταφοράς και λήψη υπόψη του μη επαναφερθέντος στο εφετείο ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί καταρτίσεως της συμβάσεως μεταφοράς με την καταβολή κομίστρου.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2006 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 347/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ