Supreme Court dismisses appeal in defamation case where plaintiff's belief in authorization negates intent to defame.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and an individual against a lower court judgment in a defamation suit. The appellant argued the defendant committed slander by filing a criminal complaint without authorization, but the court found the defendant genuinely believed she had the necessary consent from the eight named individuals. The court ruled that this subjective belief negated the intent required for criminal slander, leaving only civil defamation which was already settled by the lower court. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 362, 363 of the Penal Code; The court established that a defendant's genuine belief in the existence of authorization for a third party negates the intent required for the crime of slander, even if the statement was objectively defamatory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1533 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1533/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Κυριακόπουλο και Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπουρτζούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9871/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1700/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ συνάγεται ότι εκείνος του οποίου προσβάλλεται η προσωπικότητα α) με τη διατύπωση γι' αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, λέξεων ή φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, είτε περιφρόνηση για το πρόσωπό του από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου και β) με ισχυρισμό ή διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, το οποίο (δυσφημιστικό γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δικαιούται, εκτός άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διαδόσεως ή του εξυβριστικού ισχυρισμού στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 1599/2000).
Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ (ΑΠ 848/2019, ΑΠ 521/2018). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια, που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ, από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως.
Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011).
Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.
και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 149/2020, AΠ 169/2019, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 2089/2017, ΑΠ 265/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1211/2018, ΑΠ 1738/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε με την 1700/2020 απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος εκκαλών, Μ. Γ., τυγχάνει μέτοχος, πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης ενάγουσας, ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …, δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής ασφάλισης και διατηρεί πρακτορεία σε όλη τη χώρα, Στην πόλη των Σερρών, συνεργάτης της εταιρίας ήταν αρχικά, ως ασφαλιστική πράκτορας και στη συνέχεια ως συντονίστρια, η Θ.
Μ., από το έτος 1991 έως το έτος 2006 οπότε η ασφαλιστική εταιρία κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση. Έκτοτε δε οι ανωτέρω βρίσκονται σε οξύτατη μεταξύ τους δικαστική αντιδικία με ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων, αγωγών και μηνύσεων. Τον Ιούλιο του 2013 η Θ. Μ. απευθύνθηκε στην εναγομένη, δικηγόρο του Δ.Σ. Σερρών από το έτος 2006, με την οποία δεν είχε προηγούμενη επαγγελματική συνεργασία και της ανέθεσε τον χειρισμό έφεσης σε υπόθεσή της κατά της δεύτερης ενάγουσας, καθώς και την κατάθεση, ήδη συνταχθείσας από άλλον δικηγόρο από τον οποίο ανακάλεσαν την εντολή τους, μήνυσης, τόσο της ίδιας και συγγενικών της προσώπων όσο και πελατών της.
Συγκεκριμένα, εξέθεσε στην εναγόμενη ότι πέραν της ίδιας ενεργεί και για λογαριασμό ομάδας προσώπων, που ήταν πελάτες της και οι οποίοι θεωρούσαν ότι είχαν εξαπατηθεί από τους ενάγοντες, διότι το έτος 1999 αγόρασαν μετοχές της δεύτερης ενάγουσας στο πλαίσιο της αύξησης κεφαλαίου αυτής ενόψει της εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), γεγονός για το οποίο πείσθηκαν, μεταξύ άλλων, και από τις βεβαιώσεις του πρώτου ενάγοντα, ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης ενάγουσας, οι οποίες όμως αποδείχθηκαν ψευδείς καθόσον η εταιρία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις εισαγωγής της στο X.Α.A, στο οποίο ουδέποτε εισήχθη, με συνέπεια να υποστούν οικονομική ζημία συνιστάμενη στην απώλεια της δυνατότητας ρευστοποίησης των μετοχών τους.
Η εναγόμενη αποδέχθηκε την εντολή και αφού μελέτησε τα στοιχεία που της προσκόμισε η Θ- Μ., μεταξύ των οποίων και το κείμενο της μήνυσης, ενεργούσα για λογαριασμό του συνόλου των μηνυτών, και αφού διαπίστωσε αφενός την πολύχρονη διαμάχη της με τους ενάγοντες και αφετέρου την ήδη εκφρασθείσα, δια του κειμένου της μήνυσης, εντολή των μηνυτών για μήνυση για το αδίκημα της απάτης, ειδοποίησε την Θ.
Μ. να καλέσει τους αναφερόμενους 74 μηνυτές, με τους οποίους δεν είχε προηγουμένως καμία προσωπική επικοινωνία, να συναντηθούν μαζί της και να της παράσχουν εξουσιοδότηση για την κατάθεση της μήνυσης. Πράγματι, η Θ. Μ. ειδοποίησε τους μηνυτές, οι οποίοι προσήλθαν στο δικαστικό μέγαρο Σερρών και παρέδωσαν στην εναγομένη τα με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2013, κατ' ιδίαν, ειδικά πληρεξούσια, με τα οποία διόριζαν την εναγόμενη ειδική πληρεξούσια και αντίκλητό τους και της παρείχαν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να υποβάλει την ως άνω μήνυση και να τους εκπροσωπήσει στην ποινική προδικασία και κύρια διαδικασία ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, επικυρώνοντας παραλλήλως, με τον τρόπον αυτόν, εμμέσως πλην σαφώς, τη χορηγηθείσα σ' αυτήν εντολή και για την άσκηση της μήνυσης με το ως άνω περιεχόμενο.
Την 14.10.2013 η εναγόμενη υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Σερρών την, με φερόμενη ημεροχρονολογία 9.5.20131 μήνυση, η οποία έλαβε τον αριθμό ΕΓ3/2014/371 με την οποία ζητούνταν η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του νομίμου εκπροσώπους του πρόεδρου και αντιπροέδρου και των μελών του ΔΣ της ενάγουσας εταιρίας και του Γ.
Τ., δικηγόρου. Βάσει της μήνυσης αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων, κατά του πρώτου ενάγοντα, ως νομίμου εκπροσώπου και προέδρου του ΔΣ της ενάγουσας εταιρίας για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 30.000 € (άρθ. 386 παρ. 3 και 1 ΠΚ) και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Μετά το νομότυπο πέρας της ανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθ. 172/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο ο πρόεδρος του ΔΣ, Μ. Γ. και ήδη πρώτος ενάγων και πρώτος εκκαλών και ο αντιπρόεδρος του ΔΣ Τ. Θ., μη διάδικος στην παρούσα υπόθεση, παραπέμφθηκαν για να δικασθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, διότι κρίθηκε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος τους για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη.
Κατόπιν άσκησης έφεσης από τους κατηγορουμένους εκδόθηκε το υπ' αριθ. 860/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος τους λόγω παραγραφής, καθόσον κρίθηκε ότι από τον Αύγουστο του 1999, που φέρεται να έλαβε χώρα η εξαπάτηση των ζημιωθέντων, έως τη δημοσίευση του πρωτόδικου βουλεύματος, τον Σεπτέμβριο του 2014, παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν των 15 ετών, Εν τω μεταξύ, μετά την υποβολή της μήνυσης, οι ενάγοντες άσκησαν σε βάρος ορισμένων εκ των μηνυτών αγωγές, αιτούμενοι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν, όπως διατείνονταν, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των μηνυτών συνεπεία συκοφαντικής δυσφήμησής τους, ισχυριζόμενοι με την μήνυσή τους ότι ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας τέλεσαν σε βάρος τους το αδίκημα της απάτης.
Εξ αυτών, η με αριθμό κατάθεσης 5906/17.3.2014 αγωγή και η με αριθ- 5959/18.3.2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν σε βάρος του Γ. Μ. του Ν., o οποίος, για την αντίκρουσή τους, ζήτησε από την εναγομένη αντίγραφα των εγγράφων που είχαν κατατεθεί με την μήνυση. Τότε, για πρώτη φορά, έγινε αντιληπτό ότι αυτός δεν είχε δώσει έγγραφη εξουσιοδότηση στην εναγομένη για την υποβολή της μήνυσης.
Αμέσως η εναγομένη προέβη σε αντιπαραβολή όλων των εξουσιοδοτήσεων, που είχαν συνυποβληθεί με την ένδικη μήνυση και διαπίστωσε την έλλειψη εξουσιοδοτήσεων εκ μέρους οκτώ συνολικά προσώπων και συγκεκριμένα, των. Σ. Λ. του Γ., Γ. Μ. του Ν., Δ. Μ. του Ν., Ε. Μ. του Α., Π. Ο. του Μ. , Κ. Ο. του Δ., Κ. Τ. του Θ. και Δ. Μ. του Σ.
Με τη διαπίστωση αυτή υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών την από 20.3. 2014 έγγραφη δήλωσή της, με την οποία διευκρίνιζε ότι, τα ως άνω οκτώ άτομα από παραδρομή και λόγω του μεγάλου αριθμού των μηνυτών και του ασφυκτικού χρονικού διαστήματος, λόγω επικείμενης παραγραφής της αποδιδόμενης στους μηνυόμενους πράξης, συμπεριελήφθησαν στην μήνυση και δεν της είχαν χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα για την κατάθεσή της.
Όπως προαναφέρθηκε, η παύση της ποινικής δίωξης σε βάρος του πρώτου ενάγοντα, του αποδιδομένου σ' αυτόν αδικήματος της απάτης στην κακουργηματική της μορφή, δεν στηρίχθηκε στην αναλήθεια των αναφερομένων στη μήνυση γεγονότων, αλλά στην παραγραφή του αδικήματος λόγω παρόδου 15ετίας από την φερόμενη χρονολογία τέλεσής του.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στη μήνυση, σχετικά με τα ως άνω οκτώ άτομα δεν είναι αληθή, καθόσον αυτά αγόρασαν μετοχές από τρίτους μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας στο πλαίσιο ιδιωτικών συναλλαγών και όχι στο πλαίσιο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, ενόψει της εισόδου της στο Χ.Α.Α πεισθέντες προς τούτο από τον πρώτο ενάγοντα, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι o πρώτος ενάγων, ως πρόεδρος του ΔΣ της ενάγουσας εταιρίας ή οποιαδήποτε άλλο μέλος της είχε αθέμιτες συναλλαγές με τον αρχικό πληρεξούσιο δικηγόρο των μηνυτών, ο οποίος εξάλλου καταδικάστηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, σε βάρος της εταιρίας.
Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν αποδείχθηκε η γνώση της εναγομένης κατά το χρόνο της υποβολής της μήνυσης με την έννοια της επίγνωσης ότι τα περιστατικά που εκτίθονταν σι αυτήν ήταν ψευδή, αναφορικά με τα οκτώ ως άνω άτομα, όπως και η γνώση ότι δεν είχε εξουσιοδότηση και παρόλα αυτά προέβη στην κατάθεση της μήνυσης και στο όνομά τους.
Η εναγομένη ουσιαστικά κατέθεσε την μήνυση που είχε συντάξει άλλος δικηγόρος, αφού αντιπαρέβαλε τα στοιχεία (αγωγές, εξώδικα, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων) που της προσκόμισε και τις πληροφορίες που της παρείχε η Θ. Μ., η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των μηνυτών και δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε έλεγχο των ισχυρισμών των εντολέων της ούτε τελούσε αλλά και ούτε είχε λόγους να τελεί κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης εν γνώσει της αναλήθειας τόσο των αναφερομένων σ' αυτή περιστατικών, ως προς τα οκτώ άτομα, όσο και ότι δεν διέθετε εξουσιοδοτήσεις και παρόλα αυτά προέβη στην κατάθεση της μήνυσης, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Αντίθετα, η εναγομένη είχε την πεποίθηση ότι βρισκόταν εντός των ορίων της εντολής, όπως τα όρια αυτά οριοθετήθηκαν από την Θ. Μ., την οποία (εντολή) ουδείς εκ των μηνυτών ούτε εκ των συγκεκριμένων οκτώ αμφισβήτησε, έως την άσκηση της, σε βάρος του Γ. Μ., αγωγής, της ενάγουσας εταιρίας. Το γεγονός ότι η εναγομένη δεν έλαβε ειδικές εξουσιοδοτήσεις για την κατάθεση της μήνυσης από τα προαναφερόμενα οκτώ άτομα δεν αποδεικνύει ότι δολίως, ήτοι παρά την έλλειψη των εξουσιοδοτήσεων αυτών κατέθεσε την εν λόγω μήνυση με το ως άνω περιεχόμενο.
Όπως αποδείχθηκε τούτο συνέβη εκ παραδρομής λόγω του μεγάλου αριθμού των μηνυτών και του περιορισμένου χρόνου, που είχε στην διάθεσή της για την συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού ενόψει της επικείμενης παραγραφής της υπόθεσης, η οποία και εν τέλει πράγματι παραγράφηκε. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, περί της έλλειψης δόλιας προαίρεσης της εναγομένης σχετικά με την έλλειψη των εξουσιοδοτήσεων των οκτώ προαναφερόμενων ατόμων και των αναφερομένων σχετικά με αυτούς στη μήνυση περιστατικών ως ψευδών, ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγομένη αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τούτο, προέβη στην από 21.3.2014 δήλωσή της προς τον Εισαγγελέα Σερρών και παραλλήλως ειδοποίησε σχετικά τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ουδείς έως τότε, που χειρίστηκε την υπόθεση, είχε αντιληφθεί την έλλειψη αυτή.
Επομένως, και δεδομένου ότι, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των εναγόντων, που φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος τους, με την υποβολή της άνω μήνυσης για την αναφερόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη, της κακουργηματικής απάτης, απαιτείται γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε στη μήνυση καθώς και το γεγονός ότι διέθετε εξουσιοδοτήσεις για τα αναφερόμενα ως άνω οκτώ άτομα είναι ψευδή η οποία, γνώση, δεν υπήρξε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι επειδή δεν συνέτρεχαν τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης η εναγόμενη δεν τέλεσε σε βάρος των εναγόντων την πράξη αυτή, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους που τυγχάνουν, ως εκ τούτου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι, Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της εναγομένης κατηγορία, σε βάρος των εναγόντων, για την πράξη της απάτης, με την υποβολή της ως άνω μήνυσης, που τους προσάπτει το ανωτέρω, σοβαρής ηθικής απαξίας αδίκημα, ως ισχυρισμός γεγονότος (ήτοι ανακοίνωση κακουργηματικής απάτης) ήταν αντικειμενικώς ικανό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη, την πίστη και το επάγγελμα των εναγόντων και την εν γένει προσωπικότητά τους, η δε εναγομένη γνώριζε ότι τούτο ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, αφού εμπεριέχει αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης των τελευταίων και αφορά στην ηθική ακεραιότητα αυτών, Η συγκεκριμένη δε κατηγορία περιήλθε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστών, εισαγγελέων, υπαλλήλων του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας, αλλά και προσώπων του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος των εναγόντων) και είχε ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης αυτών οι οποίοι εμφανίστηκαν ότι ενέχονται στην ως άνω αξιόποινη πράξη.
Έτσι, η εναγομένη, τέλεσε σε βάρος των εναγόντων το αδίκημα της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως προεκτέθηκε. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της ίδιας της μήνυσης, στην οποία οι ενάγοντες μηνύονται ως νόμιμοι εκπρόσωποι και μέλη του ΔΣ της δεύτερης ενάγουσας ΑΕΕΓΑ για την καταγγελλόμενη πράξη.
Η επισκόπηση του περιεχομένου της μήνυσης οδηγεί σε κρίση ότι, σκοπός υποβολής αυτής ήταν να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και να αξιολογηθούν αυτά ποινικά, από τον αρμόδιο προς τούτο Εισαγγελέα, ώστε οι μηνυτές να μην στερηθούν δικαστικής προστασίας. Η σύνταξη δε και το ύφος της μήνυσης δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματος των οκτώ ως άνω ατόμων, το οποίο θεωρούσε ότι υπερασπιζόταν η εναγομένη με την κατάθεση της μήνυσης, έχοντας την πεποίθηση ότι είχε προς τούτο την εξουσιοδότηση τους.
Ως εκ τούτου τα ανωτέρω δεν συνιστούν ουδεμία άδικη πράξη (...).
Συνεπώς, η προβληθείσα πρωτοδίκως από την εναγόμενη ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος είναι ουσιαστικά βάσιμη, ενώ δεν θεμελιώνεται κατ' ουσία, η αντένσταση των εναγόντων στηριζόμενη στη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 367 ΠΚ, που προέβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως με την προσθήκη των προτάσεών τους και επαναφέρουν με σχετικό λόγο της έφεσής τους, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω κρίσεις, που περιλαμβάνονται στη μήνυση και αφορούν τους οκτώ φερόμενους ως μηνυτές δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθόσον σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη αγνοούσε την αναλήθειά τους με συνέπεια να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της εναγομένης.
Πρέπει, συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος Συνακόλουθα τούτων, εφόσον εν προκειμένω δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57-59, 914,919, 920 ΑΚ και σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361 ,362 και 363 ΠΚ, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την αιτούμενη, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ούτε έχει αντίστοιχη υποχρέωση η εναγόμενη-εφεσίβλητη ..."...Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και τη συνακόλουθη κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932, 57, 59 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363, 364, 367 ΠΚ, 36 του ν. 4194/2013 (κώδικα δικηγόρων), 7 του κώδικα δεοντολογίας δικηγόρων (από 1/1/1980 απόφαση ΔΣ του ΔΣΑ) και 116 ΚΠολΔ (καθήκον αληθείας), ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, αφού, πράγματι, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά της απλής δυσφημήσεως, ο άδικος χαρακτήρας της οποίας όμως αίρεται, διότι η αναιρεσίβλητη προέβη στις συγκεκριμένες ενέργειές της όχι με πρόθεση να πλήξει την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσειόντων αλλά αποκλειστικώς και μόνο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισης των αναιρεσειόντων, και συνεπώς, τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ανταποκρινόμενα στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της δεκτής γενομένης, ως άνω, ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των ενεργειών της λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και την αβασιμότητα της, προς κατάλυση της παραπάνω ενστάσεως, προταθείσας αντενστάσεως των αναιρεσειόντων (εναγόντων) από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, ενώ όσον αφορά την παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, του Κώδικα Δικηγορικής Δεοντολογίας και του άρθρου 116 ΚΠολΔ (πέραν του ότι το τελευταίο καθιερώθηκε αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης ΑΠ1211/2021, ΑΠ738/2012), προϋπόθεση για την εφαρμογή τους συνιστά η εν γνώσει της αναιρεσίβλητης επιχείρηση απαγορευμένων πράξεων που κατά τα προεκτεθέντα δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση.
Εξ άλλου με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές:
α) ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την εντολή της πρώην συνεργάτιδας των αναιρεσειόντων, ονόματι Θ. Μ. για την υποβολή της συνταχθείσας από έτερο δικηγόρο επίμαχης μήνυσης για το αδίκημα της απάτης κατά της πρώτης αναιρεσείουσας εκ μέρους 74 πελατών και συγγενών της και ότι προς τούτο ζήτησε να της χορηγήσουν αυτοί ειδικά πληρεξούσια για την υποβολή της μήνυσης και την περαιτέρω εκπροσώπησή τους, β) ότι η μήνυση υποβλήθηκε στις 14.10.2013, αλλά μόνον κατά το μήνα Μάρτιο 2014 έγινε αντιληπτό από την αναιρεσίβλητη, κατόπιν αντιπαραβολής των συνυποβληθεισών με τη μήνυση εξουσιοδοτήσεων, ότι οκτώ φυσικά πρόσωπα που διαλαμβάνονταν στη μήνυση δεν της είχαν χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα για την κατάθεσή της, καθώς και ότι τα αναφερόμενα στη μήνυση, σε σχέση με αυτούς, περιστατικά ήσαν αναληθή και, συνεπώς, κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε τα ανωτέρω περιστατικά και την προαναφερόμενη έλλειψη, γ) ότι η αναιρεσίβλητη είχε την πεποίθηση ότι βρισκόταν εντός των ορίων της δοθείσας από την Θ.
Μ. εντολής, η κατάθεση δε της μήνυσης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, όσον αφορά τα οκτώ φυσικά πρόσωπα και χωρίς εξουσιοδότησή τους, συνέβη εκ παραδρομής λόγω του μεγάλου αριθμού των μηνυτών και του περιορισμένου χρόνου που είχε στη διάθεσή της για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού ενόψει της επικείμενης παραγραφής της υπόθεσης η οποία εν τέλει επήλθε, ενώ αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τούτο προέβη στην από 21-3-2014 δήλωση στον αρμόδιο εισαγγελέα και ενημέρωσε και το δικηγόρο των αναιρεσειόντων, δ) ότι σκοπός της υποβολής της μήνυσης ήταν η δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και η ποινική αξιολόγηση από τον αρμόδιο εισαγγελέα ώστε οι μηνυτές να μη στερηθούν της δικαστικής προστασίας και στ) ότι το περιεχόμενο και το ύφος της μήνυσης δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματος των οκτώ ως άνω ατόμων, το οποίο θεωρούσε η αναιρεσίβλητη ότι υπερασπιζόταν με την κατάθεση της μήνυσης, έχοντας την πεποίθηση ότι είχε προς τούτο την εξουσιοδότησή τους.
Σημειωτέον ότι η παραδοχή περί μη τέλεσης της συκοφαντικής δυσφημίσεως δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή περί τέλεσης απλής δυσφημίσεως, καθόσον πρόκειται για διαφορετικά αδικήματα εκ των οποίων το μεν της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν θεμελιώνεται λόγω έλλειψης του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου (γνώσης) της αναιρεσίβλητης, ο δε άδικος χαρακτήρας εκείνου της απλής δυσφήμησης αίρεται, αφού σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, αφενός η αναιρεσίβλητη, με την πεποίθηση ότι είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση, θεωρούσε ότι υπερασπιζόταν και διαφύλαττε τα δικαιώματα των μηνυτών (μεταξύ των οποίων και των οκτώ), χωρίς το ύφος της μήνυσης να υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο, συνιστώντας εξύβριση, αφετέρου αγνοούσε την αναλήθεια των επίμαχων γεγονότων αναφορικά με τους τελευταίους.
Συνεπώς αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι (πρώτος και δεύτερος) με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 και του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις της αναίρεσης που διαλαμβάνονται διάσπαρτες στο οικείο δικόγραφο και τους άνω λόγους είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ουσία της υπόθεσης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2020 αίτηση: 1. του Μ. Γ., 2. της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθμό 1700/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ