Supreme Court dismisses appeal and refers first ground to Plenary Chamber regarding termination of employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a bank employee against the bank's termination of her employment contract. The employee argued that the bank's internal rules required a prior administrative decision confirming 'serious cause' before termination, which the bank allegedly bypassed. The court noted conflicting precedents on whether such internal procedures override statutory rights and decided to refer this specific legal question to the Plenary Chamber for a unified ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81, 215 of the Code of Civil Procedure; Article 672 of the Civil Code; Article 174 of the Civil Code: When internal organizational rules conflict with statutory rights regarding termination for serious cause, the Supreme Court may refer the issue to the Plenary Chamber to ensure uniformity of jurisprudence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1534 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1534/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρι Καζάκο. Της αναιρεσίβλητης - καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΓΣΕΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας (δια των προτάσεων): Συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επω-νυμία «Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς», που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπρο-σωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 607/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7486/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2005 αίτησή της, η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 2-5-2006 πρόσθετη παρέμβασή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα δια των προτάσεών της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 3-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των προσθέτως παρεμβαινουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων παρεμβάσεων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση από το άρθρο 669 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόμενο και στην κατ' αναίρεση δίκη κατ' άρθρο 675 Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3189/21-10-2003, ασκείται κατά την ενώπιον του Α.Π. εκκρεμή δίκη με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 81 στοιχεία.
Επομένως, η από 2 Μαίου 2006 πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλαδας- ΓΣΕΕ» υπέρ της αναιρεσείουσας, που είναι μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης «Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς», η οποία είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας-ΟΤΟΕ», η οποία είναι μέλος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, παραδεκτά ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις.
Η πρόσθετη όμως παρέμβαση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης «Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς» υπέρ της αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και όχι με δικόγραφο κατά τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη εις βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δαπάνη από την εν λόγω παρέμβαση.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3514/1928.
Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η Ελληνική νομοθεσία με την οδηγία 77/187 του Συμβουλίου της ΕΟΚ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν το διάδοχο, ο οποίος και μετά τη μεταβίβαση τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (ΑΠ 488/2006)..
Ειδική περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως και διαδοχής εργοδότη αποτελεί η συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση που προβλέπεται από τα άρθρα 68 και επ. του Π.Δ. 498/1987. Κατά το άρθρο 75 παρ.1α του τελευταίου αυτού Π.Δ/τος η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων εταιρειών και η μεταβίβαση εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή.
Κατά συνέπεια, μετά την απορρόφηση εταιρείας από άλλη, η τελευταία υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από κανονισμό εργασίας, εκτός αν αυτός έπαυσε να ισχύει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο (ΑΠ 1478/2006). Εξάλλου, με την από 18-5-1982 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Α.Ε.
«Τράπεζα Μακεδονίας – Θράκης» και του επαγγελματικού σωματείου ''Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης'' και δημοσιεύθηκε με την 16247/2/4.6.82 (ΦΕΚ Β' 344) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και αναφέρεται στον Οργανισμό Τράπεζας Μακεδονίας – Θράκης, έχει δε ισχύ νόμου, ορίσθηκαν, πλην των άλλων και τα εξής : '' 1 Α) Ο οργανισμός αυτός ρυθμίζει τα θέματα που αφορούν την κατάσταση του προσωπικού της Τράπεζας..άρθρο 26 : 1, Α) Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της τράπεζας και του προσωπικού είναι ορισμένου χρόνου και λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας..2.
Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της τράπεζας και του προσωπικού λύεται και πριν να συμπληρωθεί το όριο ηλικίας κατά τις διατάξεις της παρ.1 στις εξής περιπτώσεις : α)…β)…γ) με καταγγελία της τράπεζας για σπουδαίο λόγο κατά τη διάταξη του άρθρου 672 Αστικού Κώδικα. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο επιτρέπεται μόνο αν ο λόγος αυτός έχει βεβαιωθεί με απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου (ως πειθαρχικού).
Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η εκ μέρους της Τράπεζας πρόωρη (δηλ. πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο του άρθρου 672 Α.Κ. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση του άρθρου 672 του ΑΚ, καθώς και της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 26 παρ.2 εδ.γ΄ του Κανονισμού της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης, η οποία έχει συγχωνευθεί με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, διότι δέχτηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, η οποία είχε προσληφθεί ως υπάλληλος από την Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης και συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της με την ίδια ιδιότητα στην αναιρεσίβλητη μετά την απορρόφηση της πρώτης από την τελευταία, είναι έγκυρη, μολονότι για την καταγγελία αυτή, στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, δεν προηγήθηκε απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Ανακύπτει έτσι το νομικό ζήτημα της αντιθέσεως ή μη των ανωτέρω διατάξεων του κανονισμού, ενόψει μάλιστα και του ότι αυτός έχει ισχύ νόμου, προς τη διάταξη του άρθρου 672 παρ. 2 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Για το παραπάνω ζήτημα έχουν υποστηριχθεί σε παρόμοιες ή παρεμφερείς περιπτώσεις οι ακόλουθες απόψεις:
α)Με την 553/2002 απόφαση του Α.Π. κρίθηκε ότι αναγκαία προϋπόθεση της καταγγελίας, υπό την ισχύ του ως άνω κανονισμού της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, είναι η προηγούμενη βεβαίωση (διαπίστωση) του λόγου αυτού με απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου ως πειθαρχικού. Η τελευταία δε προϋπόθεση, με την οποία η διοίκηση της Τράπεζας αυτοπεριόρισε το δικαίωμά της να αποφασίζει την καταγγελία για σπουδαίο λόγο και το ανέθεσε προς τον σκοπό της ασφαλέστερης κρίσης και της μεγαλύτερης προστασίας του υπό απόλυση μισθωτού της σε συλλογικό εργοδοτικό όργανο (πειθαρχικό συμβούλιο), που συγκροτείται, λειτουργεί και αποφασίζει με βάση τους τιθέμενους κανόνες του Οργανισμού, αποτελεί αναγκαίο όρο για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Συνεπώς, αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή η εκδιδόμενη απόφαση, με την οποία εκδηλώνεται η βούληση του οργάνου, δεν είναι νόμιμη, αλλά ανίσχυρη (άρθρο 174 ΑΚ) και επιφέρει ως αναγκαία συνέπεια την ακυρότητα της σε αυτή στηριζόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. β) Με την 1085/1989 απόφαση του Α.Π. κρίθηκε ότι είναι νόμιμη η διαλαμβανόμενη σε Οργανισμό προσωπικού Τράπεζας συμφωνία, σύμφωνα με την οποία, πριν από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου της για σπουδαίο λόγο, πρέπει να υπάρχει συμβουλευτική γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου της και δεν αντίκειται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ.
γ) Με την 553/2002 απόφαση του Α.Π. κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 περ. γ', του ανωτέρω Κανονισμού της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης, που προβλέπει να έχει βεβαιωθεί ο σπουδαίος λόγος με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, δεν τέθηκε κατά περιορισμό ή αποκλεισμό του δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο από το άρθρο 672 Α.Κ., και κατά συνέπεια εγκύρως λύεται η σύμβαση εργασίας του μισθωτού της αναιρεσίβλητης με καταγγελία στην οποία προβαίνει η τελευταία, χωρίς να υπάρχει απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου, με την οποία βεβαιώνεται η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου.
Κατόπιν αυτών και των αντίθετων απόψεων που έχουν υποστηριχθεί, πρέπει, για την ενότητα της νομολογίας, να παραπεμφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β΄ του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της κρινόμενης από 15-6-2005 αιτήσεως αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ