Legislator Case Law & Legislation
1533/2018 AI generated

1533/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1533/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1533/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω από το άρθρο 576 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Keywords

AI generated
agricultural enterprise operation agricultural structures common organisation of agricultural markets agreements and concentrations agricultural production contract action for exclusion from co-ownership
AI generated
1832/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
117/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
629/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
1597/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
1620/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3909/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5594/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1533 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1533/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΟΝΙΜΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΝΑΥΤΙΚΟΥ" (ΟΣΜΑΝ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: α) Λάμπρο Κιτσαρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-11-2016 δήλωσή του και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) Κωνσταντίνο Αθανασόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) …και 26) Α. Μ. του Κ., κατοίκου .... Οι 20ος και 21ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο και οι λοιποί (1ος-19ος και 22ος-26ος) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τρουφάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, πλην των 25ης α, 25ου β και 25ου γ, και του αρχικού διαδίκου Σ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4538/2012, όπως αυτή διορθώθηκε με την 751/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2831/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2015 αίτησή του και τους από 3-8-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 13-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του τρίτου πρόσθετου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 § 1 του Κ.Πολ.Δικ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 §§ 1 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, προκειμένου για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω από το άρθρο 576 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και, σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και φωτοαντίγραφα των οικείων σελίδων του πινακίου προκύπτει ότι δικάσιμος της συζήτησης για την κρινόμενη από 24-11-2015 αίτηση και το από 3-8-2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της 2831/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με επιμέλεια των αναιρεσείοντος, ορίστηκε η 17-10-2016, μετ' αναβολή δε η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου οι μεν αναιρεσίβλητοι υπό τους αύξοντες αριθμούς του αναιρετηρίου 20 και 21 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, ο οποίος προσκόμισε τα σχετικά πληρεξούσια, οι δε λοιποί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τρουφάκο, ο οποίος όμως δεν προσκόμισε πληρεξούσιο για τον πρώτο αυτών, δηλ.

τον Σ. Τ., αλλά μόνο για τους αναιρεσίβλητους υπό τους αύξοντες αριθμούς 2 έως 19 και 22 έως και 26. Εξ άλλου δεν προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, πριν από την αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο, είχε παραστεί στο ακροατήριο ώστε να παράσχει νομίμως πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο που εμφανίστηκε για λογαριασμό του.

Περαιτέρω, εφόσον το αναιρεσείον επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και προσκομίζει τις υπ' αριθμ. 189Γ/11-7-2016 και 312Γ/26-8-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Χ. Π. με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, από αυτές προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τις κάτω απ' αυτές πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου για την 17-10-2016, καθώς και κλήση πρός συζήτηση για την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, νομίμως και εμπροθέσμως.

Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευσή του τελευταίου, η συζήτηση χωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, που ορίζει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου κατά τη διάταξη αυτή είναι οι ακόλουθες:

α) Πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο, γ) Η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, να πρόκειται δηλαδή για πράξη ή παράλειψη, την οποία το όργανο διαπράττει με την ιδιότητά του αυτή.

Πρέπει συγκεκριμένα η πράξη ή παράλειψη του οργάνου να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου και να μην είναι άσχετη ή ξένη προς τα καθήκοντα αυτά, αδιάφορα αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των εν λόγω καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και το όργανο αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη με το καταστατικό όργανό του ευθύνη για αποζημίωση (ΑΠ 988/2014, ΑΠ 1485/2010, ΑΠ 380/2008).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του Ν.Δ. 505/1970 "§1. Οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί των μονίμων εν ενεργεία Αξιωματικών του Ναυτικού και της Αεροπορίας υπό την επωνυμίαν "..." και "...", ων τα καταστατικά έχουν εγκριθή δια των υπ' αριθ. Δ4δ/12496/φ.1777/14.10.1968 και Δ4δ/12495/φ.1778/14.10.1968 (ΦΕΚ Β 567), αντιστοίχως, αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, διέπονται εφ' εξής υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου.

§2. Οι Συνεταιρισμοί ούτοι αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενα υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργού Εθνικής Αμύνης δια των Αρχηγών των οικείων Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων (Ναυτικού ή Αεροπορίας). Είναι δε περιωρισμένης ευθύνης και δεν κέκτηνται την εμπορικήν ιδιότητα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 αυτού "Σκοπός των Συνεταιρισμών τούτων είναι η απόκτησις ακινήτων εξοχικών εκτάσεων και η διανομή αυτών εις τους Συνεταίρους μετά την διαρρύθμισιν του εντός και πέριξ αυτών χώρου ως οικοδομησίμου, καταλλήλου προς ανέγερσιν εξοχικής κατοικίας συμφώνως προς τας ισχυούσας διατάξεις περί όρων δομήσεως".

Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 § 1α αυτού "1. Προς επίτευξιν του άνω σκοπού οι Συνεταιρισμοί δύνανται: α) Να προβαίνουν μετ' απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου και υπό όρους εγκρινομένους προηγουμένως υπό του Ανωτάτου Συμβουλίου του οικείου Κλάδου (Ναυτικού ή Αεροπορίας) εις την προκήρυξιν δημοσίων μειοδοτικών διαγωνισμών προς αγοράν ακινήτων, εις την απ' ευθείας αγοράν τοιούτων, ως και να συμμετέχουν εις προκηρυσσομένους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς προς τον σκοπόν τούτον (...)", ενώ κατά το άρθρο 13 § 1 εδ.γ' του ιδίου ν.δ/τος "Το Διοικητικόν Συμβούλιον έχει τας κάτωθι αρμοδιότητας:

α)..., β)..., γ) Ενεργεί πάσαν πράξιν εντός των σκοπών του Συνεταιρισμού των καθοριζομένων υπό του παρόντος νόμου και του καταστατικού" και τέλος στο άρθρο 19 § 2 υπάρχει η πρόβλεψη ότι διατάξεις των καταστατικών των ως άνω συνεταιρισμών ''...'' και ''...'', αντικείμενες προς τις διατάξεις του εν λόγω ν.δ/τος, καταργούνται.

Εξ άλλου στο άρθρο 2 § 1 του Π.Δ. 93/1987 (ΦΕΚ Α 52), όπως το διάταγμα αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την κατάργησή του με το άρθρο 26 § 11 του ν. 4280/2014, ορίζεται: "Τρόποι εξασφάλισης κατοικίας. Όλοι οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί μπορούν να εξασφαλίσουν κατοικία για τα μέλη τους με τους παρακάτω τρόπους: α) Με παραγωγή κατοικιών από ενιαίο κατασκευαστικό φορέα.

β) Με διανομή αυτοτελών οικοπέδων για την ανέγερση κατοικών από τα μέλη. γ) Με απ' ευθείας αγορά έτοιμων κατοικιών. δ) Με συνδυασμό των παραπάνω περιπτώσεων και με τις προϋποθέσεις των διατάξεων του παρόντος Π.Δ/τος", ενώ στο άρθρο 17 §§ 1 και 2 αυτού προβλέπεται ότι: "1. Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί και οικοδομικοί οργανισμοί οφείλουν να προσαρμόζουν τα προγράμματά τους στο γενικότερο οικιστικό και στεγαστικό πρόγραμμα του κράτους και να επιλέγουν προς αγορά εκτάσεις μέσα στις περιοχές που προβλέπονται για οικιστική χρήση από εγκεκριμένα ή γενικά πολεοδομικά σχέδια ή ζώνες οικιστικού ελέγχου ή από άλλα σχέδια ρύθμισης των χρήσεων γης. 2.

Αν δεν υπάρχει γενικό πολεοδομικό σχέδιο ή Ζ.Ο.Ε. ή άλλο σχέδιο ρύθμισης των χρήσεων γης ή στα όρια των αντιστοίχων εγκεκριμένων αυτών σχεδίων δεν είναι δυνατή η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του οικοδομικού συνεταιρισμού ή οικοδομικού οργανισμού, είναι δυνατόν, μέσα στα πλαίσια και τις κατευθύνσεις της χωροταξικής και οικιστικής πολιτικής, να εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

η χωροθέτηση του οικοδομικού συνεταιρισμού και η οικιστική καταλληλότητα της συγκεκριμένης έκτασης για την οικιστική εξυπηρέτηση οικοδομικού συνεταιρισμού ή οικοδομικού οργανισμού. Η απόφαση αυτή εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου Ο.Τ.Α. και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, βασίζεται δε σε γενικά και ειδικά πολεοδομικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης έκτασης καθώς και της ευρύτερης περιοχής".

Οι διατάξεις αυτές του π.δ/τος 93/1987, που αφορούν στις διαδικασίες που τηρούνται για την αγορά έκτασης ή κατοικιών, καθώς και για την πολεοδόμηση των εκτάσεων ιδιοκτησίας των συνεταιρισμών και τον καθορισμό όρων και περιορισμών δομήσεως, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 25 εδ. β' του ίδιου π.δ/τος εφαρμόζονται και στους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, όπως είναι αυτός των Αξιωματικών του Π.

Ναυτικού, που κατά τη δημοσίευση του ν. 1337/1983 υπάγονταν στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλ. απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες-ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι τυγχάνουν μέλη του εναγομένου [αναιρεσείοντος] οικοδομικού συνεταιρισμού και ότι με την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων του τελευταίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν υπέστησαν περιουσιακή αλλά και μη περιουσιακή ζημία, για την οποία ευθύνεται σε αποζημίωση το εναγόμενο νομικό πρόσωπο.

Το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση κατ' έφεση, έκρινε ότι η αγωγή στράφηκε παραδεκτώς κατά του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτό ευθύνεται έναντι των μελών του για πράξεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν και άρα νομιμοποιείται παθητικώς στην προκειμένη δίκη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, αφού στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθενται πράγματι τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον των εναγόντων για την άσκησή της.

Συνεπώς ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείον) νομικό πρόσωπο αποτελεί αστικό οικοδομικό συνεταιρισμό, που συνεστήθη δυνάμει του από 31-8-1968 καταστατικού, εγκρίθηκε με σχετική απόφαση του τότε Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας, αυτή δε η υπουργική απόφαση δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 507/Δ/24-10-1968, σύμφωνα με τον Α.Ν.201/67 και τον Ν.602/15.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω καταστατικού το εναγόμενο έχει ως κύριο σκοπό του την απόκτηση από κάθε μέλος του έτοιμης οικίας ή κατοικίας που πληροί τους όρους δόμησης που καθορίζονται από τις οικείες διατάξεις ή την απόκτηση οικοπέδου άρτιου αστικής ή εξοχικής εκτάσεως με σκοπό την ανέγερση οικοδομής ή την με οποιοδήποτε τρόπο στεγαστική ή μη εξυπηρέτηση αυτών.

Γενικότερα επιλαμβάνεται και μεριμνά περί των ζητημάτων στεγάσεως των μελών του. Προς εκπλήρωση του σκοπού του δύναται να προβαίνει στις εξής ενέργειες: 1. ......2. Στην αγορά ή απόκτηση με άλλο νόμιμο τρόπο και διάθεση αποκλειστικά στα μέλη α) έτοιμων κατοικιών κατάλληλων προς στέγαση των μελών, β) άρτιων οικοπέδων ή ακινήτων οικοπεδικής αξίας κατάλληλων προς ανέγερση κατοικιών για τους συνεταίρους, γ) οικοπεδικών εκτάσεων προς δημιουργία οικισμού με τη διανομή τούτων σε άρτια και κατάλληλα για ανέγερση οικιών οικόπεδα, βάσει αρμοδίως εγκρινομένου σχεδίου.....3.

Στην εξεύρεση και εξασφάλιση με ειδικές συμβάσεις και με τα προσφορότερα μέσα οικοπεδικών εκτάσεων προς κατάτμηση τούτων, βάσει αρμοδίως εγκεκριμένου σχεδίου, σε άρτια οικόπεδα και διανομή των οικοπέδων στους συνεταίρους ή προς ομαδική ανοικοδόμηση για αστικό ή θερινό συνοικισμό .... 12. Εν γένει δύναται να προβαίνει μετά από απόφαση της Γ.Σ.

σε κάθε σύμβαση, ενέργεια και εργασία που κρίνεται αναγκαία για την εκπλήρωση των γενικών και ειδικών σκοπών του συνεταιρισμού. Από τη διατύπωση του άρθρου αυτού του καταστατικού του εναγομένου ("στην με οποιοδήποτε τρόπο στεγαστική ή μη εξυπηρέτηση των μελών" και "γενικότερα επιλαμβάνεται και μεριμνά περί των ζητημάτων στέγασης των μελών του"), καθώς και από τη γενική διατύπωση της παραγράφου 12, προκύπτει σαφώς ότι η απαρίθμηση των ενεργειών που κατατείνουν στην εκπλήρωση του σκοπού του είναι ενδεικτική και παρέχεται μεγάλη ευχέρεια χειρισμών στα καταστατικά όργανα αυτού, αφού το εν λόγω άρθρο αναφέρεται και περιλαμβάνει κάθε είδους ενέργειες που κρίνονται αναγκαίες για την επίτευξη τόσο των γενικών όσο και των ειδικών σκοπών του, χωρίς να αποκλείει ρητά κάποια ενέργεια, αρκεί αυτή να είναι πρόσφορη για την εκπλήρωση των σκοπών του.

Άλλωστε και η διατύπωση των ενεργειών του συνεταιρισμού στο άρθρο 2 του ΝΔ 505/1970, ειδικότερα δε η λέξη "δύναται", αλλά και του άρθρου 17 του ΠΔ 93/1987, δεν απαγορεύει οποιαδήποτε, πλην των ενδεικτικά αναφερομένων στις διατάξεις αυτές, ενέργεια των καταστατικών οργάνων του Συνεταιρισμού, εφόσον κινείται μέσα στα όρια του νόμου και άγει σε επίτευξη του σκοπού αυτού.

Με την έννοια αυτή, εντός των σκοπών του εναγομένου περιλαμβάνονται και ευρίσκονται και ενέργειες, οι οποίες με υπόδειξη και καθοδήγηση του εναγομένου διενεργούνται απευθείας από τα μέλη του, εφόσον στοχεύουν στην ικανοποίηση και στην κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών. Στο πλαίσιο λοιπόν του ως άνω σκοπού του, το ΔΣ του εναγομένου εξέδωσε την από 10-2-2005 ανακοίνωση-πρόσκληση προς τα μέλη του, στην οποία ανέφερε την προσπάθειά του για εξεύρεση κατάλληλων εκτάσεων προς κάλυψη των αναγκών τους.

Μεταξύ αυτών ήταν και στην περιοχή της λίμνης Μαραθώνα έκταση 120 περίπου στρεμμάτων, στο κέντρο του νοητού τριγώνου Αγίου Στεφάνου - Καπανδριτίου - Βαρνάβα - Γραμματικού, φυσική συνέχεια των βορείων προαστίων με ελαφρότατη κλίση κάτω του 4%, καθόλου βραχώδης, προστατευμένη από το βοριά, με πολύ ανοικτό ορίζοντα προς τη θάλασσα του Ευβοϊκού, την Πάρνηθα και την Πεντέλη.

Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι η έκταση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί: α) με ιδιωτική πολεοδόμηση (σε βάθος χρόνου) βασιζόμενη σε σχετική προμελέτη της εταιρείας "... Α.Ε." για τη δημιουργία οικισμού επί δομημένης επιφάνειας 72.682 τ.μ., οπότε προκύπτουν 43.609 τ.μ. οικοδομήσιμα, εκ των οποίων 42.660 τ.μ. διατίθενται για κατοικίες και 949 τ.μ.

για κοινόχρηστες και κοινωφελείς εγκαταστάσεις, β) με άμεση πολεοδόμηση και αξιοποίηση της περιοχής, αφού η έκταση αυτή αποτελείται από αυτοτελή τμήματα ιδιοκτησιών 4-13 στρεμμάτων, όλα σε επαφή με αναγνωρισμένους δρόμους, λύση που προέκρινε ως καταλληλότερη το εναγόμενο. Στην εν λόγω ανακοίνωσή του επισημαίνεται ότι η άμεση αυτή δόμηση μπορεί να γίνει με τις τότε ισχύουσες διατάξεις για τις εκτός σχεδίου περιοχές, όπου επιτρέπεται η δόμηση 200 τμ., πλέον υπογείου και ημιυπαιθρίων χώρων για έκταση 4 στρεμμάτων, ενώ για τις εκτάσεις που υπερβαίνουν τα 4 στρέμματα επιτρέπεται δόμηση επιπλέον 2% και στα επόμενα 12 στρέμματα δόμηση 1% επιπλέον.

Με τον τρόπο αυτό δόμησης, σε κάθε μέλος του εναγομένου θα αντιστοιχούσε εξ αδιαιρέτου επιφάνεια του οικοπέδου 1.000 τ.μ., στην οποία αναλογούν περίπου 50 τ.μ. κτίσματος με τον αντίστοιχο υπόγειο χώρο, καθώς και ημιϋπαίθριους, ενώ η επιθυμητή τιμή πώλησης καθορίστηκε από το εναγόμενο στο ποσό των 45.000 ευρώ ανά στρέμμα, με προκαταβολή του 50% και το υπόλοιπο σε έξι μηνιαίες δόσεις, στην περίπτωση δε που θα προτιμηθεί η αγορά έκτασης έναντι μετρητών χρημάτων, τότε το τίμημα θα ανερχόταν σε 42.000 ευρώ ανά στρέμμα.

Το εναγόμενο ζήτησε επίσης από τα μέλη του να υποβάλουν το αργότερο έως την 1η Απριλίου 2005 δήλωση ενδιαφέροντος για κάποια ή κάποιες από τις περιοχές που ανέφερε η ανακοίνωση, επισημαίνοντας ότι ανάλογα με το ενδιαφέρον που θα εκδηλωθεί και εφόσον το ενδιαφέρον αυτό καλύψει τα οικόπεδα που προσφέρει η κάθε περιοχή, θα ζητηθεί από όσους εκδήλωσαν ενδιαφέρον προκαταβολή ποσοστού 10% περίπου της όλης αξίας του οικοπέδου, προκειμένου στη συνέχεια να υπογραφεί συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και να δεσμευθεί η περιοχή αυτή, ενώ τόνιζε ότι, σε περίπτωση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, από περισσότερα μέλη, θα ληφθεί υπόψη η σειρά προτεραιότητας εγγραφής στο εναγόμενο ενός έκαστου των νέων μελών.

Επίσης το εναγόμενο δήλωσε ότι πολλές τράπεζες προθυμοποιήθηκαν να εξασφαλίσουν δάνεια σε όσα μέλη θα επιθυμούσαν να αγοράσουν κάποια έκταση, με όρους ευνοϊκότερους των εν γένει επικρατούντων στην αγορά. Μεταξύ των μελών του εναγομένου, που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την περιοχή της λίμνης Μαραθώνα και συμπλήρωσαν τη συνημμένη στην ως άνω ανακοίνωση-πρόσκληση του εναγομένου δήλωση ενδιαφέροντος, ήταν και οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι).

Μετά απ' αυτό, το εναγόμενο, αφού συγκέντρωσε τις δηλώσεις ενδιαφέροντος των μελών του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των εναγόντων, απέστειλε σ' αυτά έγγραφο, με το οποίο τους ενημέρωνε ότι είναι δικαιούχοι για την αγορά έκτασης στην ως άνω περιοχή, ότι ο προβλεπόμενος αριθμός των δικαιούχων ανέρχεται σε 100, ότι η τιμή αγοράς ανά τ.μ.

ανέρχεται σε 40 ευρώ μετρητά και 44 ευρώ με διακανονισμό, ότι εντός προθεσμίας που κυμαινόταν ανά δικαιούχο θα έπρεπε να καταβληθεί το 10% της αξίας που αντιστοιχούσε στο μερίδιο που ο καθένας θα αγόραζε, ενώ όσοι επέλεγαν να καταβάλουν το τίμημα με μετρητά, έπρεπε επίσης εντός κάποιας προθεσμίας να το καταθέσουν σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου.

Μάλιστα την αγορά των εν λόγω εκτάσεων στην περιοχή της λίμνης Μαραθώνα στις ως άνω τιμές ενέκρινε με απόφασή του και το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο. Στη συνέχεια οι ενάγοντες, συμβληθέντες δια του πληρεξουσίου τους Ιωάννη Ρούμπου, απέκτησαν με αγορά, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος στα σχετικά βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα (τομ. 257, αρ. 236) υπ' αριθμ. 67523/27-9-2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Α.

Κ., από τη μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία με την επωνυμία "..." ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της (τότε) Κοινότητας Γραμματικού Αττικής, εκτάσεως 6.534 τ.μ., εμφαινόμενο περιμετρικά με τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-1 στο από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.

Ρ., στο οποίο αυτός δηλώνει υπεύθυνα ότι η έκταση αυτή ευρίσκεται εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως, είναι άρτια και οικοδομήσιμη σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις και συνορεύει κατά το εν λόγω τοπογραφικό βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία της ως άνω πωλήτριας εταιρείας και εν μέρει με δημόσια δασική έκταση, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει με δημόσια δασική έκταση, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων, εν μέρει με δημόσια δασική έκταση και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ.

Χ. και λοιπών συνιδιοκτητών και δυτικά με αγροτική οδό, εν μέρει με ιδιοκτησία της ίδιας πωλήτριας εταιρείας και εν μέρει με δημόσια δασική έκταση. Επίσης οι ενάγοντες, συμβληθέντες δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου τους, απέκτησαν με αγορά, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ίδια βιβλία (τομ. 257, αρ. 237) συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου με αρ. 67524/27-9-2006, από τον Π.

Κ. του Γ. ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Γραμματικού Αττικής, εκτάσεως (κατόπιν νεότερης καταμέτρησης) 12.966 τ.μ., εμφαινόμενο περιμετρικά με τους αριθμούς 1-2-3-12-11-14-18-23-27-40-39-38-36-54-55-42-57-56-41-53-52-51-47-49-58-59-1 στο από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.

Ρ., στο οποίο αυτός δηλώνει υπεύθυνα ότι η ιδιοκτησία αυτή ευρίσκεται εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως, είναι άρτια κα οικοδομήσιμη σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις και συνορεύει κατά το ως άνω τοπογραφικό δυτικά εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Μ., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Α.

Μ., βόρεια με αγροτική οδό, ανατολικά εν μέρει με αγροτική οδό, εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Ε. και εν μέρει με δημόσια δασική έκταση και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ.. Σημειώνεται ότι για τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων δεν ήταν απαραίτητη ούτε η επισύναψη σχετικής εγκριτικής απόφασης του ΥΠΕΧΩΔΕ ούτε και βεβαίωσης του Υπουργείου Γεωργίας περί οικιστικής καταλληλότητας και του δασικού χαρακτήρα ή μη των εκτάσεων, δεδομένου ότι τις διατυπώσεις αυτές (με ποινή ακυρότητας των συμβολαίων) απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 17 § 4 και 25 του ΠΔ 93/1987, στην περίπτωση που συμβάλλεται οικοδομικός συνεταιρισμός, ενώ στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, συνεβλήθησαν απευθείας τα μέλη αυτού-ενάγοντες, ανεξάρτητα από τον καθοδηγητικό και συντονιστικό ρόλο του εναγομένου.

Τις παραπάνω εκτάσεις απέκτησαν οι ενάγοντες κατά κυριότητα σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου ως εξής: α) κατά ποσοστό 1/39 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα οι 2ος, 3η, 8ος, 9η, 14ος, 15η, 18η, 19ος, 20ος, 23ος, 24ος και ο αρχικός (25ος) ενάγων Σ. Σ., το ποσοστό του οποίου (1/39) κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου οι με στοιχεία 25α, 25β και 25γ εφεσίβλητοι-ενάγοντες, νόμιμη σύζυγος και τέκνα αυτού, αντίστοιχα, β) κατά ποσοστό 2/39 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα οι 1ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7η, 16ος, 17ος, 21ος, 22ος και 26ος, γ) κατά ποσοστό 1/39 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας οι 12ος και 13ος ενάγοντες, ανήλικα τότε τέκνα των 10ου και 11ης εναγόντων, οι οποίοι (γονείς αυτών) απέκτησαν το ως άνω ποσοστό κατ' επικαρπία.

Για την απόκτηση δε των ως άνω εκτάσεων οι ενάγοντες κατέβαλαν στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, καθ' υπόδειξη αυτού, τα εξής ποσά". Στη συνέχεια, και αφού παραθέτει λεπτομερώς τα καταβληθέντα από κάθε ενάγοντα ποσά, το Εφετείο συνεχίζει: "Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι το πρόγραμμα οικιστικής εκμετάλλευσης της εν λόγω περιοχής προς όφελος των μελών του εναγομένου δεν εκπληρώθηκε, αφού από τα 100 στρέμματα έκτασης που έπρεπε να αγοραστούν, ώστε να είναι δυνατή η άμεση εκτός σχεδίου δόμηση ή η ιδιωτική πολεοδόμηση σε βάθος χρόνου, αγοράστηκε έκταση μόνο 19.500 τ.μ.

Επίσης δεν προβλέπεται άμεση ή σύντομη ένταξη της περιοχής σε σχέδιο πόλεως, ενώ δεν είναι δυνατή ούτε η πολεοδόμηση της περιοχής με τη διαδικασία της ιδιωτικής πολεοδόμησης ή με παρεμφερή διαδικασία, αφού δεν υπάρχει εγκεκριμένο ΓΠΣ ή ΣΧΟΟΑΠ ή άλλη ρύθμιση. Εξάλλου, λόγω του πολύ μικρού ποσοστού εξ αδιαιρέτου της έκτασης που αντιστοιχεί στους ενάγοντες, δεν είναι δυνατή η αξιοποίηση με δόμηση σύμφωνα με τους όρους εκτός σχεδίου, αφού η ελάχιστη έκταση που θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε κάθε ιδιοκτήτη για να επιχειρηθεί τέτοια αξιοποίηση είναι 1.500 τ.μ.

Οι εξ αδιαιρέτου αγορασθείσες εκτάσεις δεν εξασφαλίζουν οικοδόμηση 50 τ.μ., με αντίστοιχο υπόγειο χώρο και τους ημιϋπαίθριους χώρους, όπως αρχικά είχε ανακοινωθεί από το ΔΣ του εναγομένου, ενώ και η περίπτωση ιδιωτικής πολεοδόμησης πρέπει να αποκλειστεί, έστω και αν συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα κατ' ελάχιστο 50 στρέμματα.

Το ΔΣ του εναγομένου είχε κατ' επανάληψη ασχοληθεί με την κρινόμενη περίπτωση (βλ. τα με αριθμούς 237/12-4-2005, 238/19-5-2005, 244/16-12-2005, 249/3-8-2006 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού), είχε επιμεληθεί του προγράμματος κάλυψης των οικιστικών αναγκών των εναγόντων στην περιοχή, είχε εξεύρει την έκταση αυτή, είχε διαπραγματευθεί την τιμή αγοράς της, καθώς και τον τρόπο και τους όρους δόμησης αυτής (το ίδιο δε πρόγραμμα και την ίδια πρακτική της αγοράς απευθείας από τα μέλη του είχε εφαρμόσει το εναγόμενο και αναφορικά με άλλες εκτάσεις στην περιοχή της Κερατέας), το δε εν λόγω πρόγραμμα είχε λάβει την έγκριση του ΑΝΣ.

Παρά ταύτα το ΔΣ του εκκαλούντος εναγομένου δεν ενημέρωσε με οποιονδήποτε τρόπο τους ενάγοντες πριν την υπογραφή των ως άνω δύο συμβολαίων περί του ότι η προς αγορά έκταση είναι μικρότερη κατά πολύ της αρχικώς εξαγγελθείσας, γεγονός που επηρέαζε την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, καθόσον όπως αποδείχθηκε αυτή η μικρότερη έκταση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί με κανέναν τρόπο προς όφελος των εναγόντων μελών του.

Αν οι ενάγοντες είχαν λάβει σχετική ενημέρωση από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, την οποία τελικά έλαβαν μόλις το έτος 2008, δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, καταβάλλοντας μάλιστα και το τίμημα. Αντίθετα, κατά την υπογραφή των συμβολαίων, στην οποία προσκλήθηκαν με το από 2-8-2006 έγγραφο του εναγομένου, οι ενάγοντες διατηρούσαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι οι αγοραζόμενες εκτάσεις αποτελούσαν τμήματα της ευρύτερης και αξιοποιήσιμης έκτασης των 100 στρεμμάτων, για την οποία είχαν προσκληθεί, είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον και είχαν καταστεί δικαιούχοι.

Το εναγόμενο δια των οργάνων του σαφώς γνώριζε ότι δεν ήταν δυνατή η αγορά της ως άνω ευρύτερης έκτασης κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβολαίων, πλην όμως δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα για την ενημέρωση των εναγόντων μελών του, ώστε να μη προβούν στην αγορά των ως άνω εκτάσεων, αν και είχε υποχρέωση να προβεί σ' αυτήν την ενέργεια, σύμφωνα με τους σκοπούς που απορρέουν από το καταστατικό του και επιβάλουν την καταβολή κάθε επιμέλειας για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των μελών του, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και ιδίως με τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των εννόμων αγαθών των άλλων, παραλείποντας δε την υποχρέωσή του αυτή (συμπεριφορά μη συνάδουσα σε νομικό πρόσωπο που διοικείται από εν ενεργεία μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων) ζημίωσε τους ενάγοντες, καθόσον αυτοί κατέβαλαν για την αγορά των εξ αδιαιρέτου μεριδίων της έκτασης αυτής τα προαναφερόμενα ποσά, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οικιστικής αξιοποίησης αυτών των εκτάσεων, όπως προέβλεπε το πρόγραμμα για το οποίο εκδήλωσαν ενδιαφέρον και έτσι απέκτησαν εκτάσεις ουσιαστικά άχρηστες.

Για το λόγο αυτό δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για το ύψος της ζημίας των εναγόντων, όπως ζητά το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την υπό κρίση έφεσή του. Ευθύνεται δε το εναγόμενο για τη ζημία που προξένησαν με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους τα όργανα αυτού στους ενάγοντες, κατ' άρθρο 71 ΑΚ, εφόσον τα εν λόγω όργανα ενήργησαν εντός του πλαισίου των νομίμων καθηκόντων τους, αφού άλλωστε ευθύνη του νομικού προσώπου υφίσταται και για πράξεις που ενεργήθηκαν κατά κατάχρηση ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων που τους ανετέθησαν.

Το δε γεγονός, ότι ορισμένα μόνο μέλη του ΔΣ αυτού καταδικάστηκαν με απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς για απάτη, δεν αναιρεί την ως άνω ευθύνη του εναγομένου έναντι των εναγόντων και την προς αποζημίωση αυτών υποχρέωση του, κατ' άρθρα 71, 914, 932 ΑΚ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους τα αναλυτικά αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 71, 288, 297, 298, 330 παρ,2 και 914 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3, 13παρ. 1α και γ του ν.δ. 505/1970 και 17 του π.δ/τος 93/1987. Ειδικότερα, ορθά το δικαστήριο έκρινε, ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις περί των οικοδομικών συνεταιρισμών, δεν απαγορεύεται οποιαδήποτε, πλην των ενδεικτικά αναφερομένων στις διατάξεις αυτές, ενέργεια των καταστατικών οργάνων του Συνεταιρισμού, εφόσον κινείται μέσα στα όρια του νόμου και άγει σε επίτευξη των σκοπών του συνεταιρισμού, εντός των οποίων περιλαμβάνονται και ενέργειες, οι οποίες με υπόδειξη και καθοδήγησή του διενεργούνται απευθείας από τα μέλη του, εφόσον στοχεύουν στην ικανοποίηση και την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών3 και συνεπώς, σε συνδυασμό και με την, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, παρεχόμενη από το άρθρο 3 του καταστατικού του αναιρεσείοντος, στα r καταστατικά του όργανα, μεγάλη ευχέρεια χειρισμών που κρίνονται αναγκαίες για την εκπλήρωση των γενικών και ειδικών σκοπών του, νόμιμα το αναιρεσείον με τις ενέργειές του υπέδειξε στους αναιρεσιβλήτους μέλη του να προβούν απευθείας οι ίδιοι στην αγορά των επιδίκων εκτάσεων, εφόσον οι τελευταίοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα οικιστικής εκμετάλλευσης της συγκεκριμένης περιοχής, που είχε εξαγγείλει με την από 10-2-2005 ανακοίνωση-πρόσκληση προς τα μέλη του.

Ορθά επίσης δέχθηκε το Εφετείο, ότι θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου για τη ζημία που προξένησαν με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους τα όργανά του, εφόσον κατά τις παραδοχές του, αυτά ενήργησαν εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, έστω και αν αυτά ενήργησαν καθ' υπέρβαση των καθηκόντων τους ή κατά κατάχρηση της εξουσίας τους.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίως αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο) και ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης ή εάν δεν είχαν προβληθεί εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλονται και αποδεικνύονται με ελεύθερη απόδειξη από τον προτείνοντα οι λόγοι της βραδείας προβολής (ΑΠ 999/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 2234/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του κυρίως αναιρετηρίου, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου) και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο από την ίδια διάταξη, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τον υπολογισμό της περιουσιακής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, παρέλειψε να προβεί στο συνυπολογισμό του οφέλους τους από την εμπορική αξία των ιδανικών τους μεριδίων επί της αποκτηθείσης εδαφικής εκτάσεως, ούτε διέταξε πραγματογνωμοσύνη για την ανεύρεση της αξίας αυτής, αλλά έλαβε υπόψη μόνον το υποβληθέν με την έφεση αίτημά του διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, το οποίο και απέρριψε.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι πρόβαλε πρωτοβαθμίως κατά τρόπο ορισμένο και σαφή ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, (την οποία άλλωστε και δεν πρόβαλε, όπως προκύπτει τούτο από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των πρωτοβάθμιων προτάσεών του), δεδομένου ότι η ανατρεπτική κατά της αγωγής αυτής ένσταση δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ούτε επικαλέσθηκε στο Εφετείο την από δικαιολογημένη αιτία βραδεία προβολή της ενστάσεως αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, την οποία άλλωστε δεν πρόβαλε με πληρότητα, ούτε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον δεν προσδιορίζει το ποσό του οφέλους των αναιρεσιβλήτων.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο ερεύνησε τη βασιμότητα των περιστατικών αυτών και αποφάνθηκε με τον τρόπο που έχει ήδη εκτεθεί κατά την παράθεση των ουσιαστικών του παραδοχών, δεχόμενο εν τέλει ότι "δεν υπάρχει δυνατότητα αξιοποίησης των εκτάσεων που απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι όπως προέβλεπε το πρόγραμμα για το οποίο εκδήλωσαν ενδιαφέρον και έτσι απέκτησαν εκτάσεις ουσιαστικά άχρηστες".

Περαιτέρω ο τρίτος ως άνω λόγος κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ζημία, παρά το ότι τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια αυτών δεν έχουν ακυρωθεί και οι ίδιοι εξακολουθούν να είναι κύριοι των εδαφικών εκτάσεων που απέκτησαν, είναι αβάσιμος, διότι κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου το εξ αδιαιρέτου πολύ μικρό ποσοστό εδαφικής έκτασης που απέκτησε κάθε αναιρεσίβλητος δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί οικιστικά ούτε με δόμηση σύμφωνα με τους όρους εκτός σχεδίου, ούτε με ιδιωτική πολεοδόμηση και έτσι είναι ουσιαστικά άχρηστο Τέλος ο ίδιος τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ οικείο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις που προβάλλει το αναιρεσείον αφορούν σε επιχειρήματα δικά του σχετικά με την αξία των εδαφικών εκτάσεων που απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι και όχι σε παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005,7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ861/1984). Δηλαδή, μόνο τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, ή του διαδίκου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών , δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον επικαλούμενο επιλεκτικά, αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: α)ενώ το αναιρεσείον είχε προτείνει ως τρόπο αξιοποίησης της επίδικης έκτασης μόνον την αυτοτελή οικοδόμηση των επιμέρους ακινήτων με τους όρους της εκτός σχεδίου δόμησης, το εφετείο "τελικώς επιχειρηματολογεί αναφορικά προς την αδυναμία οικοδόμησής τους με το καθεστώς της ιδιωτικής πολεοδόμησης" και έτσι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 288, 330 και 914 ΑΚ, β)για να θεωρηθεί η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος αμελής έναντι των αναιρεσιβλήτων;

θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί ότι αυτός με οποιαδήποτε ενέργεια του τους προέτρεψε στην αγορά των επιδίκων ακινήτων, παραπλανώντας τους ως προς την ιδιότητα τους ότι είναι δεκτικά οικοδόμησης, περιστατικά που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν συνέτρεξαν, γ)η αιτιολογία της προσβαλλόμενης ότι "έπρεπε να αγοραστούν 100 στρέμματα προκειμένου να επιχειρηθεί η οικοδόμηση των ακινήτων" είναι ανεπαρκής και δεν στηρίζεται στο νόμο, αφού σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 2508/1997 η ενιαία εδαφική έκταση που καθορίζεται ως ΠΕΡΠΟ πρέπει να έχει ελάχιστη επιφάνεια 50 στρέμματα, δ) το αναιρεσείον δεν πρότεινε ως τρόπο αξιοποίησης την ιδιωτική πολεοδόμηση, την οποία εξέτασε το εφετείο και συνεπώς παραβίασε τις ίδιες ως άνω διατάξεις ε) παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή τους άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 162 έως 180 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, συγχέοντας τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών με εκείνες τις αυτοτελούς οικοδόμησης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος στο σύνολο του, προεχόντως λόγω της αοριστίας του ως προς τις υπό στοιχεία α, γ, δ και ε αιτιάσεις, διότι δεν καθορίζεται σε τί συνίσταται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ούτε σε ,τί συνίσταται η έλλειψη της νόμιμης βάσης. Σε κάθε περίπτωση όμως όλες οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές της προσβαλλόμενης διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του εφετείου, το οποίο την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, θεμελιώνει ευθέως στην παράλειψη των οργάνων του να ενημερώσουν έγκαιρα τους αναιρεσιβλήτους, πριν αυτοί προβούν στην αγορά των επιδίκων εκτάσεων, ότι δεν είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός των 100 δικαιούχων που απαιτούντο ώστε να τεθεί σε εφαρμογή το πρόγραμμα οικιστικής αξιοποίησης της συγκεριμμένης έκτασης με αυτοτελή οικοδόμηση αν και σαφώς γνώριζε κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβολαίων, ότι δεν ήταν δυνατή η αγορά της ευρύτερης έκτασης.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο το αναιρεσείον μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας ότι παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου και τις διατάξεις των άρθρων 729 και 914 ΑΚ, εφόσον η ευθύνη του για αποζημίωση λόγω εσφαλμένης πληροφόρησης θα μπορούσε να θεμελιωθεί μόνο αν τα καταστατικά του όργανα είχαν ενεργήσει δολίως, και το δικαστήριο αρκέσθηκε για την εφαρμογή τους σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού δέχθηκε ότι η εσφαλμένη ενημέρωση προκλήθηκε από αμέλεια των οργάνων του. Ο λόγος είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες της αιτιάσεις του, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που εκτέθηκαν παραπάνω, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρεται σε συμβουλή ή σύσταση ή έστω σε απλή πληροφόρηση, αλλά σε παράλειψη της επιβαλλόμενης από το καταστατικό αλλά και από τις αρχές της καλής πίστη ς, και ιδίως από την γενική υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των εννόμων αγαθών των άλλων, υποχρέωσης ενημέρωσης των αναιρεσιβλήτων από το αναιρεσείον δια των οργάνων του, ότι δεν ήταν δυνατή η αγορά της ευρύτερης έκτασης κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβολαίων, και κατά συνέπεια δεν ανακύπτει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 729 ΑΚ, ενώ επιπλέον διαλαμβάνει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.

Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην ενιαία δικαστική δαπάνη όλων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 189 § 2 ΚΠολΔ), αφού δεν ήταν αναγκαία η χωριστή δια πλειόνων πληρεξουσίων δικηγόρων εκπροσώπησή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Νοεμβρίου 2015 αίτηση και τους από 3 Αυγούστου 2016 πρόσθετους λόγους του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2831/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ