Legislator Case Law & Legislation
1533/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and restitution request due to defendant's absence and lack of new grounds.

Case Number 1533/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous bank's appeal against a final judgment due to the defendant's absence and failure to present new grounds. The appellant attempted to expedite the hearing but did not legally summon the absent defendant, rendering the proceedings inadmissible. Consequently, the court rejected the request for restitution of the paid sum and ordered the costs to be deposited in the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal does not revive the case for new substantive claims, and if the appellant fails to legally summon the absent defendant to expedite the hearing, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility absence of defendant legal summons requirement restitution request rejection public treasury deposit new grounds prohibition procedural default

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 23 of Law 2472/1997
Article 5 of Law 2472/1997
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 534/2023
Appeal hearing declared inadmissible due to appellant's improper absence and lack of valid power of attorney.
AP 474/2022
Supreme Court allows university to recover IT allowance payments from former employees based on retroactive law application.
OL AP 8/2018
AP 1315/2023
Supreme Court partially allows appeal against debt restructuring order, reinstating salary deduction for creditor.
AP 250/2023
Supreme Court dismisses appeal against first two defendants as inadmissible due to improper service of summons.
AP 610/2023
Supreme Court dismisses appeal on debt collection appeal regarding fraudulent insolvency claim rejection.
AP 834/2021
Supreme Court dismisses appeal against bank loan decision under voluntary jurisdiction law due to lack of legal basis.
AP 503/2018
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding service of process and statute of limitations.
AP 1724/2012
Supreme Court dismisses appeal as time-barred for both first and second instance decisions. The appeal was filed late against the first instance judgment. The court ruled the appeal inadmissible due to procedural delays. The appeal was rejected because it was filed outside the statutory time limits. The court dismissed the appeal as it was filed after the expiration of the appeal period. The appeal was rejected due to the expiration of the appeal period. The court dismissed the appeal as it was filed after the expiration of the appeal period.
AP 1192/2021
Supreme Court dismisses appeal on defamation damages case due to lack of substantive legal error by lower court.
AP 525/2018
Supreme Court dismisses appeal on holiday pay, ruling legal sufficiency of work schedule details is met without exact dates.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1533 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….. " και δ.τ. "….. ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαντώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ….. , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3500/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση(ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1315/2023, ΑΠ 250/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 4-3-2022. Όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 2749 δ/18-1-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Π.

Β., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία,με την επωνυμία "…... " και το διακριτικό τίτλο "….. ", η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 23-9-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 15457/28-9-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4-3-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χρονόπουλο, αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023). Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη νέα κλήτευσή του, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

γ' και δ' του ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 23-9-2020 (αριθμ. κατ. 1723/28-9-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3500/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠοΔ (άρθρο 23 παρ. 3 ν. 2472/1997) αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της απόφασης (30-3-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1- 2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), καθώς από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης από 20-4-2018(αριθ. κατ. 46/7-1-2014) αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της ιστορούμενης αδικοπραξίας, συνιστάμενης στην παραβίαση των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθμ. 122/2019 απόφασή του, αφού δίκασε την αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676ΚΠολΔ ,αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30-7-2019 (ΓΑΚ 30808/27-8-2019) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.3500/2020 απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη.

Σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24-10-1995 για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών εκδόθηκε ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...

β)...γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ)...

ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.

ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ).....".Ακολούθως ,στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) 2.Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...".

Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.2915/2001, σχετικά με τις προϋποθέσεις επεξεργασίας ορίζεται ότι: "1.Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2.Κατ" εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:

α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων..." β) ... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών" .Στη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν.3471/2006, σχετικά με το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας ορίζεται ότι: "1.Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη.

Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατΛ εντολήν του. 2.Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου . 3.0 υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλτ] μορφή αθέμιτης επεξεργασίας.... 4.Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως.

Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν.". Επίσης, στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 του νόμου, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης ορίζεται ότι: "1.Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2.Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου. 3.Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς".

Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν.2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου.

Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στη με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια' του ν. 2472 /1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.

Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ.γ' του ν.2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.

Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.

Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.

Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.

Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.

Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (Ολ.Α.Π.3/2020, Α.Π. 37/2023, Α.Π.958/2022).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27 ,28/1998 και 1/2022). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (Ολ ΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 139/2022, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 113/2011), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οπότε οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 606/2023,ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018) Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25-6-2014 ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) κατήρτισε τη με αριθ. 00201408065172 σύμβαση καταναλωτικού δανείου και την υπ'αριθμ. 00201406065179 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας.

Κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων η εναγόμενη τράπεζα συνέλεξε από αυτόν προσωπικά του δεδομένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση αυτών και, συγκεκριμένα, το ονοματεπώνυμο του, το όνομα πατρός, τη διεύθυνση κατοικίας του, την οικογενειακή του κατάσταση, τα στοιχεία της αστυνομικής του ταυτότητας, το ΑΦΜ και τα τηλέφωνά του, σταθερό και κινητό.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ανέθεσε στις εταιρείες "…... ", που δραστηριοποιούνται στην παροχή υπηρεσιών ενημέρωσης οφειλετών εταιριών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου των οφειλετών της, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής και ενδεχόμενα την πρόταση των τρόπων αποπληρωμής αυτής για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη είσπραξη από την τράπεζα.

Επειδή ο ενάγων καθυστερούσε την καταβολή δόσεων για κάποιες ημέρες, η εναγόμενη διαβίβασε στις προαναφερόμενες εισπρακτικές εταιρείες τα προσωπικά του δεδομένα, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή. Αυτές προέβησαν στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο τους (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης των συμβάσεων και στη χρήση αυτών, με τηλεφωνικές οχλήσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων, οι προστηθέντες υπάλληλοι τους, αφού τον ρωτούσαν για τα στοιχεία της ταυτότητάς του, του γνωστοποιούσαν την ταυτότητά τους, την καθυστέρηση καταβολής των δόσεων στην εναγόμενη, καλώντας τον να καταβάλλει αυτές.

Ωστόσο, η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος από την εναγόμενη στις εισπρακτικές εταιρείες έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του ενάγοντος, οι δε εταιρείες επεξεργάστηκαν τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιώντας αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, οι οποίοι καλούσαν τον ενάγοντα στο τηλέφωνο για την καθυστέρηση της οφειλής προερχόμενη από το ανωτέρω δάνειο.

Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, ενημερώθηκε για τη δυνατότητά της να διαβιβάσει τα προσωπικά του δεδομένα σε εισπρακτικές εταιρείες. Ειδικότερα, στην πέμπτη σελίδα αμφοτέρων των άνω συμβάσεων, η οποία φέρει την υπογραφή του ενάγοντος, γίνεται σαφής αναφορά για την ενημέρωση υποκειμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με αναφορά ότι αποδέκτες των δεδομένων , σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τις ανωτέρω συμβάσεις καθίστανται τρίτοι.

Από τα παραπάνω, αν και αναφέρεται η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος σε τρίτους, ουδόλως αποδεικνύεται από την εν λόγω εναγόμενη, που έχει το βάρος απόδειξης, της ενημέρωσης ως υπεύθυνης επεξεργασίας....ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείται από το άρθρο 11 παρ. 1α, β, γ ν. 2472/1997.

Πέραν τούτου, δεν αποδείχτηκε ότι αυτή έστω και μεταγενέστερα ενημέρωσε τον ενάγοντα, ότι προτίθεται να προβεί στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων προς τις εισπρακτικές εταιρείες, μολονότι ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικά για την κάθε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κ.λ.π), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του.

Εξάλλου, ως "συγκατάθεση" , υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά προσχώρησης του καταναλωτή ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.

Περαιτέρω, οι εταιρίες με τις οποίες συμβλήθηκε η εναγόμενη ήταν γνωστές μεν σε εκείνη, όχι όμως στον ενάγοντα, που δεν συμβλήθηκε μαζί τους και οι οποίες, σε σχέση με αυτόν, θεωρούνται επίσης "υπεύθυνοι επεξεργασίας", ως έτερα νομικά πρόσωπα με δική τους οργάνωση, που δεν θεωρείται ότι εξαρτώνται από την εναγόμενη, αλλά και με βάση το νόμο, υπό τον οποίο λειτουργούν οι εταιρείες αυτές.

Επιπλέον, η απαίτηση της εναγόμενης ήταν εξασφαλισμένη με τη σύμβαση εκχώρησης απαίτησης, γεγονός που δεν έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντά της. Ακολούθως, οι τηλεφωνικές κλήσεις των υπαλλήλων των ως άνω εισπρακτικών εταιριών, προκάλεσαν στον ενάγοντα στενοχώρια και αναστάτωση, προσέβαλαν την προσωπικότητά του και του προκάλεσαν ηθική βλάβη, ενώ η εναγόμενη, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων του, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης.

Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγόμενης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο [ποσό κατά τον ως άνω νόμο, ήτοι το ποσό των 2.000.000 δραχμών), το οποίο επιδικάζεται άπαξ για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων στις εισπρακτικές εταιρίες, αφού οι ανωτέρω παραβάσεις της εναγομένης συνιστούν διαρκή ενέργεια και συγκροτούν μια φυσική ενότητα ενέργειας.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή, δεχόμενη ότι η εναγόμενη πριν τη διαβίβαση των δεδομένων του ενάγοντος προς τις άνω αναφερόμενες εταιρείες, είχε ενημερώσει αυτόν σχετικά με τη δυνατότητά της να αναθέσει σε τρίτους την ειδοποίησή του σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπραξία της εναγόμενης έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου -ενάγοντα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του και ,αφού εξαφάνισε την τελευταία, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 11.738,80 ευρώ, συνολικά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της, η αιτίαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλειες τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, ότι: 1) α) ψευδώς ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ του ν. 2472/1997, δεχόμενη ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας κατά τη διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικά για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κλπ), στην οποία έχουν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του.

Επίσης, ότι β) στηριζόμενη στα αναφερόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ψευδώς ερμηνεύοντας την προαναφερθείσα διάταξη, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος όχι μόνο δεν ενημερώθηκε για τα ακριβή στοιχεία του εκτελούντος την επεξεργασία ,αλλά και για την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, του εκπροσώπου του, καθώς και το σκοπό της επεξεργασίας κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

α, β και γ του ν. 2472/1997, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα αφενός την έννοια του υπεύθυνου επεξεργασίας, που στην προκείμενη η περίπτωση είναι η ίδια η αναιρεσείουσα Τράπεζα και αφετέρου θεωρώντας εσφαλμένα ως εκπροσώπους του υπεύθυνου επεξεργασίας τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών , 2) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 2 περ.

ζ', η', θ' και ι ,5 παρ.2ε και το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 . Συγκεκριμένα, ότι εκκινώντας από την εσφαλμένη κρίση ότι οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών θεωρούνται "υπεύθυνοι επεξεργασίας" και αποδίδοντάς τους κατ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του τρίτου-υπεύθυνου επεξεργασίας και όχι του αποδέκτη- του εκτελούντος την επεξεργασία για λογαριασμό της Τραπέζης, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 2 περ.

ζ,' η', θ' και ι', το άρθρο 5 παρ. 2 ε και το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997, διέλαβε ως υποχρεωτική την "συγκατάθεση" του υποκειμένου των δικαιωμάτων (του αναιρεσίβλητου) στην διαβίβαση αυτή των προσωπικών του δεδομένων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 και 2 του ν. 2472/1997 (όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001) δεν απαιτείται συγκατάθεση όταν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα "είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος..

και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται ελευθερίες αυτών". Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, κατά μεν το πρώτο τμήμα του πρώτου σκέλους του στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

α) η αναιρεσείουσα δανείστρια Τράπεζα, κατά την κατάρτιση της μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου δανειολήπτη των αναφερόμενων συμβάσεων καταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας συνέλεξε από τον ίδιο , δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, όπως το ονοματεπώνυμο του, το όνομα πατρός, τη διεύθυνση της κατοικίας του, την οικογενειακή του κατάσταση, τα στοιχεία της ταυτότητας του, το ΑΦΜ και τα τηλέφωνά του, σταθερό και κινητό, β) το δάνειο δεν είχε ομαλή εξέλιξη και είχε καθυστερήσει η πληρωμή κάποιων ληξιπρόθεσμων δόσεων αυτού, γ) η αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον δανειολήπτη αναιρεσίβλητο, διαβίβασε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα του τελευταίου, και την επεξεργασία τους, στις αναφερόμενες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην παροχή ενημέρωσης οφειλετών για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου των οφειλετών της, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής και ενδεχόμενα την πρόταση των τρόπων αποπληρωμής αυτής για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη είσπραξη από την τράπεζα, γ) η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου στις ανωτέρω εταιρείες, έγινε χωρίς η αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας αυτών, να ενημερώσει αυτόν, ως υποκείμενο των δεδομένων, ,κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, κατά τρόπο σαφή για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών.

Επομένως , σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση (αν και σε αυτήν εσφαλμένα γίνεται η κατά τα άνω αναφορά στον υπεύθυνο επεξεργασίας και στον τυχόν εκπρόσωπο του,) δεν πληρούται η προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων (κατά το στάδιο της συλλογής τους) για τον αποδέκτη ή της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, που απαιτείται κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ.γ' του ν.2472/1997 για την νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο σχετικός όρος στις επίδικες συμβάσεις δεν πληροί την απαιτούμενη κατά το άρθρο 11 παρ. 1γ του ν. 2472/1997 ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, κατά το στάδιο συλλογής των προσωπικών του δεδομένων, για την είσπραξη των απαιτήσεών της , σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από τις επίδικες συμβάσεις δανείου, είτε για συγκεκριμένο αποδέκτη, του οποίου θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε για κατηγορία αποδεκτών (όπως εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών), οπότε δεν θα απαιτείτο ο προσδιορισμός κάθε προσώπου της κατηγορίας , ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Ενόψει αυτής της παραδοχής, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών των προσωπικών του δεδομένων, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η τελευταία δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ενημερώσει τον οφειλέτη, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν την ανακοίνωση αυτών στις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα των συγκεκριμένων, πλέον, αποδεκτών.

Έτσι, και η προσβαλλόμενη ερευνώντας περαιτέρω, αν η αναιρεσείουσα ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο οφειλέτη της μεταγενέστερα και πριν την ανακοίνωση των δεδομένων του στις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσε μεταγενέστερα τον ενάγοντα ότι προτίθεται να προβεί στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων προς τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών με την επωνυμία "…... ", μολονότι ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικά και σαφώς για την κάθε μία από αυτές.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη , με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τη διάταξη του άρθρου 11 περ. α, β και γ του ν. 2472/1997, ενώ, σχετικά με το δεύτερο τμήμα του πρώτου σκέλους του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, η εσφαλμένη αναφορά της προσβαλλόμενης στη μη ενημέρωση των ακριβών στοιχείων του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.

Περαιτέρω, σχετικά με τον δεύτερο σκέλος του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επικουρική αιτιολογία της απόφασης που στηρίζει το διατακτικό. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα , δεχόμενο τα ως άνω αναφερθέντα ,διέλαβε, δε, επικουρικά και αιτιολογίες, ως προς το ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋπόθεσης του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 2472/1997 σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η επεξεργασία χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.

Πλην όμως, κατά τα άνω, δεν τελεσφόρησε ο λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η κυρία αιτιολογία η οποία, στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπρόσθετα, σχετικά με τον ίδιο λόγο κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) δεν προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβάθμιου είτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί συνδρομής περίπτωσης που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 ε του ν.2472/1997, εξαιρείται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.

Ούτε, εξάλλου, η αναιρεσείουσα και στη υπό κρίση αναίρεση αναφέρει σχετικό ισχυρισμό για τη θεμελίωση του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 1192/2021, ΑΠ 525/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το επιδικασθέν ποσό που κατέβαλε σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, κατά τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα, ούτε βέβαια, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-9-2020 (με αριθμ. εκθ. κατ. 1723/28-9-2020) αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3500/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ. 3 ν.2472/1997).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για της άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ