1533/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1533/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1533 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1533/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Ν. Δ., το γένος Ν. Χ., κατοίκου ... και 3) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Πελέκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Χ. του Α. και 2) Ε. συζύγου Ε. - Ά. Κ., το γένος Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θωμούλα Γρηγορίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2493/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5527/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 922 ΑΚ "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.
Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος, οι οποίες μπορεί να παρέχονται και μέσω τρίτου προσώπου που έχει ορισθεί από τον προστήσαντα, όπως είναι και ο επιβλέπων μηχανικός στις οικοδομικές εργασίες, αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Τέτοια έκθεση των απαραιτήτων κατά νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικά περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία αυτή δηλώνεται (ΑΠ 876/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-7-2010 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίσθηκε κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είχαν ζητήσει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, και ήδη αναιρεσείοντες, να καταβάλουν σ' αυτές εις ολόκληρον τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και να αναγνωρισθεί ότι τις οφείλουν εις ολόκληρον τα επίσης αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τις ζημίες που προκλήθηκαν στις ιδιοκτησίες τους κατά την κατασκευή οικοδομής στο όμορο ακίνητο των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων από αμέλεια τούτων και της τρίτης εναγομένης, η οποία είχε προστηθεί από τους ίδιους ως επιβλέπουσα αρχιτέκτων - μηχανικός.
Ειδικότερα στην ένδικη αγωγή, σχετικά με την ευθύνη των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων ως προστησάντων την τρίτη συνεναγομένη τους, αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Οι α' και β' εναγόμενοι ... ξεκίνησαν εργασίες κατεδάφισης των παλαιών κτισμάτων υπό την επίβλεψη της γ' εναγομένης, αρχιτέκτονος - μηχανικού, χωρίς να μας ειδοποιήσουν για την έναρξη των εργασιών ..." Και περαιτέρω, "Οι εναγόμενοι και η προστηθείσα από αυτούς επίβλέπουσα πολιτικός μηχανικός απέκρυψαν κατά τη διαδικασία εκδόσεως της οικοδομικής άδειας την ύπαρξη κοινού μανδροτοίχου, ο οποίος μάλιστα είναι φέρον στοιχείο της οικοδομής μας ...
οι αντίδικοι και η ανωτέρω επιβλέπουσα ... έκαναν χρήση βαρέος τύπου διατρητικών μηχανημάτων ... με αποτέλεσμα την υπαίτια πρόκληση ρωγμών ακόμη και σε δοκό οπλισμένου σκυροδέματος στην οικοδομή μας". Από το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής, συνολικά εκτιμώμενης, ιδίως δε από τη ρητή σ' αυτήν αναφορά ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων ήσαν συγκύριοι του έργου και προστήσαντες την προαναφερθείσα γ' συνεναγομένη τους στην εκτέλεσή του, προκύπτει ότι σ' αυτήν (την αγωγή) εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.
Με βάση τα ανωτέρω ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού τους, τον οποίο παραδεκτά προέβαλαν με λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, και ειδικότερα τις οικοδομικές άδειες κατεδαφίσεως των παλαιών κτισμάτων και ανεγέρσεως της νέας οικοδομής, από τις οποίες προέκυπτε ότι τη μελέτη και επίβλεψη όλων των εργασιών είχε αποκλειστικά η τρίτη των αναιρεσειόντων, πολιτικός μηχανικός, και ότι οι πρώτος και δεύτερη τούτων δεν είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς αυτήν, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία μάλιστα ρητά αναφέρει.
Για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι και πάλι το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την άδεια κατεδαφίσεως των παλαιών κτισμάτων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και από την οποία προέκυπτε ότι αυτή ήταν προγενέστερη του συμβολαίου, με το οποίο κατέστησαν αυτοί κύριοι του ακινήτου στο οποίο υπήρχαν τα κτίσματα αυτά, και κατά συνέπεια δεν ήταν δυνατό να έχουν οι ίδιοι την επίβλεψη της κατεδαφίσεως τούτων.
Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 980/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 355 ΚΠολΔ, το δικαστήριο διατάσσει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διενέργεια ή όχι αυτοψίας σε κάποια δίκη εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής του αποδεικτικού τούτου μέσου (ΑΠ 402/2016).
Επομένως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, πολύ περισσότερο η μη υποβολή σχετικού αιτήματος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα τούτων, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, ότι δεν διέταξε αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το βάθος και την παλαιότητα των τριχοειδών ρωγμών στις ιδιοκτησίες των αναιρεσίβλητων, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι οι ρωγμές αυτές δεν προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των εκσκαφών στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας τους, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ούτε άλλωστε υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους των για τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, και ειδικότερα, α) την από 17-6-2010 έκθεση επικινδύνου οικοδομής της Δ/νσης Πολεοδομίας Βορείου Τομέα με αριθμ.
πρωτ. ..., β) την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Αναθεωρητική Έκθεση της ίδιας υπηρεσίας, γ) την από 7-10-2010 έκθεση αυτοψίας της ίδιας υπηρεσίας, που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με του υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο, δ) την υπ' αριθμ. πρωτ. ... έκθεση επικινδύνου οικοδομής της ίδιας υπηρεσίας, ε) την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αναθεωρητική έκθεση της ίδιας υπηρεσίας, και στ) τα έγγραφα ελέγχου στατικότητας της οικοδομής των αναιρεσίβλητων, από τα οποία προέκυπτε αφενός μεν ότι στην οικοδομή τούτων υπήρχε πλήθος αυθαίρετων κατασκευών και πολεοδομικών παραβάσεων, που συνιστούσαν επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου και το καθιστούσαν επικίνδυνο και πρόσφορο σε ρηγματώσεις της τοιχοποιίας, σε αντίθεση με τη δική τους οικοδομή, στην οποία οι εργασίες εκσκαφών και θεμελιώσεων εκτελέστηκαν κατά τον πλέον ασφαλή και ενδεδειγμένο από επιστημονικής αι τεχνικής απόψεως τρόπο, αφετέρου δε ότι στα σχεδιαγράμματα αρχιτεκτονικών και κατόψεων του ακινήτου των δεν αποτυπώνεται ο μεσότοιχος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα πλείστα των οποίων ρητά αναφέρονται, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, επικαλούνται ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται την ύπαρξη σοβαρών αυθαιρεσιών στην οικοδομή των αναιρεσίβλητων, που συνιστούν επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου και που το καθιστά πρόσφορο σε ρηγματώσεις της τοιχοποιίας, αντιφατικώς προς τα ανωτέρω δέχθηκε στη συνέχεια, ότι επειδή οι αναιρεσίβλητες νομιμοποίησαν τις αυθαιρεσίες αυτές, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτών και των ρωγμών που προκλήθηκαν στην τοιχοποιία του ακινήτου τους.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, πρωτίστως δέχθηκε ότι έως και την 1-6-2010, οπότε και έγινε αυτοψία από την Πολεοδομία, δεν είχαν ληφθεί εκ μέρους των αναιρεσειόντων μέτρα ασφαλείας κατά την εκσκαφή και σκυροδέτηση στην ανεγειρόμενη οικοδομή τους, ούτε είχε αποτυπωθεί στην οικεία οικοδομική άδεια ο υφιστάμενος μεσότοιχος, και ότι οι έως τότε ενέργειες και παραλείψεις τους είχαν ήδη προκαλέσει στην οικοδομή των αναιρεσίβλητων τις ρηγματώσεις στην τοιχοποιία, ενώ τα όποια μέτρα κρίθηκαν αναγκαία ελήφθησαν μεταγενέστερα.
Περαιτέρω, προκειμένου να απορρίψει τον επικουρικά προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι σε κάθε περίπτωση, και αν υπήρξαν τέτοιες ρηγματώσεις στην οικοδομή των αναιρεσίβλητων, αυτές δεν σχετίζονται με τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο ακίνητο των δύο πρώτων, αλλά ενδέχεται να προϋπήρχαν των εργασιών, οφειλόμενες ακόμη και στους σεισμούς του έτους 1999, συνδεόμενες πάντως με τις αυθαίρετες κατασκευές και επεμβάσεις που υφίσταντο στην οικοδομή των και συνιστούν επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό της οικοδομής, τον οποίο και επηρεάζουν αρνητικά από στατικής απόψεως, καθιστώντας αυτόν επικίνδυνο και πρόσφορο σε ρηγματώσεις της τοιχοποιίας και άλλα παρόμοια φαινόμενα, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων δεν προέκυψε ότι οι ρωγμές που εμφανίστηκαν στην οικοδομή των εναγουσών (και ήδη αναιρεσίβλητων) και οδήγησαν στο να χαρακτηριστεί αυτή, από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, επικίνδυνη από άποψη στατικής και δομικής, οφείλονται στις αυθαίρετες παρεμβάσεις, οι οποίες ...
διαπιστώθηκε ότι είχαν διενεργηθεί στο ίδιο εν λόγω ακίνητο ή στους σεισμούς της Αθήνας του έτους 1999 ή συνδυαστικά στις δύο αυτές αιτίες. Ειδικότερα, τούτο δεν βεβαιώνεται πειστικά από κάποιο πρόσφορο σχετικώς αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από τις ... εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Βορείου Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών Ε.
Β., ενώ περί τέτοιας σύνδεσης μεταξύ των ρωγμών, οι οποίες διαπιστώθηκαν, και των παραπάνω παρεμβάσεων ή/και των σεισμών της Αθήνας του έτους 1999, ούτε η μάρτυρας των εναγομένων ... καταθέτει, και δη κατά τρόπο ευθύ και αιτιολογημένο. Τέτοια σύνδεση, δε, δεν δύναται να συναχθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε από τις ...
προσκομιζόμενες από τους εναγομένους ένορκες βεβαιώσεις, ενώ ειδικώς, όσον αφορά τις υπερβάσεις, που ... διαπιστώθηκαν, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές τακτοποιήθηκαν ήδη με υπαγωγή στο πλαίσιο του ν. 4014/2011 με τις υπ' αριθμ. ... δηλώσεις αυθαιρέτων. ... Με βάση όλα τα παραπάνω, στη διώροφη οικοδομή των εναγουσών εμφανίστηκαν βλάβες (ρηγματώσεις φερόντων στοιχείων), που οφείλονται πράγματι στην κατασκευαστική δραστηριότητα (εκσκαφές, καθαιρέσεις μεσοτοιχίας), που προηγήθηκε στο όμορο οικόπεδο των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, με σκοπό την ανέγερση νέας οικοδομής, και δη στις εργασίες που ξεκίνησαν περί τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2010, ενώ ήδη πριν την έναρξη των εργασιών αυτών, και δη κατά το στάδιο της κατεδάφισης των παλαιών κτισμάτων που υπήρχαν στο οικόπεδο του πρώτου και της δευτέρας των εναγομένων καταστράφηκε το παλαιό επίχρισμα της κοινής μεσοτοιχίας στα σημεία επαφής των κτισμάτων ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα των ρηγματώσεων στην οικοδομή των αναιρεσίβλητων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ρηγματώσεις στην τοιχοποιία της οικοδομής των αναιρεσίβλητων οφείλονται στην κατασκευαστική δραστηριότητα (εκσκαφές, καθαιρέσεις μεσοτοιχίας), που προηγήθηκε στο όμορο οικόπεδο των πρώτου και δευτέρας των αναιρεσειόντων, με σκοπό την ανέγερση νέας οικοδομής, και μάλιστα στις εργασίες που ξεκίνησαν περί τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2010, ενώ αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι οι ρωγμές αυτές, που οδήγησαν στο να χαρακτηριστεί η οικοδομή των αναιρεσίβλητων επικίνδυνη από άποψη στατικής και δομικής, οφείλονται στις αυθαίρετες παρεμβάσεις, που είχαν διενεργήσει οι ίδιες στο ακίνητό τους, -για τις όποιες δε υπερβάσεις πλεοναστικά ανέφερε ότι έχουν ήδη νομιμοποιηθεί-, ή στους σεισμούς της Αθήνας του έτους 1999 ή συνδυαστικά στις δύο αυτές αιτίες.
Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
Απορρίπτει την από 24 Ιουνίου 2016 αίτηση των α) Ν. Κ. Δ., ) Μ. συζ. Ν. Δ. και ) Ε. Κ. Σ. για αναίρεση της 5527/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ